Ευθέως ανάλογη με την έκπληξη της ανακάλυψης είναι η χαρά της απρόσμενης συνάντησης με μια μέχρι χτες άγνωστη ποιητική φωνή, που κατ’ επίγνωση προφανώς της υψηλής τέχνης της ποιήσεως έρχεται να καταθέσει δημόσια την πρώτη μεστή συγκομιδή ενός υποβλητικού, εύλαλου και σφύζοντος ποιητικού λόγου. Πρόκειται για τα ποιήματα της Νιόβης Σανταμά, εμπνευσμένα από τις βιωματικές προσλήψεις των πρωτεϊκών εικόνων και των παραστατικών συμβολισμών, των μυθολογικών συνειρμών και των πολυκύμαντων ιστορικών σημείων αναφοράς, των περιηγητικών εξορμήσεων και των αισθαντικών ανατάσεων στη «Μεσόγειο» της ομώνυμης συλλογής της.
Με αναπεπταμένα τα ιστία της πλοήγησης και τις θαλασσινές αύρες ούριων ανέμων τα 42 πολύστιχα είτε ολιγόστιχα ποιήματα των αφηγηματικών στοχασμών και των περιγραφικών ζωντανών αναπλάσεων μάς ταξιδεύουν σε εννιά μεσογειακούς «Σταθμούς» και σε μιαν ένδον «Κατάδυση» αναστοχαστικής περιδιάβασης, που συναρθρώνουν τις αντίστοιχες θεματικές ενότητες των ποιητικών σημαινομένων. Από το Ελυτικό απέραντο γαλάζιο του Ανατολικού, Βόρειου και Δυτικού Αιγαίου έως τις πολυσύχναστες παραλίες των Κυκλάδων και από τις δημοφιλείς Ισπανικές και Πορτογαλικές ακτές της Βαρκελώνης και της Λισαβόνας ξανά σε εμβληματικούς τόπους της Πελοποννήσου και σε ειδυλλιακά νησιωτικά τοπία του Ιονίου. Η απόδραση στον γειτονικό πολυτάραχο Λίβανο και η επιστροφή στην πολύπαθη Κύπρο της γενέθλιας γης είναι μια άλλη παράλληλη οπτική ή συνεχόμενη εκδοχή των αρχαιολογικών και φυσιολατρικών χώρων, της ψυχικής ενδοχώρας και των συγγενικών ή ομοπάτριων προσώπων, των ατομικών δεινών και της συλλογικής τραγωδίας.
Οι αποτιμήσεις των εντυπώσεων μέσα από τον δεκάχρονο ταξιδιωτικό απολογισμό, όπως εμφαίνουν οι χρονολογίες ορισμένων ποιημάτων, καταγράφουν θελκτικούς ή πικρούς προορισμούς και αποθησαυρίζουν νέες εμπειρίες, συγκομίζοντας πολύτιμες γνώσεις και αποτυπώνοντας εγχάρακτες μνήμες. Όλες εμποτισμένες με τους μυσταγωγικούς ιριδισμούς των χρωμάτων και την πανδαισία των αποχρώσεων, που καταυγάζει το Αιγαιακό φως· καθώς τούτο το απόλυτο φως αναδύεται μέσα από τους πανάρχαιους βυθούς του Ελληνικού Αρχιπελάγους, για να μεταρσιωθεί σε γλαυκούς αντικατοπτρισμούς και κυανόλευκες διαθλάσεις μιας μαγικής μεταμόρφωσης και κρυπτικής πολυσημίας, αποκαλυπτικής μέθεξης και αντιστικτικής εναρμόνισης. Έκσταση και θαυμασμός καταλαμβάνουν την ποιήτρια στη θέαση της ελληνικής φύσης και στην τελετουργική ενόραση του μυστηριακού της κάλλους, που διάπυρο εξακτινώνεται από το Αιγαίο μέχρι την άκρη της Μεσογείου και τις παρυφές του Ατλαντικού. Σε αντίθεση με το απαθές βλέμμα σημερινών απερίσκεπτων επισκεπτών, αποκρυπτογραφεί τη νομοτέλεια των θεϊκών έργων και των ανθρώπινων μνημείων, διερμηνεύοντας τα μηνύματα της αληθινής ομορφιάς τους με τη γλώσσα της δικής της ποιητικής έκφρασης.
