Το Φεστιβάλ Ξαρκής στα Λύμπια και η επίγνωση του συνανήκειν

Η γεωγραφία και η πολιτική έφεραν έτσι τα πράγματα που η κοινότητα των Λυμπιών, παρότι δεσπόζει στην καρδιά του νησιού, χαρακτηρίζεται ακριτική. Η στρατηγικά φορτισμένη της θέση είναι τέτοια που το πρώτο πράγμα που βλέπω κάθε πρωί αν παραμερίσω λίγο την κουρτίνα, πριν καν σηκωθώ από το κρεβάτι, είναι το «αδιάκριτο» τουρκικό φυλάκιο στο πάλαι ποτέ εκκλησάκι του Τιμίου Σταυρού πάνω στην άγναντη κορυφή του ολοστρόγγυλου ασβεστολιθικού λόφου. Παράλληλα, το χωριό είναι τόσο προσβάσιμο που σ’ ένα λεπτό βρίσκεσαι από το κέντρο του στον αυτοκινητόδρομο κι από εκεί χρειάζεσαι 15 λεπτά για τη Λευκωσία, 12 για Λάρνακα, 35 για Λεμεσό κι άλλα τόσα για Παραλίμνι. Είναι και μια πληθυσμιακά μεγάλη κοινότητα, με σχεδόν 3000 κατοίκους.

Συνεπώς, το φετινό Φεστιβάλ Ξαρκής ήταν από πολλές απόψεις διαφορετικό από κάθε άλλη χρονιά, αλλά κυρίως η διοργάνωση δοκίμασε κάτι διαφορετικό από την ίδια της τη φιλοσοφία, που τα τελευταία οκτώ χρόνια την ταξίδεψε στο Άρσος, τη Λόφου, το Κοιλάνι, τον Πολύστυπο. Δηλαδή σε κοινότητες απομακρυσμένες, ορεινές και πληθυσμιακά ευάριθμες. Επίσης, πραγματοποιήθηκε για πρώτη φορά φθινόπωρο και δεν θα μπορούσε να γίνει αλλιώς αφού στα Λύμπια οι υψηλές θερμοκρασίες θα ήταν αποτρεπτικός παράγοντας για επισκέπτες και συμμετέχοντες. 

Όμως το φεστιβάλ αυτό είναι πειραματικό από τη φύση του και δεν φοβάται τις δοκιμές. Ξεκίνησε ως ένα «κοινωνικό πείραμα» αλλά κι ως πρακτικό μέρος μεταπτυχιακής εργασίας της ακάματης εμπνεύστριάς του, Χριστίνας Σκαρπάρη. Έφτασε να εξελιχθεί σε κάτι σαν κίνημα, σαν ετήσια ευρεία δημιουργική δράση που πεισματικά θέτει μικρά αλλά καίρια λιθαράκια προς τον δύσκολο αλλά βατό στόχο της αλλαγής. Μιας αλλαγής που, ναι, επιδιώκει να πυροδοτηθεί μέσα από το εναπομείναν απόθεμα κοινωνικής συνείδησης.  

Αντλώντας από την επίγνωση του συνανήκειν που μόνο σε μικρές κοινωνίες της υπαίθρου απαντάνται ακόμη σ’ αυτή την άδολη μορφή, οι συμμετέχοντες εμπνέονται από την εμπειρία της καθημερινής ζωής για ν’ ανταποδώσουν με προϋποθέσεις οικοδόμησης κοινοτικής ταυτότητας και συνοχής, αλλά και πολιτιστικής ανθεκτικότητας. Παράλληλα, ενισχύεται η σχέση με τον δημόσιο χώρο. Αν όλα αυτά συνδυαστούν με τη διασκέδαση, το κέφι, τη δημιουργία, τη ζεστή συναναστροφή, ε, ακόμη καλύτερα! 

Ήταν η πρώτη φορά- κυρίως λόγω εγγύτητας- που έζησα το Ξαρκής τόσο εκτεταμένα και στενά- άλλωστε ήμουν σε θέση να παρακολουθήσω κάποιες δράσεις ακόμη κι από τη βεράντα του σπιτιού. Το παράδοξο είναι ότι ενώ -με δική μου κυρίως ευθύνη- η σύνδεση με την τοπική κοινότητα δεν έχει επιτευχθεί σε ικανοποιητικό βαθμό μετά από 13 και πλέον χρόνια, μέσα σε τρεις μέρες είδα, άκουσα κι έκανα σχεδόν όσα δεν είχα κάνει όλα τα προηγούμενα χρόνια. Περπάτησα, συνομίλησα, παρατήρησα, άκουσα, ρώτησα, γνώρισα, έμαθα ιστορίες του χωριού από τα παλιά.  

