«Ρόουζ» του Μάρτιν Σέρμαν σε σκηνοθεσία Νίκου Καραγέωργου.
Θα μπορούσα να γράψω ένα εγκωμιαστικό σημείωμα για την παράσταση «Ρόουζ» με τη Δέσποινα Μπεμπεδέλη χωρίς καν να τη δω. Θα αράδιαζα επίθετα, που γενικά τα γουστάρω κιόλας, για την ερμηνεία της μεγάλης πρωταγωνίστριας: σαγηνευτική, συγκινητική, συγκλονιστική, συναρπαστική, συνταρακτική – κι έχω αρκεστεί στο σίγμα. Μέσα θα έπεφτα. Είναι γνωστό ότι η γυναίκα είναι φαινόμενο. Τι να λέμε τώρα; Τεχνική παγκόσμιας κλάσης, μνήμη ελέφαντα. Θυμάμαι τον Νίκο Καραγέωργο, που πέρσι τέτοιον καιρό έκανε τις «Φάλαινες τον Αύγουστο» στην Κύπρο, να μου περιγράφει πώς λίγο καιρό πριν η Μπεμπεδέλη είχε απομνημονεύσει όλο το κείμενο της «Ρόουζ» ήδη από την πρώτη πρόβα, ενώ στα καμαρίνια του Γυάλινου Μουσικού Θεάτρου όπου ανέβαινε αυτός ο διάσημος μονόλογος του Μάρτιν Σέρμαν, εκείνη δούλευε παράλληλα πάνω σ’ έναν άλλο μονόλογο, τη «Μια ζωή γερμανική» που παρουσίασε στην Κύπρο.
Έτσι και τώρα, δύο χρόνια μετά την Αθήνα φέρνει και στο νησί τη «Ρόουζ» ενώ παράλληλα γνωρίζει ήδη απ’ έξω κι ανακατωτά το κείμενο της σπονδυλωτής παραγωγής του Σατιρικού «Ποτέ πια! Ώρα καλή», στην οποία σκηνοθετεί και παίζει. Κάπου εδώ δεν έχουμε παρά να συμφωνήσουμε με τον Αγρινιώτη σκηνοθέτη που παρατηρούσε ότι προφανώς αυτό που τη διατηρεί ακμαία είναι η επαγγελματική προσήλωση. Η Μπεμπεδέλη πετυχαίνει, λοιπόν, μ’ έναν σχεδόν απαρασάλευτο κυνισμό το αναμενόμενο και κάνει τον τόσο απαιτητικό αυτόν ρόλο να μοιάζει με βόλτα στο πάρκο- χωρίς μάλιστα να το κουνήσει ρούπι από το παγκάκι.
Στην Κύπρο είχαμε την ευκαιρία και την τιμή να γνωρίσουμε το έργο πριν από εννιά χρόνια, στην πρωτότυπη γλώσσα και μάλιστα από την πρώτη διδάξασα, την αείμνηστη Ολυμπία Δουκάκη. Το 1999 ήταν η πρώτη που δόξασε τον ρόλο της 80χρονης επιζήσασας του Ολοκαυτώματος που θυμάται την πολυτάραχη ζωή της με φόντο τον σύντομο 20ό αιώνα, καθώς πενθεί καθιστή κατά το εβραϊκό έθιμο. Ήταν στο Εθνικό Θέατρο της Αγγλίας σε σκηνοθεσία της Νάνσι Μέκλερ. 13 χρόνια αργότερα, το 2012, έχοντας πλέον φτάσει και στην πραγματική ηλικία της Ρόουζ, η Δουκάκη σύστησε τον πιο αγαπημένο της ρόλο στο κυπριακό κοινό –έστω και σε σκηνοθετημένο αναλόγιο. Είχε ενδιαφέρον να το ακούς στο πρωτότυπο, γιατί η οσκαρική ηθοποιός είχε την ευκαιρία να πιτσιλίσει διακριτικά την ερμηνεία της με τα λίγα γραμμάρια ανατολικοευρωπαϊκής προφοράς που απαιτούνταν.