Εναλλασσόμενο το φάσμα των λεπτοφυών παρατηρήσεων και των συνωθούμενων σκέψεων, των ορμέμφυτων αισθημάτων και των ονειρικών αναπαραστάσεων από όσα περίοπτα και απερινόητα με δέος θεάται είτε με διεισδυτική περισυλλογή ενωτίζεται. Εντούτοις, η συγκινησιακή έξαρση δεν φορτίζει τον λόγο της με παραληρηματικά επίθετα και ακατανόητα πομπώδη σχήματα παρά πηγαία τον κοινωνεί στον αναγνώστη-συνταξιδευτή, μεταδίδοντάς του τις έμπνοες συλλήψεις των διαισθητικών της αισθήσεων με λειτουργικά ονόματα, ρηματικά ουσιαστικά και ουσιώδη ρήματα. Καθότι η αρχέγονη δύναμη της γλώσσας εστιάζεται στον πυρήνα της ποιητικής και αισθητικής ευρηματικότητας και όχι στο περίβλημα επιτηδευμένων φραστικών προσδιορισμών. Γιατί δεν μπορεί η ποίηση να «κοινοποιείται» με δυσνόητους ερμητικούς κώδικες ανοικείωσης, αλλά με την εύληπτη προσοικείωση των πολυεπίπεδων νοημάτων και των αλληγορικών τους προεκτάσεων. Προσφυής εν προκειμένω η μεταφορά των στίχων στο προανάκρουσμα του πρώτου «Σταθμού»: «Η αεικίνητη θάλασσα έτοιμη να σε ταξιδέψει παντού·/ όπου αποφασίσεις…» και όπως ακριβώς «Η καθαρτήρια δύναμη του Αιγαίου».
Στο «Ανατολικό Αιγαίο» όμως της εκκίνησης επώδυνες οι υπομνήσεις της αποκαρδιωτικής ενατένισης και της εναγώνιας οδοιπορίας: «Η απέναντι ακτή τυλιγμένη σε ονειρική αχλή/ για να κρησάρει τη φρίκη της Μνήμης» (Ιλαρό πρωινό στο Αιγαίο). «Το ανηφορικό καλντερίμι/ στο μεγάλο λιμάνι/ το είπανε οδός Μικράς Ασίας.» (Μικρά Ασία, 2011). Ωστόσο, το «Σπασμένο κοχύλι» και «Το λιμάνι της Αγωνίας» των Καβαφικών και Σεφερικών απόηχων αντισταθμίζουν στις «Εικόνες ενός περίεργου ελληνικού καλοκαιριού» του ομότιτλου ποιήματος οι ελπιδοφόρες υποσχέσεις της «Ευ-νίκης, Ερ-γάνης» «στη γη της Σαμφούς». Αλλά και στο «Βόρειο Αιγαίο» οι «Άλλες εικόνες:/ Η μυρωδιά των πεσμένων πευκοβελόνων/ στο κόκκινο χώμα και στις θαλασσινές σπηλιές/[…]/Και το αρχαίο θέατρο στη Θάσο,/ που ανακάλυψες απρόσμενα, σαν απροετοίμαστος μύστης./ Μία αναπάντεχη αποκάλυψη/ να σου θυμίζει το βάθος του χρόνου.»(«Αναπάντεχη Αποκάλυψη»), όπως και ο «Κόκκινος Ήλιος στο Αιγαίο» του επόμενου ποιήματος, όπου «Η τάξη στο σύμπαν είχε αποκατασταθεί.».
Ακολουθώντας την ταξιδιωτική περιπλάνηση στο «Δυτικό Αιγαίο», κομβική η άφιξη στην Ιωλκό της σημερινής αλλοτρίωσης, παρότι άθραυστο το νήμα της παράδοσης, όπως σκιαγραφείται κατά Καβαφική μετονομασία στη «Μελαγχολία Αρχέλαου Μενοιττιείου», ενώ στην Αλόννησο διάχυτος ο φόβος της παρακμής με την υπό εξαφάνιση ομόηχη «Μικρή μοναχική φώκια της Μεσογείου». Και από τη Σαντορίνη, «το νησί το πιο συναρπαστικό» των Κυκλάδων, ο πέμπτος «Σταθμός» στη Βαρκελώνη με τον «Μιρό[που]ξαπλώνει στο βουνό/ δίπλα σ’ ένα αρχαίο ελληνικό θέατρο», ενώ στη «Λευκωσία, η ξαπλωμένη σημαία του αίσχους/ λερώνει το πενταδάκτυλο βουνό και τις συνειδήσεις μας».
Αν η ποιήτρια αναζητεί τον «ορισμό της αθανασίας» «πιο πέρα από τις Ηράκλειες Στήλες» ένα «Πρωινό στη Βαρκελώνη», ανασυνθέτει συνυφαίνοντας άλλες μυθολογούμενες ιστορίες στην Επίδαυρο και στις Μυκήνες, στους «Εγκρεμνούς» και στις «Μεγάλες Πέτρες» της Λευκάδας, καθώς και στον Λίβανο του «Διός Ηλιοπολίτη», «της Έριδος και του Πολέμου». Και στην «Κύπρο τη θαλασσοφίλητη», του «Σταθμού» πριν από την «Κατάδυση εν εαυτώ», σταθμίζεται η απομυθοποίηση, όπου «Αδύνατον το θαύμα να λειτουργεί ακόμη σε χώρο τέτοιου σπαραγμού».