Οι συζητήσεις για την πλατεία Ελευθερίας παραμένουν ατέρμονες παρόλο που, συνήθως, περιορίζονται στο πλαίσιο του αμιγώς υποκειμενικού γούστου μέχρι του επιπέδου μιας αισθητικής ανάλυσης.
Για την ολοκληρωμένη αρχιτεκτονική κριτική χρειάζεται, εντούτοις, να αναλυθούν πολλές πτυχές που εμπεριέχονται σε ένα δημόσιο έργο όπως, η ένταξη στο δομημένο περιβάλλον, η λειτουργικότητα, η μορφολογία και αισθητική, το κόστος και τα υλικά, οι πολιτικοκοινωνικές δομές και συνθήκες, το κλίμα, η νομοθεσία και άλλα, που αφορούν σε μεταφυσικά θέματα χώρου και νοήματος. Καθώς μια ολοκληρωμένη ανάλυση δεν μπορεί να γίνει σε ένα άρθρο θα επιχειρηθεί, κι εδώ, η ανάλυση μιας πτυχής που αφορά στην αρχιτεκτονική σε ιστορικά περιβάλλοντα.
Παρόλο που η Λευκωσία δεν σχεδιάστηκε ποτέ ως μια ‘ιδανική πόλη’ της Αναγέννησης, το σχήμα των ενετικών τειχών, ως πρότυπο μηχανικής, χρησιμοποιήθηκε για να περικλείσει ‘ιδανικές πόλεις’ σε διάφορες περιοχές της τότε Ενετικής επικράτειας. Το πρώτο ρήγμα των τειχών έγινε από τους Οθωμανούς κατακτητές κατά την πτώση της Λευκωσίας και το δεύτερο επί αγγλοκρατίας, για την κατασκευή γεφυριών πάνω από την τάφρο που θα ένωναν την παλιά πόλη με τα νέα προάστεια.
Το γεφύρι-επέκταση της οδού Λήδρας λειτουργούσε ως πλατεία και επί αγγλοκρατίας, κυρίως λόγω πλάτους σε ένα κομβικό σημείο ενός κύριου άξονα. Με τη σταδιακή διχοτόμηση της πόλης, το 1963 και το 1974, και την αποκοπή της από τις κύριες πλατείες της αλλά και λόγω της εγγύτητας με το δημαρχείο, το γεφύρι-πλατεία καθιερώθηκε ως ο κεντρικός δημόσιος χώρος της Λευκωσίας όπου εξελίσσονταν αυθόρμητες αλλά και οργανωμένες κοινωνικοπολιτικές εκδηλώσεις. Η μετονομασία σε πλατεία Ελευθερίας εμπεριείχε δε, τη σημασία ενός δημοκρατικού χώρου.
Ήταν, επομένως, ένας ‘Τόπος’ με πολλαπλές έννοιες. Με την φαινομενολογική έννοια, κρατούσε την αύρα των ιστορικών στρωμάτων από την εποχή κατασκευής των τειχών, την οθωμανοκρατία, αγγλοκρατία, την ανεξαρτησία, τις δικοινοτικές ταραχές, την τουρκική εισβολή, αλλά και το πνεύμα των πολιτών, των αγώνων και των πανηγυρισμών τους. Για γενεές, ήταν ένας ‘τόπος πολιτικός’, όπως ορίζεται από την Hannah Arendt. Ένας δημόσιος χώρος όπου εκφράζεται ο ‘πολιτικός βίος’ της κοινότητας μέσω μιας δημοκρατικής εκδήλωσης.
Κατά τον φιλόσοφο Hans-Georg Gadamer, η ζωή είναι ένας συνεχής διάλογος του παρόντος με το παρελθόν. Μέσα από αυτόν δημιουργούμε τις αξίες μας και δίνουμε νόημα στη ζωή και στο περιβάλλον μας. Η κατανόηση του παρελθόντος μας είναι μια βασική μεταφυσική ανάγκη, έστω κι αν η αρχιτεκτονική του παρελθόντος αφορά σε εποχές που δεν γνωρίζουμε. Η κατανόηση αυτή είναι εμπειρική και προέρχεται από τα υλικά, τις υφές, τα χρώματα, την κλίμακα, τη χωρική και ογκοπλαστική διατύπωση. Ο Gadamer, υποστηρίζει ότι η κατανόηση του χώρου στη περίπτωση μιας νέας αρχιτεκτονικής σε ιστορικά περιβάλλοντα προϋποθέτει την αρμονία στις λεπτομέρειες, στον τρόπο χρήσης και στις συνήθειες. Στην περίπτωση που δεν υπάρχει αυτή η αρμονία, η κατανόηση του χώρου δεν είναι δυνατή.
