Έπεφτε το σούρουπο. Καθόμασταν και οι τρεις μέσα στο φυλάκιο, εγώ στη σκοπιά, ο Γιάννης και ο Γιώτης πάνω σε σάκους γεμάτους με άμμο. Ο δρόμος μπροστά ήταν σκοτεινός και χωρίς κανένα ίχνος κίνησης. Ακόμη και οι γάτες της περιοχής είχαν εξαφανιστεί. Η παγερή αυτή κατάσταση αναμονής διακόπηκε ξαφνικά από τις φωνές μιας γυναίκας που ερχόταν προς το φυλάκιο από τον δρόμο πίσω μας. Όσο πλησίαζε οι φωνές της γίνονταν όλο και πιο καθαρές και η γλώσσα που χρησιμοποιούσε θύμιζε λούμπεν της περιοχής, με λέξεις που ακούγονται, συνήθως, σε καυγάδες, όταν οι αντίδικοι βρίζουν ο ένας του άλλο. Εκφωνούνταν ωστόσο, μ’ έναν τόνο συμπάθειας, ακούγονταν δηλαδή σαν φιλοφρονητικές εκφράσεις, παρά το γεγονός ότι το γλωσσικό τους περιεχόμενο ήταν διαφορετικό. 

     «Πού είσαστιν ρε ππούστηες, ρε πεζεβέγκηες! Ακούετέ με; Μεν μου σύρετε ρε καμιάν σφαίραν,  φέρνω σας φαΐν!…»      

     Γυρίσαμε προς το μέρος της. Μέσα στο μισοσκόταδο διαγραφόταν η φιγούρα μιας κάπως χοντρής γυναίκας, που κρατούσε δύο τσάντες στα δύο της χέρια και κατευθυνόταν προς το φυλάκιο.

     «Τούτη πρέπει να ’ναι η Ελευθερία η πουτάνα» είπε ο Γιάννης, «το σπίτι της εν δαμέ κοντά».

     «Πρόσεχε μεν φας καμιάν αδέσποτη, παρπάτα κοντά στον τοίχο τζιαι μεν φωνάζεις, γαμώ τη ράτσα σου» της φώναξε.

     Πλησίασε. Την κοιτάζαμε παραξενεμένοι. Τι γύρευε στη Λευκωσία και γιατί ερχόταν τέτοια ώρα στο φυλάκιο. Βλέποντάς την από κοντά παρατήρησα πως ήταν μάλλον κοντή και αρκετά γεμάτη, άβαφτη, πράγμα που έκανε το πρόσωπό της να φαίνεται γερασμένο, ντυμένη πολύ πρόχειρα, ενώ στην όλη εμφάνιση και τη συμπεριφορά της υπήρχε μια παράξενη ηρεμία, κάπως αταίριαστη στην κατάσταση που επικρατούσε. Τοποθέτησε τις τσάντες πάνω στο βαρέλι, στάθηκε μπροστά μας και κοίταζε τον Γιάννη. Την κοίταζε κι εκείνος.

     «Καλά το κατάλαβα πως είσαι εσού» της είπε και συνέχισε  «τι δκιάολον κάμνεις στη Λευκωσίαν έτσι μέρες;».

     «Εσού είσαι ρε Γιάννη, ρε ππούσστη, ρε κκεραττά, πού εχάθηκες ρε τόσον τζιαιρόν τζιαι μου παρουσιάζεσαι τωρά δαμαί με τα στρατιωτικά; Κοίτα χάλια ο Γιάννης!…».

     «Στάθου κοντά στον τοίχο τζιαι σταμάτα να φωνάζεις γαμώ το τζιέρατόν σου».  

     Η Ελευθερία μας κοίταξε όλους έναν ένα.

     «Εσάς εν σας ξέρω», είπε, δείχνοντας εμένα και τον Γιώτη, «αλλά τούτον, σαν τον ππαράν τον κάλπικον» πρόσθεσε δείχνοντας τον Γιάννη.

