Με αισθήματα συγκίνησης και με πηγαία την έκφραση επαινετικής αποτίμησης καλωσορίζουμε το νέο βιβλίο της πολυγραφότατης και ακάματης προέδρου του Συνδέσμου Μικρασιατών Κύπρου Μόνας Σαββίδου Θεοδούλου. Μια γοητευτική μυθιστορηματική γραφή, καθώς η υποβλητική αφήγηση της χαρισματικής ποιητικής της γραφίδας καταθέτει τις νοσταλγικές αναμνήσεις των προηγούμενων προσφυγικών γενεών για τη γενέθλια γη, αποτυπώνοντας συνάμα τις βιωματικές μαρτυρίες του ανεπούλωτου τραύματος και αναβιώνοντας τις συλλογικές μνήμες της πολύπαθης πορείας του Μικρασιατικού Ελληνισμού από τις πανάρχαιες αγαπημένες πατρίδες στον δεύτερο φιλόξενό τους τόπο. Την Κύπρο, που έμελλε να υποστεί τα παρόμοια δεινά της εισβολής και της κατοχής, όπως και τις ομοιοπαθείς δοκιμασίες του ξεριζωμού και της προσφυγιάς από τον ίδιο βάρβαρο κατακτητή. 

Εξ ου και ο τίτλος «Όρκος σιωπής» απηχεί στην αλληγορική πρόσληψη και τις συμβολικές του προεκτάσεις την ενσυναίσθηση της πολύχρονης σιωπηλής οδύνης, που μετρά έναν επί θύραις αιώνα Μικρασιατικής τραγωδίας και μισό σχεδόν αιώνα Κυπριακού δράματος. Η ζωντανή τραγωδία του βίαιου εκπατρισμού από τις κεμαλικές ορδές και το συνεχιζόμενο δράμα του εκτουρκισμού των εδαφών μας από τον Αττίλα, που επιβάλλουν τον όρκο πίστης για την αφύπνιση της μνήμης εναντίον της λήθης και υπέρ των ηρωομαρτύρων μας, των ιερών παρακαταθηκών και των αδικαίωτων δικαίων στη συμπόρευση της κοινής μας μοίρας. Παρεμφερής η διατύπωση στον επίλογο του ποιητικού μυθιστορήματος ή του μυθιστορηματικού αυτού επικολυρικού ποιήματος: «Διαβεβαιώνουμε τη συνείδησή μας ότι δεν παραβιάσαμε ασεβώς τον όρκο σιωπής των ηρώων μας. Πώς αλλιώς θ’ ανατραπεί η θλίψη και θα παραχωρήσει τη θέση της στη θαρραλέα και γενναιόδωρη ψυχή τους; Πώς να κρατηθούν εκεί κι εμείς εδώ χωρίς την αύρα της μνήμης τους; Και μάλιστα σε μία επιτάχυνση του χρόνου;».

Και επιδέξια το κατορθώνει η συγγραφέας να επιταχύνει τη χρονική τροχιά σε ευσύνοπτους επάλληλους κύκλους, αναπλάθοντας εκ διαδοχής τις περιπέτειες του βίου τριών γυναικών, της γιαγιάς, της κόρης και της εγγονής, από την Αλλάγια της Μικράς Ασίας στη Λεμεσό της Κύπρου, όπως μεταξύ άλλων εξαγγέλλεται στο οπισθόφυλλο. Ανάμεσα στις ομοούσιες αυτές τριαδικές μορφές τα άλλα πρόσωπα του οικογενειακού ή φιλικού περίγυρου να συνυφαίνουν με τις δικές τους ενδιαφέρουσες ιστορίες καθημερινά γεγονότα, απρόβλεπτα επεισοδιακά δρώμενα και ιστορικά συμβάντα, συνειρμικές αναδρομές, ηθελημένες ή αθέλητες σιωπές και αναστοχασμούς μεταγενέστερων απολογισμών σε μια συνεκτική πλοκή ενιαίας είτε αυτοτελούς αναδιήγησης. Σαν μια μαυρόασπρη ταινία που οι συγκλονιστικές σκηνές και τα συνταρακτικά της στιγμιότυπα μαζί με παρενθέσεις χαράς και θλιβερές παρεκβάσεις λύπης ενσαρκώνουν σε περιεκτική μικρογραφία τη ζωή των πρώτων Μικρασιατών προσφύγων στην Κύπρο της Αγγλοκρατίας, απεικονίζοντας συγχρόνως τους εναγώνιους αγώνες της επιβίωσης τους δύσκολους εκείνους καιρούς, μα και της προκοπής τους σε κερδοφόρες επιχειρηματικές δραστηριότητες τα μετέπειτα χρόνια της Ανεξαρτησίας. Προσφυές το παράδειγμα στο μυθιστόρημα της αγοράς συνεταιρικού φούρνου από δύο αδελφούς Μικρασιάτες.      