Παρόλο που λόγω επαγγελματικής ιδιότητας φρόντισα να κρατήσω και κάποιες διακριτές αποστάσεις από εργαστήρια, δρώμενα και ανθρώπους, αυτές οι τρεις μέρες αποτέλεσαν σε προσωπικό επίπεδο και μια ανέγκαιρη τελετουργία εξοικείωσης με τον χώρο διαμονής μου. Μη φανταστείτε πάντως ότι λειτουργούσα ως «μύγα στον τοίχο». Μέχρι και σε αυτοσχεδιαστική χορευτική δράση έλαβα μέρος (!). Το ίδιο το φεστιβάλ, άλλωστε, είναι τέτοιο που σε ελκύει προς τον πυρήνα του. Είναι δύσκολο να μην «παρασυρθείς». 

Το ζητούμενο όμως δεν η δική μου αλληλεπίδραση μ’ ένα θεματικό δημόσιο γεγονός και φρονώ ότι δεν είναι ούτε η δημιουργική παραγωγή, ούτε ακόμη οι πολύτιμες εμπειρίες που αποκόμισαν διοργανωτές, εθελοντές, καλλιτέχνες, ντόπιοι και επισκέπτες. Το ζητούμενο είναι η «προίκα» και η δυναμική που αφήνει η διοργάνωση στην κοινότητα. Σε ποιο βαθμό οι τρεις μέρες του φεστιβάλ κι οι επιπλέον πέντε του προγράμματος πολλαπλής φιλοξενίας κληροδότησαν όσα ένα πρότυπο κοινοτικό φεστιβάλ υπαίθρου μπορεί να αφήσει. Αν ευνόησε τη φιλοτιμία, την ενίσχυση της γνώσης και κατανόησης των ιδιαιτεροτήτων του χωριού, την ενεργοποίηση δικτύων συνδεσιμότητας, την κουλτούρα φιλοξενίας, την επίγνωση και τον σεβασμό για τον πολιτισμό και την ταυτότητα της περιοχής. Σε μια κοινότητα που βέβαια υπάρχει η «μαγιά», με ενεργότατους πυρήνες πολιτιστικής και κοινωνικής δραστηριότητας και προσφοράς. 

Ο μπούσουλας της φετινής θεματικής «Επιστρέφοντας στις ρίζες: περιβάλλον και κοινωνία» ήταν μάλλον ενδεικτικός. Δεν ήταν αυτό που μπέρδεψε την κοινότητα και μεγάλο μέρος της εμφανίστηκε δύσπιστο ή και αδιάφορο, χωρίς αυτό να σημαίνει ότι δεν έριχνε κλεφτές ματιές στα δρώμενα. Έγινα άθελά μου μάρτυρας μιας συζήτησης ανάμεσα σε δύο γυναίκες που συναντήθηκαν στην πλατεία της Εκκλησίας του Αγίου Γεωργίου και η μία παραπονιόταν στην άλλη ότι αυτά που συμβαίνουν στο χωριό «εν πολλά complicated!» (sic).  

Ακόμη κι οι πιο δύσπιστοι ωστόσο δεν θα μπορούσαν να αγνοήσουν τους αξιοποιημένους χώρους στο κέντρο, τον υπό διαμόρφωση χώρο του μουσείου λιθογλυπτικής, το ΣΚΕ, την παλιά αγορά. Δεν μπορεί να μην πρόσεξαν τα εργαστήρια, τις ηχητικές και εικαστικές εγκαταστάσεις, τα διαδραστικά παιχνίδια, τις τοιχογραφίες, τα «έπιπλα» από επαναχρησιμοποιημένα υλικά και τόσα άλλα. 

Πώς μπορεί κανείς να αγνοήσει το μελίσσι από πρωτοετείς φοιτητές αρχιτεκτονικής του Πανεπιστημίου Λευκωσίας που έφτιαξαν τις πρώτες τους κατασκευές με βάση το πνεύμα της διοργάνωσης; Τις φυσικές σκηνές, τις αυτοσχεδιαστικές περφόρμανς στο γραφικό σοκάκι της οδού Αρχιμήδη; Τις συναυλίες με ξένους και Κύπριους μουσικούς στο θεατράκι του κοινοτικού πάρκου; Το μεγάλο αποχαιρετηστήριο φαγοπότι την Κυριακή μπροστά από την εκκλησία;  

Ήταν μια ένεση αναζωογόνησης για το χωριό όλα αυτά, μια κοινωνική «γυμναστική» αξιοποίησης ανθρώπινου κεφαλαίου και πολιτιστικών πόρων, μια δημιουργική συνεργασία και με γειτονικές κοινότητες. Καλώς εχόντων των πραγμάτων θ’ αφήσει πίσω της κάτι περισσότερο από τον απόηχο και μερικές καλές αναμνήσεις. 

 

  

  

  

 

 

  

 

 Φιλελεύθερα, 24.10.2021