Μακάρι στις 18 Σεπτεμβρίου 2013 να σταματούσαν όλα τα λάθη μας που συνεχίζουν ακόμα να δολοφονούν τις δημοκρατίες ξεπλένοντας με τις ψήφους μας το «μαύρο».*

Μιλήσαμε κάποιες φορές στο τηλέφωνο, πέρσι, μετά και πριν από εκείνο το συγκλονιστικό που έφτανε την αρχαία τραγωδία στη λύτρωσή της, σα να ενταφιαζόταν τότε, για πρώτη φορά, ο Παύλος της, σαν το σώμα του να ηρεμούσε πια μέσα στον τάφο και να έπαιρνε τη σωστή του θέση στην έξοδο· την θριαμβευτική εκείνη έξοδο που του άρμοζε: «Παύλο, τα κατάφερες. Τα κατάφερες. Τα κατάφερες, γιε μου. Γιε μου. Γιε μου!». Ήθος-λέξη-διάνοια-μέλος και όψη – δεν το θέλησε ο Παύλος, μα έγινε στις 18 Σεπτεμβρίου 2013 εκείνο το σύμβολο κι η αιτία που οι ποντικοί μπήκαν στα λαγούμια τους· η αρχή που τα αυγά του φιδιού ποδοπατήθηκαν – η μέρα που τσαλαπατήθηκαν τα προσωπεία. «Γιε μου. Γιε μου!». Έλεγα διάφορα στην κυρία Μάγδα, της μίλαγα -με κατασπάραζε η φωνή της- κι έπειτα έβαζα εκείνη τη σκηνή των 32 δευτερολέπτων που νομίζω πως εμπεριείχε ό,τι η ανθρώπινη αξιοπρέπεια των Ελλήνων είχε για κάποια χρόνια κοιμίσει: Ύψος. Τόσο που αντιστρέφονταν οι όροι τού ποιος είχε το κουράγιο και ποιος τη δύναμη – «Γιε μου!».

2014. Δεν είχα πάει ποτέ ξανά στη συνοικία Νέο Ικόνιο, η διαδρομή με το λεωφορείο μού φαινόταν πρωτόγνωρη -άλλος κόσμος, άλλα βλέμματα, λίγα χαμόγελα-, ακολουθούσα ένα τσούρμο παιδιά που με θεωρούσαν οικείο πρόσωπο και «συναγωνιστή» -αν και κατά λάθος- οι πρώτες πολυκατοικίες με θέα στη Ναυπηγοεπισκευαστική ζώνη αχνοφαίνονταν στις παρυφές του δρόμου, «λίγο θα περπατήσουμε και μετά θα πάμε στη Τσαλδάρη, την Παύλου Φύσσα δηλαδή» – τίποτα δεν φαινόταν να προχωράει ως «κανονική ροή» αν και καθημερινότητα. Ιδιότητες δεν υπήρχαν, ούτε ηλικίες, ούτε δουλειές, ένα μικρό όνομα αρκούσε για να καλύπτει την ιδιότυπη «αλληλεγγύη» ή τα αιωρούμενα «σύντροφε δες!» έξω από το δημοτικό σχολείο με το γραμμένο με μπλε μπογιά: «Καλύτερα φασίστες παρά ξεφτίλες!». Και, λίγο πιο κάτω, με μαύρα γράμματα: «Η Ελλάδα στους Έλληνες». Στα στενά των ανθρώπων που πιάνονται από το χέρι του διπλανού που απλώνεται ετσιθελικά, στην αρχή για «βοήθεια», έχοντας πάθει πλέον αχρωματοψία -φαί να ’ναι κι απ’ όπου να ‘ναι- στα χρόνια που κάποιοι δεν ντρέπονταν να τους λένε «Χρυσαυγίτες». «Γιε μου!». 

