Αποσπάσματα από την μεγάλη συνέντευξη που είχε δώσει η κόρη του Μίκη Θεοδωράκη, Μαργαρίτα, για τα «Φιλελεύθερα», τον περασμένο Ιανουάριο, για τον δικό της «μύθο».

Φωτογραφίες: Προσωπικό αρχείο Μαργαρίτας Θεοδωράκη.

 

«Μεγάλωσα με έναν άνθρωπο που έγραφε τραγούδια, που μετά πήγαινε στις διαδηλώσεις, που τον έδερναν, που γυρνούσε στο σπίτι χτυπημένος και ξυπνούσε το επόμενο πρωί για να ξαναγράψει τραγούδια· ζούσα με έναν δημιουργό, με έναν μοναδικό -όπως τον είχα εγώ στο μυαλό μου- άνθρωπο που τον ήξερε όλος ο κόσμος και που δεν ήταν σαν τον μπαμπά της φίλης μου που ήταν ασφαλιστής. Ως εκεί, όμως. Μεγάλωσα με το να θεωρείτο “φυσιολογικό” στην οικογένεια το να σου μιλάει ο κόσμος στο δρόμο, να σε φωνάζει με το μικρό σου όνομα, να συνδιαλέγεται ο μπαμπάς με μεγάλες προσωπικότητες όπως -αυθόρμητα θυμάμαι τώρα- τον Πάμπλο Νερούδα, προκειμένου να διαλέξουν μαζί τα ποιήματά του που θα μελοποιούσε· δεν με παραξένευε τίποτα, γιατί μέσα σε αυτή τη συνθήκη μεγάλωσα. Το ότι είναι τρανός, κορυφαίος και με τεράστιο έργο το κατάλαβα μεγαλώνοντας, μετά την εφηβεία μου· διαβάζοντας γι’ αυτόν και ακούγοντας τι έλεγαν κι οι άλλοι».

​«Μέχρι το 1967 η παιδική μου ηλικία ήταν πολύ ομαλή, πολύ ήσυχη, πολύ ρουτινιάρικη, πολύ αγαπησιάρικη. Από το 1967 κι έπειτα, τα γεγονότα ανέτρεψαν αυτή την “κανονικότητα”: Μπήκε ο μπαμπάς στην παρανομία, χάθηκε για ένα διάστημα, στην αρχή μας έλεγαν πως τον πήγαν στο Λονδίνο, στις 21 Αυγούστου του 1967 τον έπιασαν και τον έβαλαν στην Ασφάλεια, στις φυλακές Αβέρωφ, σε απομόνωση, οπότε μάθαμε -δεν θυμάμαι πώς- πως ο μπαμπάς είναι στη φυλακή, και ενώ το Δεκέμβριο του ’67 ο Παπαδόπουλος αμνήστευσε πολλούς πολιτικούς κρατουμένους και περιμέναμε κι εμείς τον μπαμπά, με το γιορτινό τραπέζι στρωμένο με όλα τα καλά, τελικά μας ειδοποίησαν πως δεν τον απελευθέρωσαν, κάτι που τελικά συνέβη στα τέλη Γενάρη. Αλλά, κι όταν πια ήρθε, τον έβαλαν σε κατ’ οίκον περιορισμό στο Βραχάτι, για τρεις μήνες. Ύστερα τον άρπαξαν και τον πήγαν στη Ζάτουνα· τον ακολουθήσαμε -πήγα και για ένα χρόνο σχολείο εκεί, στο μονοθέσιο-, μετά γυρίσαμε στην Αθήνα, ο μπαμπάς στον Ωρωπό, κι ύστερα από έξι μήνες πήγαμε στο Παρίσι – στα αναφέρω όλα αυτά επιγραμματικά, για να καταλάβεις πως η ζωή μας τότε ήταν ένα συνεχές πήγαινέλα αφότου ο μπαμπάς ξεκίνησε τον αντιδιδακτορικό αγώνα. Κι αυτά, ξέρεις, είναι γεγονότα που, παρόλο που ήμουνα πολύ μικρή τότε, τα έχω πολύ έντονα στη μνήμη μου, χαράχτηκαν μέσα μου· έμαθα να ζω μέσα σε αγώνες και αλλάζοντας συνέχεια τόπους, ταξιδεύοντας».

​«Η ζωή μας ήταν “κανονική”. Ο μπαμπάς μου ήταν συνέχεια μαζί μας· ήμασταν μια παραδοσιακή οικογένεια κι ο μπαμπάς ήταν ίσως και παραπάνω παρών στη ζωή μου από όσο άλλοι μπαμπάδες: Ήμασταν μαζί σε όλες τις Πρωτοχρονιές, σε όλες τις γιορτές, στις οικογενειακές επετείους, πάντα, πάντα. Απλώς, υπήρχε αυτή η περιπλάνηση. Ο μπαμπάς ήταν πάντοτε ο προστάτης μας, κι ήμασταν πάντοτε μαζί, ακόμη και στην εξορία· η διαφορά ήταν πως καθόταν σε ένα γραφείο και αντί να παρακολουθεί τηλεόραση π.χ όπως άλλοι μπαμπάδες, εκείνος έγραφε μουσική ή πολιτικούς λόγους ή πήγαινε στα γραφεία του κόμματος αντί σε ένα καφενείο. Ό,τι κι αν γινόταν πάντως, εκτός αν έλειπε σε τουρνέ στο εξωτερικό, κάθε σαββατοκύριακο ήμασταν στο Βραχάτι, εδώ που ζω πια, και την Κυριακή πάντοτε έπαιρνε το αυτοκίνητο και μας πήγαινε εκδρομή στα βουνά της Κορινθίας, στα Τρίκαλα, στην Καστανιά, στο Λουτράκι κ.λπ. Σε όλα ήμασταν μαζί· με συζήτηση, με καβγάδες, με αγάπες – όπως μια κανονική οικογένεια».