Κατ’ αρχήν, σε συνεχή ενδιάθετο μονόλογο η «Μελιτινή» του πρώτου μέρους διεκτραγωδεί τη δυστυχία της τυραγνισμένης της μάνας Φωτεινής, που χάνοντας πολύ νέα τον άντρα της στα Εργατικά Τάγματα δεν αγγαρεύει μόνο τη μικρή της κόρη να πουλά πετρόλαδο, ενώ η ίδια τρέχει με τον τετράχρονο γιο της να μαζέψει τα βερεσέδια, αλλά και από την απελπισία της ανέχειάς της την απειλεί ότι θα την πουλήσει, θα τη δώσει… Γι’ αυτό και την κακίζει μέσα στο παιδικό της μυαλό, όταν μάλιστα μετά την Καταστροφή φτάνοντας κατατρεγμένοι με κάποια πολύτιμα υπάρχοντά τους στη Λεμεσό θα υλοποιήσει την τότε απειλή της για λόγους επιβίωσης. Ανακαλείται εδώ μια από τις τραγικότερες πτυχές των προσφύγων, που αναγκάζονταν να δίνουν τα παιδιά τους προς υιοθεσία. «Ακόμα ένα τραύμα» της Μελιτινής, σύμφωνα με το ομώνυμο κεφάλαιο, είναι ότι δεν έμεινε στο σχολείο, γιατί ήταν «προσφυγούλα ή τουρκομερίτισσα», αν και ήξερε να διαβάζει και να γράφει έχοντας στην Αλλάγια απαιτητικό και πολύγλωσσο δάσκαλο πριν απαγορεύσουν τα ελληνικά σχολεία το 1920. Μήτε λοιπόν αποσιωπάται η ρατσιστική συμπεριφορά, που διακατείχε μερίδα του κυπριακού και ελλαδικού κόσμου απέναντι στους εμπερίστατους πρόσφυγες.   

Εντούτοις, η «προσφυγούλα» έμαθε και γνώρισε πολλά στο σπίτι του Δημάρχου θετού της πατέρα, στα ταξίδια με τη δεύτερη της μητέρα στην Αθήνα, τη συναναστροφή της με τη μαγείραινα Πανδώρα, μέσα από το διάβασμα και την αποδελτίωση των σατιρικών και των άλλων εφημερίδων της εποχής.  Είχε αποκτήσει επίσης αστυνομικό δαιμόνιο διαβάζοντας σε αθηναϊκό περιοδικό τις περιπέτειες του Ντετέκτιβ Πίγκερτον, αναγνωστική εμπειρία που την οδήγησε στην ανακάλυψη του κλέφτη βαφτισιμιού. 

Οι σελίδες της πρωτοπρόσωπης αφήγησης διανθίζονται με τη ζέουσα πολιτικοκοινωνική επικαιρότητα των δεκαετιών ιδίως του 1930 και 1940 του περασμένου αιώνα, όπως η επαναστατική προκήρυξη του Νικόδημου Μυλωνά κατά της φορολογικής καταπίεσης των Άγγλων, το κατέβασμα των αγγλικών σημαιών στα Οκτωβριανά του 1931, η ενίσχυση του εθνικού φρονήματος με τη νίκη του Έλληνα πρωταθλητή της πάλης Τζιμ Λόντου, χωρίς να παραλείπεται η αναφορά στις αδελφικές σχέσεις Ελληνοκυπρίων και Τουρκοκυπρίων.

Η μνήμη ένα απέραντο ταξίδι, όπως εκείνο του μέλιτος της Μελιτινής και του Αλέξαντρου στην Αμμόχωστο, που πληγώνει αντί να γλυκαίνει τους Μικρασιάτες, όταν θυμούνται τα τείχη της Αλλάγιας περπατώντας μέσα στα ενετικά τείχη της παλιάς πόλης. Είναι όμως και το ταξίδι της αείζωης μνήμης, όπως με βαθιά συγκίνηση η «Αλκυόνη» του δευτέρου μέρους το διαιωνίζει στα παιδιά της. Σημαντικότερο, ωστόσο, κληροδότημα το Μουσείο Μικρασιατικών Κειμηλίων στις τωρινές και τις επερχόμενες γενιές Μικρασιατών.