Μετά τα γεγονότα του Αυγούστου, μία «περίεργη» ηρεμία χαρακτηρίζει το Αφγανιστάν, η οποία μπορεί ανά πάσα στιγμή να ανατραπεί με τα νέα «ήθη» των Ταλιμπάν που μοιάζουν ήδη με λιοντάρια σε κλουβιά.

Μιλάω μέσω των απευθείας μηνυμάτων του Instagram με τον Rashid, πρωταθλητή πάλης στην Καμπούλ, και μου περιγράφει τη νέα του καθημερινότητα: Αποφεύγει πια να φοράει τα στενά τζιν παντελόνια του και φανελάκια αμάνικα, αφήνει τα σγουρά πυκνά μαλλιά του απεριποίητα, και, όποτε βγαίνει στην μεγάλη κεντρική λεωφόρο της πόλης με τους πλανόδιους δεξιά κι αριστερά, προτιμάει να έχει «υλικό προστασίας» μέσα στο σακ βουαγιάζ του και να αλλάζει σε μια άκρη του δρόμου τα Benetton του με τα φαρδιά πουκάμισα που δεν θα δίνουν στόχο στους Ταλιμπάν και τις μονόχρωμες μαντήλες στο λαιμό – ήδη το γεγονός πως δεν ξέρει να παίζει κρίκετ μα ασχολείται με ένα άθλημα που την περίοδο της παντοδυναμίας του σκότους και του αναχρονισμού είχε απαγορευτεί, είναι από μόνο του «πρόκληση» κατά των εθίμων· δύο άντρες που παλεύουν στο πάρκο Τσαμάν-ε-Χοζάρι είναι απλά δύο άντρες που αγκαλιάζονται σε ένα παρκέ και ενώνουν τα χέρια και τα σώματά τους προκλητικά και αμαρτωλά, «δεν αθλούνται έτσι τα αληθινά αγόρια».

«Ακόμη δεν ξεκίνησαν τα παλιά», μου λέει. «Αυτά εγώ δεν τα έζησα, ήμουνα πολύ μικρός το 1997, αλλά θυμάμαι τις γυναίκες να γονατίζουν στη μέση των οδών και μερικοί άντρες να τις χτυπούν στο σώμα και στο πρόσωπο προκλητικά “για παραδειγματισμό”. Επειδή η μπούρκα δεν κάλυπτε και το πηγούνι ή το μέτωπο. Ή επειδή φαινόταν λιγάκι ο αστράγαλος. Για τέτοια πράγματα, θα έπρεπε να τιμωρηθούν σκληρά». 

Προς το παρόν η αδελφή του δεν ξεκίνησε να πηγαίνει στο σχολείο της – αν και θα ‘πρεπε. Κανείς, όμως, δεν θα την ψάξει – ίσα ίσα που ο δάσκαλος, για να γίνει αρεστός στη νέα κατάσταση, η οποία δεν προβλέπεται από κανέναν Αφγανό πως θα αλλάξει στα επόμενα δέκα-δεκαπέντε χρόνια, θα επικρότηση την απουσία της και θα την φέρει ως παράδειγμα στις «αμετανόητες» που ακόμη αντιστέκονται σθεναρά και κάθονται υπάκουες στα θρανία τους υπομονετικά -όσο ακόμη, δεν ξεκίνησε η δημόσια και ιδιωτική βία- χωρίς τα μακρύτερα πανωφόρια και τα κεφαλομάντηλα: «Οι γυναίκες είναι για το σπίτι. Τι να την κάνουν την μόρφωση, κλεισμένες μέσα σε τέσσερεις τοίχους, μαγειρεύοντας και καθαρίζοντας; Χάσιμο χρόνου, ανωμαλίες». 

Η ιστορία του Αφγανιστάν είναι η περιπέτεια μιας χώρας που κανείς κατακτητής δεν κατάφερε μακροπρόθεσμα να «τιθασεύσει», όπως πολύ εύστοχα παρατηρεί ο καθηγητής Σωτήρης Ρούσσος σε ένα Podcast του για τη Lifo, αφού οι υποομάδες της χώρας -και κυρίως οι φύλαρχοι, οι γαιοκτήμονες, άνθρωποι με φαινομενικά βαθιά θρησκευτική παράδοση- ανέτρεπαν τα status quo αναλόγως των συμφερόντων τους, χωρίς ιδιαίτερες αντιστάσεις – όπως και τώρα, κανείς δεν δείχνει να ενοχλείται ουσιαστικά από τους Ταλιμπάν, που είναι ένα κράμα νέων παιδιών και παλαιών καθοδηγητών της προηγούμενης γενιάς ανταρτών, εφόσον είχαν παύσει να αποδίδουν τα «κέρδη» από την συνύπαρξη με τους Αμερικανούς που -αν μη τι άλλο- ήταν ανέκαθεν οι «ξένοι», ενώ οι Ταλιμπάν είναι «τα δικά μας παιδιά».

