Άντρη Επιφανίου  Η Ανάγκη να Μοιράζεσαι, (Εκδόσεις Επύλλιον, 2020)

 

Η ποίηση της Άντρης Επιφανίου δεν θηρεύει την επιτήδευση του εντυπωσιασμού και τη μίμηση της εξεζητημένης πρωτοτυπίας, παρά μόνο αποπνέει την αλήθεια του ευαίσθητου ψυχισμού της, που συνιστά την κατ’ εξοχήν ευρηματικότητα μιας αυθεντικής φωνής και την πηγαία έμπνευση της αβίαστης προσωπικής έκφρασης. Ιδίως στους άψυχους και απρόσωπους καιρούς μας που τις γόνιμες δημιουργικές επιδράσεις υποκαθιστούν αναφομοίωτοι ποιητισμοί κακοτεχνίας και βεβιασμένες στιχουργίες αντιποιητικού συνονθυλεύματος.

Από το φαίνεσθαι λοιπόν της όποιας στιλπνής ή ρηχής επιφάνειας και επιπολάζουσας υποκειμενικής έως ατομικιστικής πραγματικότητας, που υπαγορεύουν πρόσκαιρες συμβάσεις και παροδικές αναγκαιότητες της ανθρώπινης συνθήκης, εισδύει στο βάθος των ενδότερων αναζητήσεων, για να αναδυθεί στο ύψος όχι των λυρικών ή παραληρηματικών εξάρσεων αλλά των στοχαστικών ανατάσεων και των περίσκεπτων απολογισμών.  Έτσι, ο χαρισματικός ποιητικός της λόγος χωρίς ψευδεπίγραφες ωραιοποιήσεις και δίχως αυτοαναφορικές περιχαρακώσεις συναρθρώνεται σε διάλογο υπαρξιακής νομοτέλειας, αποτυπώνοντας την ανάγκη όχι μιας εικονικής επικοινωνίας αλλά της συνανθρώπινης ζωντανής παρουσίας και της μέθεξης σε ένα πανανθρώπινο σύμπαν.

Εξ ου και ενδεικτικός ο τίτλος στο ως άνω προϊδεαστικό περίγραμμα της πρώτης και ουδόλως πρωτόλειας συλλογής της ποιήτριας «Η ανάγκη να μοιράζεσαι». Σε υπαινικτική αντιδιαστολή η εύστοχη φιλοτέχνηση του εξωφύλλου, όπου στον πίνακα της Marica Fasoli ο κατ’ επίφασιν τραγικός εναγκαλισμός των ακέφαλων αδειανών πουκαμίσων εύγλωττα αποκωδικοποιείται στο ομώνυμο προανάκρουσμα του βιβλίου: «Φωτεινά,/ καλοσιδερωμένα πουκάμισα/ κυκλοφορούν στα σαλόνια/ και ευφραίνουν το βλέμμα./ Κινούνται σαν άνθρωποι,/ αγγίζονται σαν άνθρωποι/ μα χωρίς περιεχόμενο κανένα.// Αγκαλιά κενή./ Βλέμμα ανύπαρκτο./ Ουσία καμία.». Και σε προέκταση, αναλυτική ακόμη η επεξήγηση του τίτλου στο αντίστοιχο ποίημα των μεταφορικών παραλληλισμών: «Πώς ανοίγει η καρδιά/ όταν νιώσει ασφάλεια, αποδοχή…/ Αφήνει να χυθούν/ τα αληθινά, τα πηγαία, τα ωραία/ χωρίς να φροντίζει/ το σωστό, το πρέπον, το ανώδυνο.// Όταν τα δοχεία είναι συγκοινωνούντα,/ δεν ξεχωρίζεις το δικό σου./ Αρκεί ν’ ανοίξει η στρόφιγγα/ και ρέει η ουσία του εαυτού/ προς την αδελφή ψυχή/ να σμίξει μαζί της/ να γίνουν ένα.».

Και είναι αυτά τα αδιαπραγμάτευτα, τα απροσχημάτιστα και απροκάλυπτα «αληθινά, πηγαία και ωραία» που σαφώς συνοψίζονται στην έννοια της αγάπης, στην ανθρώπινή της υπόσταση, τη φυσιοκρατική της πρόσληψη και τη θεϊκή της παντοδυναμία, όπως εμφαίνει ένα επίσης από τα πρώτα ποιήματα της συλλογής. Επιγράφεται «Τι αγαπώ» και σε πρωτοπρόσωπους εξομολογητικούς τόνους συγκινησιακών στίχων στοιχειοθετεί με περιγραφική παραστατικότητα τη βιοθεωρία της ποιήτριας: «Αγαπώ τη ζωή που ζεις με όλα σου τα μέλη./ Αγαπώ την αγάπη που χαμογελά από τα μάτια./ Αγαπώ τα παιδιά που καθρεφτίζουν τον Θεό./ Αγαπώ τη γη που μας τρέφει, μας τέρπει,/ μας σκεπάζει./ Τη θάλασσα που μας οδηγεί πίσω στη μήτρα./ Αγαπώ τη Δύναμη που μας δίνει ζωή./ Που ξεπετάει το μπουμπούκι/ που γαληνεύει τη θάλασσα/ και την ψυχή./ Αγαπώ ν’ αγαπώ.».

