Αρκετοί υποδέχονται τους «πύργους» στη Λεμεσό ως απόδειξη ότι η πόλη «φτάνει» σε ανάστημα, σε επίπεδα ευμάρειας, προόδου, εξέλιξης και πλούτου, άλλες χώρες με παρόμοια ανάπτυξη. Η Λεμεσός έχει αρχίσει να μοιάζει με τις εικόνες απ’ αυτούς τους «άλλους τόπους» που διαχέονται παντού στο διαδίκτυο. Όμως κάποιες άλλες επίκαιρες δημοσιεύσεις για τις συνθήκες ζωής στις ίδιες χώρες αυτές, δεν εντάσσονται σ’ αυτή την οπτασία.
Η Λεμεσός, μέσω του επενδυμένου κεφαλαίου, μετατρέπεται σε ένα τέτοιο «άλλο τόπο», ο οποίος «γράφει» εντυπωσιακά και με στοχευμένο τρόπο στις διαφημίσεις μέσα από φωτογραφίες των οποίων η λήψη είναι πάντα μόνο από ψηλά.
Όπως κάποτε γινόταν στους αποικιοκρατικούς χάρτες. Κατέγραφαν τις κατακτήσεις τους ατενίζοντας τις εκτάσεις πάντα από ψηλά και περικλείοντας τις μέσα σε ένα σχηματικό περίγραμμα που συχνά αυτό το ίδιο γινόταν εικόνα-σύμβολο. Κάτι που ο κάθε «πύργος» προσπαθεί τώρα να σκιαγραφήσει πάνω στον ουρανό, ανταγωνιζόμενοι ο ένας τον άλλο, ο κάθε ένας με την ευανάγνωστη γεωμετρία του εκτοπίσματος του. Όπως και στους χάρτες όμως, το ανάγλυφο της πραγματικότητας επί του εδάφους εσκεμμένα, αδιάφορα, απουσιάζει.
Για αρκετούς, αυτή η «άλλη» Λεμεσός που αναπτύσσεται ραγδαία πάνω στην προ-υπάρχουσα πόλη, ταυτίζεται με την πρόοδο, αφού πρόκειται για τεχνολογικό επίτευγμα. Στην πραγματικότητα όμως αυτό γίνεται χωρίς κάποιο κοινωνικό αντίκρισμα. Είναι ένα εγχείρημα το οποίο βασίζεται σε εντατική εκμετάλλευση πόρων και στηρίζεται σε ένα πολύπλοκο, δαπανηρό, δύσκολα συντηρούμενο δίκτυο υπηρεσιών.
Περπατώ από κάτω, στη βάση των «πύργων», κατά μήκος της στενής λωρίδας που ονομάζουμε «παραλιακό πεζόδρομο», σχεδόν πέντε χιλιόμετρα όλο κι όλο. Πάει καιρός που φτιάχτηκε και οι φθορές αρχίσαν να επιμένουν. Χάνω το μέτρο των σκληρών παράλληλων χαράξεων που επιβάλλουν μια αποκλειστική κατεύθυνση κίνησης στο δημόσιο αυτό χώρο «αναψυχής και συναναστροφής» ο οποίος αναγκαστικά έχει βαφτιστεί «γραμμικός» – ορολογίες στην οποία αρέσκονται οι πολεοδομικές περιγραφές. Το ένα και μοναδικό ρευστό όριο, αυτό της ακτογραμμής κάπου από πίσω. Απαριθμώ: το αδιαπέραστο τείχος της κτιριακής ανάπτυξης που ορθώνεται με εσωστρέφεια προς τα πάνω και σαγηνεύει με την απόλυτη μνημειακή ρυθμικότητα των ανοιγμάτων και αρχιτεκτονικών λεπτομερειών, που σε υποτάσσει με την «ντιζάιν» οργάνωση της. Μπροστά τους, οι λωρίδες κυκλοφορίας, η νησίδα που τις χωρίζει σε πήγαινε και έλα και αποτρέπει την άτακτη διασταύρωση, άλλοι παράλληλοι γραμμικοί διαχωρισμοί: το ξεθωριασμένο πράσινο πλάι σε ανώμαλα πεζοδρόμια με λογής – λογής εμπόδια και αστικό εξοπλισμό, των οποίων οι θέσεις προκύπτουν τυχαία (ταμπέλες, σήματα τροχαίας, κουτιά ηλεκτροδότησης, σταθμευμένες μοτοσυκλέτες κοκ). Αυτές τις παράλληλες ακολουθεί η χάραξη του στενού ποδηλατοδρόμου, 4 χμ, ο οποίος αδιαφορεί στο πως και από που μπορεί να εισέρθει σ’ αυτόν κανείς από το πλάι, κάτι που καθιστά την χρήση του μαρτυρική. Ακολουθούν άλλες παράλληλες σειρές «υπηρεσιών»: κρεβατάκια, ομπρέλες, παρκαρισμένα αυτοκίνητα, περιφραγμένοι χώροι σκουπιδιών, αυτοκινητάκια του Δήμου πάνω στον ποδηλατοδρόμο. Μοναδική φυγή το μαλακό όριο της ακτογραμμής, η οποία όμως επίσης εγκλωβίζεται με πρόσθετες ευθείες: βράχο-ενισχύσεις κατά μήκος του πεζόδρομου, λιμενοβραχίονες κατά της διάβρωσης, γραμμές από φορτηγά πλοία στον ορίζοντα.
Πάνω σε αυτά τα σκληρά αδιάλλακτα παράλληλα οι χρήστες του χώρου διαχωρίζονται σε ταξικές νησίδες που σπάνια σμίγουν ή ακουμπούν. Δεν έχει ποτέ μελετηθεί τι προκαλείται στην ψυχή που ψάχνει αναψυχή μέσα στις επιβαλλόμενες περιορισμένες κινήσεις πέρα δώθε, από και μέχρι το αυτοκίνητο, αφού δεν έχει άλλο τόπο αναψυχής για τις μεσόγειες γειτονιές αλλά και ούτε άλλο ήπιο τρόπο να κατέβουν. Ο κόσμος προσμένει στην αναδιοργάνωση του δημόσιου χώρου, όμως αυτό είναι μια δαπανηρή και προπάντων μακρόχρονη διαδικασία αφού απαιτεί ειδικές μελέτες από συνεργαζόμενους φορείς και επαγγελματίες ειδικούς. Απαιτεί προπάντων αναδιοργάνωση τόσο της πόλης όπως έχει γίνει, όσο και των δομών διαχείρισης και εξουσίας αλλά και την αλλαγή κατεύθυνσης της διοχέτευσης κρατικών και ιδιωτικών κεφαλαίων. Μόνο τότε θα μπορούσε έστω να ακουμπήσει το όραμα των «από κάτω» πολιτών, για μια σύγχρονη πόλη με ποιοτική ανάπτυξη.
*Αρχιτέκτονας, με ειδικότητα στην πολιτιστική κληρονομιά.
Φιλελεύθερα, 29.8.2021.