2015. «Μωρή βρωμιάρα, μη νομίζεις πως θα ‘σαι για πολύ καιρό στο σχολείο». Η ηχογραφημένη φωνή στην κλήση από απόκρυψη στο κινητό της Ράνιας Καρβέλη, καθαρίστριας στο σχολείο που θα υποδεχόταν τα παιδιά προσφύγων από το Σχιστό, δεν άφηνε κανένα περιθώριο «λάθους». Περιγράφει με ψυχραιμία: «Παιδιά είναι κι αυτά!», λέει. «Παιδιά είναι!», ξαναλέει. Πράγματι. Είναι ένα δυο που κρατάνε από το χέρι τη μαμά τους – και σίγουρα δεν κατάγονται από την Ελλάδα. Ήδη τα πανό άνοιξαν κι αυτά απομακρύνθηκαν βιαστικά. Θα με πλησιάσει κάποιος μεσήλικας (οι ιδιότητες δεν είναι εμφανείς): «Πρώτα ήταν η επίθεση στους Αιγύπτιους εργάτες, μετά στους συνδικαλιστές του ΠΑΜΕ, ύστερα η δολοφονία του Φύσσα, μετά ο Λαγός να μπουκάρει με το έτσι θέλω στο δημοτικό για να διαμαρτυρηθεί με τα κοπέλια του. Φτάνει!». Θα διευκρινίσει: «Κι εγώ αγαπώ την πατρίδα μου, αλλά δεν είμαι φασιστόμουτρο. Αυτοί δεν μιμούνται τον Χίτλερ και τον Γκέμπελς: Τους αντιγράφουν!». Παρέμεινα για είκοσι λεπτά κι έφυγα πριν από τα επεισόδια που παρακολούθησα μετά στις ειδήσεις. Ο Κωνσταντίνος θα με ενημέρωνε με μήνυμα στο κινητό αργά το βράδυ. Ωστόσο, το πρωί της Τρίτης 19 Σεπτεμβρίου η «οδός Παύλου Φύσσα» ήταν και πάλι ένας κεντρικός δρόμος με μαγαζιά για έπιπλα, φαγάδικα για φθηνή πίτσα delivery και ένα δυο café σε αντικατάσταση του σεσημασμένου, «μόνο με δύο ευρώ και μαζί μία τυρόπιτα». Όπως συμβαίνει σ’ αυτές τις  περιπτώσεις, η νύχτα δεν συνάντησε ποτέ τη μέρα. Αλλά το στεγνό αίμα, ήταν ακόμα στεγνό αίμα στο πεζούλι.  

2020. «Μου λείπει. Όλα μου λείπουν. Η παρουσία του, οι κινήσεις του, η φωνή του. Κι εκείνη η πόρτα που, πλέον, δεν ανοίγει.». «Ο Παύλος;». «Ο Παύλος έδωσε τη ζωή του για να σκοτώσει τον φόβο του. Αυτό είναι το δίδαγμα για τις επόμενες γενιές. Όμως, ποια μάνα θα δεχτεί ότι ο γιος της θυσιάζεται εν καιρώ ειρήνης; Γι’ αυτό και δεν συμφωνώ ότι ήταν θυσία αλλά μια καθαρή δολοφονία Τα μαύρα ρούχα δεν τα φοράω για τον κόσμο ούτε για να δείξω ότι πενθώ. Δεν οφείλω και δεν χρωστώ σε κανέναν τίποτα. Το μαύρο είναι το χρώμα που έχει η ψυχή μου κι αυτό επιθυμώ. Από τον Σεπτέμβρη του 2013 ο χρόνος για μένα έχει παγώσει Με τον Παύλο τα λέγαμε όλα. Αλλά θα ήθελα να έχω προλάβει, προτού φύγει, να του πω άλλη μια φορά πόσο πολύ τον αγαπούσα. Κι αν μπορούσα να γυρίσω τον χρόνο πίσω και είχα μια ευκαιρία, θα ήθελα να είχα μπει μπροστά στον γιο μου και να μαχαίρωναν εμένα». 

Γιε μου. Γιε μου. Γιε μου! 

*Τα λόγια της Μάγδας Φύσσα από συνέντευξή της στον Γ. Πανταζόπουλο και στη Lifo.

Φωτογραφία: Eurokinissi. 

xatzigeorgiou@yahoo.com

Φιλελεύθερα, 12.9.2021.