Η Άντρη Επιφανίου είναι ερωτική προπάντων ποιήτρια μέσα από την πλειονότητα των ποιημάτων που συνέχουν τη συλλογή της, αναδεικνύοντας ωστόσο τον έρωτα όχι απλώς στη μονοδιάστατη γενετήσιά του φύση και στην αισθησιακή του μορφή, αλλά στην πεμπτουσία του προορισμού του ως ένωση ψυχών και σωμάτων, ως ψυχική πρωτίστως μετοχή και συναισθηματική αγαπητική ταύτιση. Σ’ αυτό τον ανώτερο έρωτα πιστεύει «των ρομαντικών συνευρέσεων», «του πόνου [που] ενώνει όταν μοιράζεται» και «των δυο ψυχών που άρρηκτα δένουν» ή όπως στο επίκαιρο ποίημά της «Σε καιρό πανδημίας» με έμφαση διαπιστώνει: «Τι κύμα σαρωτικό/ ανταλλάζεται σε τούτα τα σμιξίματα…/ Γι’ αυτό ακριβώς φτιάχτηκαν οι αγκαλιές.». Για τούτο και θλίβεται με την απουσία, τη στέρηση και την αποξένωση του χωρισμού, την αλλοτρίωση της προδοσίας και εν τέλει με την έλλειψη της πληρότητας μέσα από την «Αξόδευτη Αγάπη» του φερώνυμου ποιήματος. Όπως και ειρωνικά καγχάζει στο ποίημά της «Facebook» με τις ψευδαισθησιακές περιπλανήσεις της ηλεκτρονικής οθόνης «χωρίς να εγκαταλείψει τον καναπέ της», αντί των διά ζώσης εγκάρδιων συναντήσεων.

Ο άλλος όμως δυνατός έρωτας της ποιήτριας είναι η πατρίδα της και ειδικότερα η αγαπημένη γενέθλια πόλη της Αμμόχωστος. Εκεί που οι μνήμες πονούν όπου και να τις αγγίξει η νοσταλγία της θύμησης και ο πόθος του νόστου, ιδιαίτερα τούτες τις πλησίστιες ώρες της αποφράδας Αυγουστιάτικης επετείου, υπό το κράτος μάλιστα των πρόσφατων προθέσεων του κατακτητή για εκτουρκισμό της. Άνευ λοιπόν ετέρων σχολίων και επισημάνσεων, μέρες που είναι ας αφήσουμε την ίδια την ποιήτρια να μας μιλήσει, έστω αποσπασματικά, μέσα από τα ποιήματά της για την Αμμόχωστο. Τη δική της πόλη των αλλοτινών νεανικών ονείρων, των σημερινών επώδυνων σκέψεων και των τωρινών εναγώνιων προβληματισμών:

«Ήταν όλοι εκεί./ Όσοι γεννήθηκαν στην αύρα της θάλασσας/ όσοι τράφηκαν στην αλμύρα της/ μα στάλθηκαν να γεράσουν αλλού/ ζώντας λειψές ζωές μακριά της.» («Μισή ζωή»). «Ομορφιές ο κόσμος γεμάτος/ αλλά δεν θά ’ναι ποτέ άλλη/ η Πόλη μου, Αμμόχωστος.» («Δεν θά ’ναι άλλη»). «Εισπνέω αχόρταγα/ στον μακρύ διάδρομο του περβολιού,/ μέχρι το τέρμα με τις καλαμιές/ και πέρα απ’ αυτές,/ στην πόλη που μοσχομύριζε/ απ’ άκρη σ’ άκρη/ τις καρδιές των δικών της» («Λεμονανθοί»). «Μπήκα και χαιρέτησα πέτρες, πεζούλια, δέντρα,/ σα νά ’ταν φίλοι./ Γεύτηκα την πόλη που μου έλειψε/ σαν παλιά αγαπημένη» («Στην πόλη-φάντασμα»). «Μόνη η πόλη, χωρίς εμάς/ που είμαστε κομμάτι δικό της./ Κι εγώ κενή απ’ το δικό της κομμάτι/ που μου λείπει αφόρητα» («Επιστροφή»).