Έχοντας υπόψη την εξέλιξη της αρχιτεκτονικής πρακτικής και θεωρίας, θα πρέπει να διευκρινιστεί ότι, αρμονία, για κατ’ ουδένα λόγο, δεν σημαίνει μίμηση υλικών ή μορφολογίας, αλλά μπορεί να επιτευχθεί και μέσα από την αντίθεση, όπως αποδεικνύουν πάμπολλα δείγματα σύγχρονης αρχιτεκτονικής.
Οι υποστηρικτές του έργου της πλατείας Ελευθερίας, εγκωμιάζουν την αισθητική των λεπτομερειών και μιλούν για χωρικές ποιότητες ‘μυστικών κήπων’ στην παρακείμενη τάφρο, αποδίδοντας στο όλο έργο μια καλλιτεχνική αξία. Αρκετές δε φορές θεωρείται πως αυτή η αξία μαζί με την υπογραφή της Zaha Hadid αποτελούν, από μόνα τους, τουριστικό προορισμό κι επομένως αναβάθμιση της πόλης.
Στον αντίποδα, όσοι εκφράζουν αρνητική κριτική επικαλούνται την υποβάθμιση του μνημείου των ενετικών τειχών, αφού η νέα πλατεία τα ανταγωνίζεται με την κλίμακα και υλικότητα της, ενώ η τάφρος, ως αναπόσπαστο μέρος του μνημείου, καταστρέφεται εντελώς. Το γεγονός αυτό, αποτελεί πλήγμα για την πόλη, αφού είναι πλέον απίθανο να ενταχθούν τα τείχη στον κατάλογο μνημείων της UNESCO. Υποστηρίζουν επίσης, ότι τόσο τα τείχη όσο και η παλιά πόλη λειτουργούν στο επίπεδο του οικείου λόγω υλικότητας και κλίμακας. Αντιθέτως, η νέα πλατεία με το μπετόν, μάρμαρο, γυαλί και υπερ-αισθητικοποιημένο περιβάλλον μαζί με την έλλειψη οποιασδήποτε πρόνοιας για τις κλιματολογικές συνθήκες, δημιουργούν ένα ανοίκειο και δυστοπικό περιβάλλον.
Είναι γεγονός ότι, το γραφείο Zaha Hadid δεν φημίζεται για το ενδιαφέρον του να κατανοεί τα ιστορικά περιβάλλοντα στα οποία κτίζει. Αν, επιπλέον, δεν λαμβάνεται υπόψη ο ανθρώπινος παράγοντας -κλίμα, κλίμακα, οικειότητα, υλικότητα, σχέση και διάλογος με το παρελθόν- μπορεί να υπάρξει η αρμονία για την οποία μιλά ο Gadamer και επομένως να επέλθει ο ‘τόπος’ και η κατανόηση του; Μπορεί σε ένα τέτοιο τοπίο, να αναπτυχθούν αυθόρμητες κοινωνικοπολιτικές συνάξεις για να αποτελέσει ‘τόπο πολιτικό’ για το συλλογικό πολιτικό βίο; Ποιο το νόημα του νέου αστικού τοπίου;
Ο αρχιτέκτονας θεωρητικός Alberto Perez-Gomez μιλά για μια κρίση στην αρχιτεκτονική όπου η κοινωνική σημασία χάθηκε ανάμεσα στους φορμαλιστικούς νεωτερισμούς της τεχνολογίας. Η σύγχρονη αρχιτεκτονική, λέει, που δεν ασχολείται με το παρελθόν παραμένει ξεκομμένη από τις ζωές των ανθρώπων, των τόπων και των ιστοριών τους. Όσο ο κόσμος παραμένει επικεντρωμένος στις ηλεκτρονικές του συσκευές και η τεχνολογία ασχολείται με την γεωμετρική καινοτομία, ανοίκειες μορφές θα εμφανίζονται παντού που δεν θα έχουν τίποτα κοινό με τις τοπικές κοινωνίες και τις συνήθειες τους.
Σημείωση: το κείμενο αποτελεί περίληψη παρουσίασης στο συνέδριο Δημόσιος Χώρος: το πραγματικό και το Ιδεώδες, της Διεθνούς Κοινότητας για τη Φιλοσοφία της Αρχιτεκτονικής, που έγινε τον περασμένο Ιούλιο στην Ελβετία (5th Biennial Conference – International Society for the Philosophy of Architecture).
Κεντρική φωτο: Η αισθητικοποίηση του ιστορικού Τόπου.
* H Στέλλα Ευαγγελίδου αρχιτέκτονας.
Φιλελεύθερα, 26.9.2021.