Η Μπεμπεδέλη, έχοντας επίσης πατήσει την ηλικία της ηρωίδας, όχι μόνο δεν χρειάστηκε αναλόγιο για τον διάρκειας δύο ωρών ρόλο, αλλά ερμηνεύοντάς τον στα ελληνικά –στη μετάφραση της καλής φιλενάδας της Δουκάκη, Μιμής Ντενίση- σε έπειθε ότι πετυχαίνει μέχρι και… την προφορά. Έχει έναν αμίμητο τρόπο να σε κάνει να μην μπορείς να φανταστείς το έργο διαφορετικά. Παρακολουθώντας τη έτσι καθιστή να καταπίνει κοτζάμ σκηνάρα και τη μεγαλύτερη αμιγώς θεατρική πλατεία της χώρας, δεν είχες την αίσθηση ότι είναι μια τρελόγρια που μιλά μόνη της, ή ότι λέει τον πόνο της σαν σε διάλεξη σ’ ένα ευρύ ακροατήριο. Ένιωθες σαν να σου μιλάει προσωπικά, σαν να σε ξεμοναχιάζει στο πάρκο για να σου πει την ιστορία της ζωής της. Θέλεις, δε θέλεις, θα την ακούσεις προσεκτικά.
Το εντυπωσιακό με το κείμενο και την ερμηνεία –επομένως και με τη σκηνοθεσία- είναι ότι καθιστά τόσο αληθινό έναν χαρακτήρα σχεδόν αρχετυπικό, που είναι περισσότερο ιδέα, μια κατασκευή προορισμένη να πει σχεδόν τα πάντα κουνώντας άμα λάχει και το δάχτυλο. Προσωποποιεί την πολυκύμαντη ιστορία όχι μόνο της εβραϊκής φυλής στη σύγχρονη εποχή, αλλά την ποτισμένη στο ίδιο της το δηλητήριο ανθρωπότητα που ωστόσο βρίσκει πάντα τον τρόπο να επιβιώσει και να θριαμβεύσει ενάντια στο κακό. Αναπόφευκτα, είναι έκδηλος στη γενική αίσθηση του θέματος ένας σέρτικος και διεισδυτικός συναισθηματισμός. Αυτό είναι μια επικίνδυνη παγίδα κατά τη σκηνική απόδοση. Παλιά και επιδέξια αλεπού, όμως, η πρωταγωνίστρια δεν διολισθαίνει στην υπερβολή και τη γλυκερότητα. Η ερμηνεία της εξατμίζει κάθε μελοδραματικό φίλτρο, «καταλαμβάνεται» από τον χαρακτήρα της Ρόουζ καθώς παρασύρεται στα πιο ανήλιαγα βάραθρα της μνήμης.
Θαρρείς και αλλάζει δέρμα καθώς μεταμορφώνεται στη φλύαρη γιαγιά που μνημονεύει τις τρικυμίες της ζωής της όντας σε υποχρεωτική, εθιμοτυπική στάση σωματικής ανάπαυσης. Είναι σαν να παρατηρεί και να διηγείται ανίσχυρη -όσο και αλύγιστη- τις απανωτές κλιμακούμενες συντέλειες. Κάπου- κάπου, ο πάγος των τραγικών εξομολογήσεων σπάζει από ελεγχόμενες πινελιές χιούμορ. Η προσοχή του θεατή δεν έχει καμία τύχη να γλιτώσει από την ασφυκτική λαβή, που δεν χαλαρώνει αν δεν εκτονωθεί η βασανισμένη ψυχή. Η Ρόουζ ανοίγει την καρδιά της ενώ τηρεί το σιβά, ανάβει κεράκι για κάθε μια από τις μεγάλες απώλειες της ζωής της, με την τρέχουσα να είναι η πιο ανατρεπτική και ιδιάζουσα. Η Γη της Επαγγελίας του ενός γίνεται το κολαστήριο του άλλου ενώ οι άνθρωποι παραμένουμε ανεπίδεκτοι μαθήσεως από τα διδάγματα της Ιστορίας.
Η ζωή της Ρόουζ είναι ένα τόξο και η σκηνοθεσία στρογγυλοκαθίζει τον θεατή πάνω στην τεντωμένη του χορδή. Να πάλλεται για 110 λεπτά. Η επιβλητική παρουσία της πρωταγωνίστριας απορροφούσε κάθε υπόνοια παράλληλης οπτικής αφήγησης αλλά έστω και αγκομαχώντας το σκηνικό του Δημήτρη Δήμα κατάφερε να σταθεί στον χώρο. Το ίδιο ισχύει και για το φιλόδοξο, πολιτικό video art του Χρήστου Καρτέρη, που προβάλλεται πίσω από την ηθοποιό πάνω σε ντουβάρι, που ίσως παραπέμπει στο Γκέτο της Βαρσοβίας ή και στο τείχος της ντροπής στη Δυτική Όχθη.
Φιλελεύθερα, 3.10.2021