Η κόρη της ποιήτριας, Κατερίνας Γώγου, θα ήθελε να τη θυμούνται χωρίς πίκρα, χωρίς θυμό για το ξαφνικό της τέλος. Θα ήθελε να τη θυμούνται με όση αγάπη δεν κατάφερε να αισθανθεί ποτέ στη σύντομη -και βασανιστική- ζωή της.
«…Οι μέρες σκοτωμένες, όπως τ’ αζήτητα στο ενέχυρο.
Τυφλές και όμοιες σαν κότες.
Τρελαίνονται και κράζουν, σα να ζητάν βοήθεια – ή έστω μια παράταση να ζήσουνε για λίγο ακόμα.
Μα ούτως ή άλλως καταδικασμένες
να τρώνε καλαμπόκι και να γεννά, άμοιρα πλάσματα φυλακισμένες στο χρόνο.
Περιμένουνε να δουν το φως και να πληρώσω την ασχήμια τους.
Οι μέρες μου ζητούν διέξοδο
ή να μπορέσουνε να βγάλουνε φτερά
ή να χαθούν οριστικά μαζί μ’ εσένα».
Τετάρτη 23 Σεπτεμβρίου 2015. Στο Γ’ Νεκροταφείο Αθηνών, στη Νίκαια, 11:00. «Θες ένα τσιγάρο, Κωστή;». «Μπα. Όχι. Μόλις έκανα μια τζούρα και ξαναμπήκα μέσα. Πάμε να τη δεις. Θ’ ανοίξουν τώρα το φέρετρο, να κοιτάξεις το πρόσωπό της, να την παρατηρήσεις καλά – αρχάγγελος! Μαζί με τον Φραντζέσκο θα μπείτε – κλαίει ακόμη, στο σπίτι, στο αυτοκίνητο, στο αεροπλάνο έλεγε στις αεροσυνοδούς “που είναι η Μυρτώ μου; Που;”». Ένα αεράκι φύσηξε στο ναό όσο της άγγιζε ο άντρας της το πρόσωπο μέσα στην κάσα. «Κρίμα». «Κρίμα». «Από τι;». «Δεν ξέρω». «Στο Μενίδι, πράγματι». «Εκεί, ναι. Απ’ το Μοναστηράκι που ήταν. Τη Χαρά θα συναντούσε, δεν τα κατάφεραν, της είπε να μην πάει, έφυγε, χάθηκε, εξαφανίστηκε. Μια μέρα. Ένα απόγευμα με ήλιο». «Ναι, με πήρε η Όλια. Με τρόμο. Απ’ τα χαράματα. Πάει»…«Κοίτα το πρόσωπό της! Δεν είναι σα να προσεύχεται;». «Ναι. Ναι! Αγία. Τόση αθωότητα…». «Μύρος παντού. Οσμίσου…». «Την ακουμπάει η Γώγου;». «Την ακουμπάει!». «Το νιώθεις;». «Το νιώθω». «Πρόλαβε τουλάχιστον να πάει πάνω κάτω την Πατησίων. Νομίζω με τον Κορδέλα. Όταν της έδωσε τα άλμπουμ». «Σου είπε κάτι;». «Πως ασχήμυνε ο δρόμος. Αυτό». «Ξέρεις…». «Ξέρω». «Τρία κλικ. Τόσο ήταν. Τρία κλικ στην καρδιά της, την αμόλυντη κι ανέγγιχτη μετά την Κατερίνα της». «Τρία κλικ – και κεντρικά…».
«Μια ζωή πέφτω και σηκώνομαι
για να δείξω πως είμαι δυνατή.
Ακόμα μέχρι σήμερα κουβαλάω
τις βαριές βαλίτσες μου.
Έρχονται στιγμές που πιστεύω
πως έχω τη δύναμη να ξεπεράσω το αξεπέραστο.
Αν ζούσα χίλιες ζωές, χίλιες φορές
εκείνη θα διάλεγα για μάνα».