      Κοίταξε τα απομεινάρια του μεσημεριανού μας φαγητού που βρίσκονταν πάνω στο βαρέλι, δίχως τους σφήκες και τις μύγες, που είχαν αποσυρθεί για ύπνο, και είπε:

     «Τι είναι τούτα τα σκατά που σας έφεραν να φάτε;» 

      Τα μάζεψε και τα έβαλε κάτω στο χώμα. Ύστερα έβγαλε από μια τσάντα μια μεγάλη καθαρή πετσέτα, την άπλωσε πάνω στο βαρέλι κι  άρχισε να βγάζει από τις τσάντες της διάφορα πράγματα και να τα τοποθετεί επάνω της. Έβγαλε αυγά βραστά, τυρί, ψωμί, ντομάτες και αγγουράκια κι ένα μεγάλο ψητό κοτόπουλο. Τέλος, έβγαλε και μια μεγάλη μπουκάλα κονιάκ «Αγγλίας» και τρία ποτήρια. Όλα φαινόντουσαν νόστιμα και μύριζαν ωραία. Κι εκείνη η μπουκάλα με το κονιάκ έδινε στο στρωμένο  βαρέλι μια όψη γιορτινού τραπεζιού.  Ήταν σαν μια όαση μέσα στην έρημο, σα μια φωτεινή στιγμή μέσα σ’ ένα παρατεταμένο εφιαλτικό όνειρο. 

     «Ελάτε ρε να φάτε, να πιείτε τζιαι κανένα κονιάκι. Τι κακό ήτουν τούτον ούλη μέρα. Εσείς καλά την εγλυτώσετε, χωρίς θύματα.  Οι άλλοι δαμαί δίπλα σας εν την εγλύτωσαν… Αλλά έννεν πράματα να τα ακούετε τώρα. Να γλέπεστε. Μόνο να γλέπεστε. Έννεν αρκιμός να γινεί το κακόν. ..».

     Ριχτήκαμε και οι τρεις με τα μούτρα στο φαγητό, Δεν ήταν μόνο ότι πεινούσαμε, ήταν και κάτι άλλο, μια πράξη κατάφασης της ζωής. Το νόστιμο ζεστό φαγητό, σερβιρισμένο από μια γυναίκα, έπαιρνε εκείνη την ώρα ένα άλλο νόημα. Η Ελευθερία άνοιξε τη μπουκάλα με το κονιάκ και γέμισε τα  ποτήρια ως τη μέση. 

     «Πιείτε τζαι κανέναν κονιάκι να πάν κάτω τα βάσανα» είπε.

     Πρώτος πήρα ένα ποτήρι εγώ και με μια απότομη κίνηση το κατέβασα όλο μονομιάς, έτσι όπως κάναμε με τη βότκα ή το αυτοσχέδιο, σπιτίσιο σαμαγκόν στο Κίεβο.  

     «Στην υγειά σου τζιαι ευχαριστούμεν» είπα.

     Ύστερα έκανε το ίδιο και ο Γιάννης, ενώ ο Γιώτης ήπιε το μισό.

      Η Ελευθερία ξαναγέμισε τα ποτήρια. Εγώ με τον Γιάννη τα αδειάσαμε ξανά, ενώ ο Γιώτης ήπιε και πάλι το μισό.

     Αυτό άλλαξε και τη διάθεσή μας φέρνοντάς μας μια παράξενη ευθυμία, μια νάρκωση, που κάνει όλα τα πράγματα να φαίνονται διαφορετικά και χωρίς ουσιαστική σημασία, ακόμη και την ίδια τη ζωή.       

     «Ούλος ο κόσμος έφυεν που τη Λευκωσία, εσού τι έμεινες να κάμεις τζι εν έφυες με τους άλλους» είπε ο Γιάννης απευθυνόμενος στην Ελευθερία, «οξά επεθύμησες να φάεις κανέναν τούρτζικο τζιαι καρτεράς να έρτουν ποδά». 

     «Τούρτζικο να φας εσού, ρε πεζεβέγκη. Εγιώ άμα θέλω βρίσκω τζιαι γρισκιανικούς. Εφύαν οι καθαρές γεναίτζιες, εγιώ γιατί να φύω;  Για να σώσω το βρωμισμένο μου τομάρι;  Δαμαί θα μείνω.  Ό, τι πάθετε εσείς θα πάθω τζι εγιώ».

     Η Ελευθερία η χοντρή, με αυτό το όνομα ήταν γνωστή σε όλους τους μεσήλικες και τους νέους της Λευκωσίας, μας έδινε, χωρίς να το επιδιώκει, αυτό που χρειαζόμασταν εκείνες τις ώρες για να κρατιόμαστε στο φυλάκιο.

Κάθε Ιούλιο επιστρέφω, σελ 131-134

Φιλελεύθερα, 29.8.2021.