«Ο άνθρωπος χρειάζεται τα είδωλα. Γιατί όταν δεν υπάρχουν είδωλα, ο καθένας ειδωλοποιεί τον εαυτό του. Και τότε, αρχίζει η τρομοκρατία του πλήθους».
Σκέφτομαι τα λόγια αυτά του στιχουργού Κώστα Τριπολίτη, καθηγητή μου στη Σχολή Σταυράκου, πίσω στο έτος 1996. Σκέφτομαι πόσο προφητικά αποδείχτηκαν, τώρα που απλώνουμε τους ναρκισσιστικούς ιστούς μας στα κοινωνικά δίκτυα, φτηνοί, αυτάρεσκοι πλασιέ προϊόντων και ιδεών. Ειδικά τις τελευταίες ημέρες, το αισθάνομαι πιο έντονα από ποτέ αυτό το «Λυκόφως των Ειδώλων» που περιέγραψε κάποτε ο Νίτσε, τώρα ειδικά, που ο Μίκης δεν είναι πια μαζί μας.
Υπάρχει κάτι το σχεδόν απόκοσμο όταν μια μεγάλη μορφή φεύγει. Αισθάνεσαι την ματαιότητα την προσωπική, αλλά και της εθνικής μας υπόστασης να μεγαλώνει, μαζί με το κενό που αφήνει πίσω της η απουσία. Ταυτόχρονα, οι τεκτονικές δονήσεις από το νέο που ανατέλλει, στην τέχνη και στη ζωή, γίνονται εντονότερες. Στην εποχή του Θεοδωράκη, η μουσική όφειλε να εμπνέεται από συλλογικά τραύματα και οράματα (τον εμφύλιο σπαραγμό, τη χούντα, τη φτώχεια, τη μετανάστευση, τον πόλεμο, τη μεταπολίτευση).
Πλέον, τα νέα είδωλα δεν εγκαταλείπουν το Εγώ τους για να προσεγγίσουν την ιστορία, ή τον δίπλα τους (ο Ρίτσος είχε γράψει κάποτε πως «άξιζε να υπάρξουμε για να συναντηθούμε»). Αντί να τραγουδήσουν για το μικρό «σπιτάκι» στη Δραπετσώνα που «κι αυτό είχε καρδιά», έχουν «γούστα ακριβά», θέλουν «κότερα, ελικόπτερα». Μοιάζουν με παραφουσκωμένες καρικατούρες του δυνάστη τους, τουλάχιστον μέχρι η ματαιοδοξία τους γίνει αυτοκαταστροφική.
Ξέρω, είναι δύσκολο να χωρέσουν ο Μίκης και ο Mad Clip μαζί σε ένα κείμενο. Όμως, η σχεδόν ταυτόχρονη απώλειά τους, το επιβάλλει. Ο ένας, υπερήλικας συνθέτης και τραγουδοποιός της Ρωμιοσύνης, ο άλλος νέος, ανερχόμενος τράπερ που σκάρωνε τραγούδια με ξενικό όνομα, απόγονος των φτωχογειτονιών του Χάρλεμ παρά της Καισαριανής. Σκέφτομαι τι θα μπορούσε να συμβεί αν ο Mad Clip (κατά κόσμον Παναγιώτης Αναστασόπουλος) έμπαινε ως «Επιβάτης», έστω για λίγο, στο ομώνυμο άλμπουμ του Μίκη Θεοδωράκη…
Οι στίχοι του Κώστα Τριπολίτη θα του έλεγαν κάτι για την γυαλιστερή ματαιοπονία της εποχής μας; «Σαν να μην έζησα ποτέ, Ντάνχιλ και Ρόνσον και Καρτιέ, δε βρίσκω θέση να χωρέσω, Μόμπιλ, Τζάγκουαρ και Έσσο». Θα άφηνε άραγε για λίγο το πετάλι της βενζίνης στην Πόρσε του, όταν άκουγε την βελούδινη φωνή της Φαραντούρη να του τραγουδά: «φθαρμένα όνειρα για λύτρα θα κουβαλάω στα στενά…»;
Πιθανότατα, δεν θα γινόταν κάτι από όλα αυτά. Εξάλλου, για έναν ανερχόμενο τράπερ ο Θεοδωράκης είναι το φολκλορικό συρτάκι του Ζορμπά που χορεύουν οι ξένοι στις κρουαζιέρες. Δεν είναι η δύναμη της γης, της άγριας φύσης, αποτυπωμένη στο σκαμμένο και λαμπερό πρόσωπο του Άντονι Κουίν, ένα είδωλο της αληθινής ζωής που απλώθηκε στη μεγάλη οθόνη δια χειρός Μιχάλη Κακογιάννη.
Δεν είναι η ελληνική «Carmina Burana», αλλά το κιτς, γύψινο αγαλματάκι της θεάς Αθηνάς που κοιτάζει τους περαστικούς σε κάποιο στενό της Πλάκας. Έτσι ζουν τα νέα είδωλα, τα μουσικά και τα άλλα, τα εικονικά, των δικτύων: με Ντάνχιλ, Ρόνσον και Καρτιέ, Μόμπιλ, Τζάγκουαρ και Έσσο». Σαν να μην έζησαν ποτέ…
Φιλελεύθερα, 12.9.2021.