Ούτε κανείς δείχνει ουσιαστικά ακόμη να ενοχλείται από κάτι γενειοφόρους που για πρώτη φορά κατεβαίνουν στην μεγάλη πόλη από τα βουνά -αν και τριάντα ετών- έτοιμοι, ανά πάσα στιγμή, να σταματήσουν να κάνουν τον τροχονόμο ή να επανδρώνουν διάφορα σημεία ελέγχου, φορώντας τις μπλε στολές παραλλαγής που τους προσδίδουν μια κάποια «επισημότητα», και να πάρουν τα όπλα στα χέρια τους αν διαταχθούν ή να επιχειρήσουν επιθέσεις αυτοκτονίας. «Υπάρχει μια ύποπτη ηρεμία», μου εξηγεί ο Rashid. «Σήμερα μιλάμε, αύριο μπορεί να σταματήσει κάθε επικοινωνία του κόσμου μας με τον απέξω κόσμο και το εξωτερικό, αφού τα social media θεωρούνται “εχθρός”, απόσπαση από τα καθήκοντα της προσευχής και των παραδοσιακών κανόνων ζωής που μετράνε χιλιάδες χρόνια -αδιαπέραστα- και χωρίς καμία μεταβολή στις συνήθειες άλλων αιώνων. Ας απολαύσουμε, λοιπόν, τη στιγμή». 

Θα μου μιλήσει μετά, μέσα από το live του video που με καλεί, για τη βασίλισσα του Αφγανιστάν, Σοράγια Ταρζί, μία από τις πρώτες φεμινιστικές φυσιογνωμίες στον ισλαμικό κόσμο -της οποίας δεν γνώριζα την ιστορία-, που έδωσαν δικαιώματα στις γυναίκες, που κατοχύρωσαν πρωτοποριακές ελευθερίες για την εποχή, η οποία -εκτός από Βασίλισσα- διορίστηκε και Υπουργός Παιδείας του Αφγανιστάν εστιάζοντας στην κατάργηση του υποχρεωτικού ισλαμικού πέπλου και στην πάταξη του αναλφαβητισμού των γυναικών. Ας το αναλογιστούμε: Στην μετέπειτα χώρα των Ταλιμπάν και του αναχρονισμού, ο πρώτος νόμος για τα δικαιώματα των γυναικών στο Αφγανιστάν θεσπίστηκε εκατό ακριβώς χρόνια πριν, το 1921 – ο νόμος απαγόρευε τους αναγκαστικούς γάμους, έθεσε όριο ηλικίας για τη νύφη, κατάργησε το έθιμο της «τιμής της νύφης» (που πλήρωνε ο γαμπρός στον πεθερό) και έβαλε αυστηρούς περιορισμούς στην πολυγαμία.

Η Σοράγια, η οποία εκτός όλων των άλλων, έφτιαξε σχολεία για κορίτσια, εξέδωσε το πρώτο γυναικείο περιοδικό στο Αφγανιστάν, το 1927, και δημιούργησε μέχρι και την πρώτη οργάνωση γυναικών, το 1928, συχνά εμφανιζόταν δίπλα στον βασιλιά (όχι πίσω του), ενώ όταν απευθυνόταν σε κάποιον έβγαζε πάντοτε τον φερετζέ της από ευγένεια. Το 1928, επίσης, η ίδια η Σοράγια έστειλε δεκαπέντε Αφγανές στην Τουρκία για να λάβουν ανώτερη μόρφωση με σκοπό, όταν πια επιστρέψουν στο Αφγανιστάν, να στελεχώσουν τον κρατικό μηχανισμό και να αποτελέσουν πρότυπο μίμησης για τον υπόλοιπο γυναικείο πληθυσμό – δεν πρόλαβαν, το βασιλικό ζεύγος εξορίστηκε με τον κίνδυνο ενός εμφυλίου πολέμου από τους αντιδρώντες στα «νέα ήθη». 

«Φοβάσαι;», ρωτάω τον διαδικτυακό μου φίλο. «Εδώ δεν προλαβαίνεις να φοβηθείς. Τα πάντα αλλάζουν από τη μία μέρα στην άλλη. Μόνο να προσπαθήσεις να προσαρμοστείς κάθε φορά ίσα που προλαβαίνεις. Εξάλλου, δεν είμαι γυναίκα για να διακινδυνεύω την ύπαρξή μου – ας είμαστε ρεαλιστές». 

xatzigeorgiou@yahoo.com

Φιλελεύθερα, 3.10.2021.