Ο Κώστας Καφάσης, που έφυγε απ’ τη ζωή στις 13 Οκτωβρίου 2010, είχε επιλέξει να ζήσει όπως ονειρεύτηκε: Εκστατικά.
Σε εποχές ασύδοτης γιορτής και δόξης λαμπρής της «νύχτας» και των μπουζουκιών, είχα επικοινωνήσει με τον Κώστα Καφάση μήπως και συμφωνούσε (αν και δήλωνε πως δεν έδινε πια συνεντεύξεις) να συναντηθούμε στο σπίτι του, στο Μοσχάτο – θρύλο των λαϊκών τραγουδιών-σουξέ, της πίκρας και της αχόρταγης ζωής του πάλκου και των τσαλαπατημένων γαρυφάλλων του «Mon Repo» στο οποίο τραγουδούσε εκείνη την εποχή· ευτυχισμένος πάντως και «πλήρης».
Παλαιότερα, όπως μου είχε πει στο τηλέφωνο, «με μαρκίζα στις λεωφόρους», στις «Εσπερίδες», στου «Ρεμπέτη», στο «Φεγγάρι», στου «Γρηγόρη», στις «Αναμνήσεις», στον «Ζορμπά», στην «Ιφιγένεια», στο «Ρεγγίνα», στην «Αδυναμία», στο «Φαληρικό». Με τη Σωτηρία Μπέλλου, το Σπύρο Ζαγοραίο, τη Ρίτα Σακελλαρίου, τη Χαρούλα Λαμπράκη, τον Νίκο Ξανθόπουλο, την Πίτσα Παπαδοπούλου, τη Φωτεινή Μαυράκη. Μου είπε «αυτή θα είναι η τελευταία μου συνέντευξη, με πέτυχες σε καλή στιγμή, μετά δεν θα δώσω άλλη». Και το εννοούσε.
«Το “Γέλα Κυρία Μου” δεν το ήθελα, δεν μ’ άρεσε όταν το πρωτάκουσα. Είχε συμπεριληφθεί σ’ ένα σαραπεντάρι δισκάκι μαζί με το “Περίπτωση μου αμαρτωλή” και κυκλοφόρησε αρχές του ‘75. Το “Γέλα κυρία μου” το είπα για να πω το “Περίπτωσή μου”. Απ’ όσο μου ανέφερε μάλιστα ο Ψυχογιός το είχε δώσει πρώτα στον Νταλάρα για να το τραγουδήσει και μετά στον Κόκοτα. Και οι δύο το είχαν απορρίψει. Σ’ εμένα, λοιπόν, το “Γέλα κυρία μου” έφτασε από τρίτο χέρι. Η επιτυχία, όμως, δεν μετράει πότε θα σου ‘ρθει – έρχεται όταν αυτή θέλει. Όταν βγήκε, θυμάμαι, αυτό το τραγούδι έρχονταν άντρες στο μαγαζί, μ’ έπιαναν απ’ το μανίκι και μού ‘λεγαν: “Α, ρε Καφάση, τι μου ‘κανες!”. “Τι σας έκανα;”. “Που μ’ έπαιρνε η δικιά μου μες στη νύχτα και με ξύπναγε βάζοντας μου το “Γέλα μου κυρία μου” στη διαπασών!”. Γελούσαμε. «Καταλαβαίνεις; Άντρες, όχι γυναίκες».
Το Κουτσαρί Καρδίτσας τον γεννάει. Ο πατέρας του, όπως μου είχε αφηγηθεί, δεξιός ψάλτης στην εκκλησία με γνώσεις βυζαντινής μουσικής. Τα Καλοκαίρια περνάνε απ’ το χωριό μπουλούκια. Ο Κώστας τρελαίνεται. Εκεί πρωτοέρχεται σε επαφή με αυτό που λέγεται «θέατρο», από εκεί θέλει να γίνει στο μέλλον «κάποιος απ’ αυτούς». «Εγώ δεν έκανα πράγματα για το τραγούδι, δεν πήγα σε ωδείο, δεν έμαθα κάποιο μουσικό όργανο, ποτέ μου δεν έκανα ασκήσεις. Απλώς βρέθηκα να τραγουδάω απ’ τη μέρα που γεννήθηκα».