«Μέσα στο αυτοκίνητο, θυμάμαι, δεν ακούγαμε μουσική, αλλά τραγουδάγαμε. Αυτό το έχω ζήσει πολύ! Απ’ την άλλη, μέσα στο σπίτι, έβαζε τα μεγάφωνα τέρμα και ακούγαμε κλασσική μουσική· Βάγκνερ, Μπετόβεν, όπερες, μεγάλες ορχήστρες και βέβαια τη μουσική του στην οποία έκανε διορθώσεις. Ωστόσο, τον θυμάμαι πάντα, όταν δούλευε, να είναι τελειομανής· δεν ήταν απλό να φτιάξεις μια παρτιτούρα με εκατό όργανα, θέλει πολλή δουλειά και πολλή συγκέντρωση. Αλλά έγραφε συνεχώς. Του φέρνουν μέχρι σήμερα κάποια έργα του που βρίσκουν από το ίδρυμα Λίλιαν Βουδούρη όπου έχει συγκεντρωθεί όλο του το έργο και πολλά από αυτά δεν τα θυμάται καθόλου· κι είναι αριστουργήματα! Βλέπει τις νότες σήμερα, στα 96 του, και τα τραγουδάει…».

«Ήθελε ησυχία όταν έγραφε. Χρειαζόταν ένα πιάνο, ένα τραπέζι, τις παρτιτούρες του, πολλά μολύβια, γόμα και ξύστρες· από εκείνες τις μεγάλες ξύστρες. Πολλά, βέβαια, τραγούδια του θυμάμαι πως τα έγραφε στο δρόμο· επάνω στο πακέτο απ’ τα Assos που είχε, σχημάτιζε ένα πεντάγραμμο κι έγραφε. Και τη “Δραπετσώνα” έτσι την έγραψε. Θυμάμαι πως του είχε δώσει ο Λειβαδίτης το ποίημα και έγραψε τη μελωδία επάνω στο πακέτο των τσιγάρων του. Μετά είχε έρθει στο σπίτι, καθαρόγραψε τη μουσική και το τραγούδησε· ήταν ήδη έτοιμο».

«Οι πολύ καλοί φίλοι του πατέρα μου ήταν ο Μάνος Χατζιδάκις και ο Μιχάλης Κακογιάννης· με αυτούς ήταν πολύ κοντά, έζησε πολλά μαζί τους. Για μένα π.χ ήταν φυσικό να έρθει στο σπίτι μας ο Ρίτσος, ο Καμπανέλλης, η Φαραντούρη, ο Φλωράκης, με τον οποίο μάλιστα ο μπαμπάς είχε μια πατρική σχέση· έκαναν και ταξίδια μαζί, μέχρι και στην Βαϊκάλη πήγαν, στη Σιβηρία, υπήρχε πολλή αγάπη μεταξύ τους. Όλο αυτό, για μένα, ήταν καθημερινότητα· ήταν η ζωή μου. Κι όλοι αυτοί, στα παιδικά και εφηβικά μου μάτια, ήταν απλά “οι φίλοι του πατέρα μου” όχι “οι σπουδαίοι” και “οι τρανοί” του πνεύματος». 

​«Κάτι που δεν ξέρουν επίσης πολλοί, είναι πως ο μπαμπάς μου με τον Χατζιδάκι ήταν φίλοι απ’ το Γυμνάσιο. Τότε, στον Εμφύλιο, που ο μπαμπάς κρυβότανε, πολλές φορές τον έπαιρνε ο Χατζιδάκις σε διάφορα σπίτια για να φάει· είχε υπό την προστασία του τον μπαμπά, τον πρόσεχε πολύ. Τότε που υπήρχε ο “ανταγωνισμός” Χατζιδάκι-Θεοδωράκη, οι δυο τους ήταν φίλοι! Είχαν τρομακτική λατρεία μεταξύ τους και έκαναν, θυμάμαι, μεταξύ τους αναλύσεις ο ένας για το έργο του άλλου· άνθρωποι υψηλού επιπέδου και στις μεταξύ τους σχέσεις – τι ωραία που μίλαγαν! Το ξέρεις ότι κάθε πρωί τους άκουγα που μιλούσαν μαζί στο τηλέφωνο; Για δεκαετίες! Και ξεκινούσαν πάντα από τα πολιτικά· τι είχε γίνει την προηγούμενη μέρα. Πολλούς δεν χώνευε ο Χατζιδάκις, δύσκολα έκανε φίλους· τον μπαμπά, όμως, τον αγαπούσε, τον θεωρούσε “οικογένειά” του».  

«Ο μπαμπάς μου υπήρξε για μένα ένας πολύ τρυφερός μπαμπάς, πολύ αγαπησιάρης· γιατί ξέρω κορίτσια που φοβόντουσαν τους μπαμπάδες τους. Ήταν μαλακός, αφιέρωνε χρόνο για μένα, του έφερνα π.χ. έναν καινούργιο μου έρωτα και τον “υιοθετούσε” αμέσως συμφωνώντας πάντα με τις επιλογές μου, έβλεπε τα πράγματα θετικά, αισιόδοξα, καλά, ωραία, παρά τις αντιξοότητες του εξωτερικού περιβάλλοντος, και δεν ήταν δύσπιστος· ήταν πολύ κοντά μου γενικά συνεχώς. Ένας καλός άνθρωπος υπήρξε ο μπαμπάς μου».

xatzigeorgiou@yahoo.com

Φιλελεύθερα, 5.9.2021.