Δεκαετία του ‘60 φτάνει στην Αθήνα για να γίνει ηθοποιός. Σπουδάζει με υποτροφία στην ΑΣΚΘ, ακολουθούν οντισιόν, πρόβες ένα μήνα με τον Θεοδωράκη στην «Μικρή πόλη» και συμμετοχή στην «Οδό ονείρων» του Χατζιδάκι. Εμφανίζεται πλάι στη Ρένα Βλαχοπούλου, την Αλίκη Βουγιουκλάκη, τη Ζωή Λάσκαρη, το Γιώργο Πάντζα, τη Νίτσα Μαρούδα, τη Σπεράντζα Βρανά, τη Μπελίντα, τη Φλέρα Άλμα, το Σωτήρη Μουστάκα και δεκάδες ακόμα πρωταγωνιστές του θεάτρου. «Αυλή και πεζοδρόμιο», «Βρε που πάμε», «Σήκω χόρεψε συρτάκι», «Τον άρτον ημών τον επιούσιον», μερικοί τίτλοι απ’ τα έργα που συμμετέχει τότε. Στο τραγούδι μπαίνει στα 31 του για να ενισχύσει το μικρό μεροκάματο του θεάτρου.
«Ήταν αστείο το ποσό. 80 δραχμές μείον οι κρατήσεις, 65 καθαρά. Στο τραγούδι το νυχτοκάματο ήταν 100 δραχμές κι αυτό χωρίς κρατήσεις, γι’ αυτό και πήγα…». Ξεκινάει να τραγουδάει στην «Κατακόμβη» στην Πλάκα. Το Φεβρουάριο του ‘71 αρχίζουν τα «Παιχνιδίσματα», «Πυροτεχνήματα», «Η Γειτονιά μας» του Κώστα Πρετεντέρη. Ο Καφάσης απ’ τους πρωταγωνιστές. Γίνεται πανελλαδικά γνωστός μέσα σ’ ένα βράδυ. Το μαγαζί στο οποίο παράλληλα τραγουδάει, γεμίζει. Το πρώτο του δισκάκι το υπογράφει ο Ζαγοραίος. «Αλήτη σαν και μένανε δεν θα ξαναγαπήσεις» και «Εδώ παπάς εκεί παπάς». Λίγο μετά από αυτό το πρώτο σαρανταπεντάρι, έρχεται η αποθέωση.
Τη χρονιά του «Γέλα κυρία μου» -1975- ο Κώστας Καφάσης γίνεται «η μεγάλη φίρμα της εποχής». Ο δίσκος πουλάει 60 χιλιάδες σε λίγους μόνο μήνες· πωλήσεις που λίγοι δίσκοι κατάφερναν να κάνουν εκείνη την εποχή. Πανελλαδική υστερία στο πέρασμα του – μαζική αναγνωρισιμότητα. Του είχα ζητήσει να μου πει ένα περιστατικό. «Δεν έχω κρατήσει μέσα μου ακραία γεγονότα, γεγονότα τρέλας, γιατί δεν μ’ ενδιέφεραν εμένα αυτά τα πράγματα. Θυμάμαι, για παράδειγμα, Γενάρη του ’76, να με αφήνουν σχεδόν γυμνό σε συναυλία την ώρα που τραγουδούσα. Να ουρλιάζουν από κάτω οι μαθητές και να με φυγαδεύουν με αμάξι της αστυνομίας. Υστερίες».
Άλλο; «Απλά πράγματα. Δεν μπορούσα να πάω σε μια καφετέρια, σ’ ένα κινηματογράφο, κάπου για να καθίσω με τους φίλους μου». Και πως αντιδρούσες σ’ αυτό; «Αναγκαστικά κλεινόμουν στο σπίτι. Τη δεκαετία του ‘80 θα έλεγα ότι αυτοαποκλείστηκα για πάρα πολύ καιρό. Προτιμούσα εκείνα τα χρόνια να φεύγω στο εξωτερικό που δεν με γνώριζαν. Δεν μπορούσα να το αντέξω άλλο αυτό το πράγμα! Από ένα σημείο κι έπειτα δεν αντέχεται. Γιατί η καριέρα έχει να κάνει με το ποσοστό αντοχής επάνω σ’ αυτό που σου λέω τώρα: Όσο πιο πολύ αντέχεις τόσο πιο μεγάλη καριέρα κάνεις, όσο λιγότερο αντέχεις τόσο πιο εύκολα εξαφανίζεσαι!».
Φεύγοντας απ’ το διαμέρισμα του, τον είχα ρωτήσει και για τις στενοχώριες του, τις δύσκολές του στιγμές. Είχε βουρκώσει. «Μπορεί να υπήρξανε πολλά, αλλά η ζωή είναι νύχτα-μέρα. Δεν μπορώ να αρχίσω να διαμαρτύρομαι γιατί νύχτωσε ή γιατί ξημέρωσε. Έτσι είν’ η ζωή. Κι εγώ δεν έχω σκεφτεί τη ζωή μου αλλιώς».
Η συνέντευξη δημοσιεύτηκε τον Μάιο του 2006, στο περιοδικό «Down Town». Μέχρι το θάνατό του, στις 13 Οκτωβρίου του 2010, ο Κώστας Καφάσης είχε επιλέξει να μην δώσει άλλη συνέντευξη.
xatzigeorgiou@yahoo.com
Φιλελεύθερα, 10.10.2021.