Η μοναχοκόρη της ποιήτριας «των Εξαρχείων» -μίας εκ των κορυφαίων της νεότερης γενιάς ποιητών της Ελλάδας-, μου μίλησε από καρδιάς λίγους μήνες πριν σε εκείνη την μοναδική συνέντευξη που έδωσε στη ζωή της για τη σχέση της με τη μάνα της -μια εκρηκτική σχέση, που μου επιβεβαίωσαν πέρσι και τα δύο αδέλφια της Γώγου στην κοινή τους συνέντευξη- που εμπεριείχε ακραία αγάπη, ακραίους θυμούς, πίκρα αλλά και πάθος και λατρεία και πόνο – μια σχέση βουτηγμένη στα κόκκινα που κατά καιρούς εξέπεμπε σήματα σωτηρίας.
«Τη ζωή μου τη χρωστάω στον εαυτό μου. Πέρασα πολλά. Όταν πήγα στην Κοινότητα (σ.σ. απεξάρτησης) ξεκίνησα να βάζω τα κομματάκια μου στη σειρά και τελικά όλα μπήκαν στη σωστή τους θέση. Μπορεί να πέθανε η μαμά μου, αλλά την αγαπώ και τη σκέφτομαι συνεχώς. Κατάφερα να κάνω ειρήνη μ’ εμένα και με τις πληγές μου. Γιατί ήθελα να είναι περήφανοι για μένα οι γονείς μου – ακόμη κι αν δεν ζούσαν! Νομίζω πως τα κατάφερα. Να, είχα αισθανθεί μεγάλη χαρά όταν είπε η μητέρα μου: “Η Μυρτώ είναι ζωγράφος!”. Και δεν με αφορούσε τίποτ’ άλλο απ’ τη στιγμή που το αναγνώριζε εκείνη! Εκείνη η μέρα ήταν μία από τις πιο ευτυχισμένες της ζωής μου! Γιατί ήθελα να της αποδείξω ότι κι εγώ είμαι εδώ, ότι κι εγώ μπορώ να κάνω πράγματα. Ήθελα να είναι περήφανη για μένα! Ήταν τόσο ωραία όταν μου έδειχνε την αγάπη της…Θυμάμαι, επίσης, που μου έγραφε κάθε μέρα σε ένα τετράδιο ένα παραμύθι και δεν έβλεπα την ώρα, προτού πέσω για ύπνο, να το διαβάσω. Γιατί έτσι τη σκεφτόμουνα! Ένα από αυτά έλεγε για κάποιο παιδάκι που κρατούσε μπαλόνια που το έκαναν να πετάει στον ουρανό κι έτσι ταξίδεψε σ’ όλο τον κόσμο…».
«Μου λείπει! Κάθε μέρα μιλάω για εκείνη, περπατάω και σκέφτομαι εκείνη, ζωγραφίζω και σκέφτομαι εκείνη, τρώω και σκέφτομαι εκείνη, αναπνέω και σκέφτομαι εκείνη. Θα ήθελα πολύ να ζούσε και να την έφερνα να ζήσει μαζί μου στο χωριό που ζω, εδώ που βλέπω θάλασσα, που είμαι στην εξοχή. Θα ήτανε πολύ ωραία! Νομίζω πως θα χαιρόταν αν με έβλεπε να δουλεύω, να της μαγειρεύω κι εκείνη να έγραφε…Αλλά, δεν την πρόλαβα…Όλοι μάς πρόδωσαν στο τέλος! Όταν “έπεσε” η Κατερίνα εξαφανίστηκαν όλοι Η ίδια η Κατερίνα δεν ήταν έτοιμη να βγει έξω από τα κωλοξίδια. Δεν σκεφτόταν τον κίνδυνο. Δεν την ένοιαζε τίποτα. Δυστυχώς, όταν συνέβαιναν όλα αυτά γύρω μου, ήμουνα πολύ μικρή και δεν μπόρεσα να κάνω κάτι για να τη σώσω. Θα ήθελα να ήξερε ότι τώρα είμαι καλά. Είναι τώρα 11 χρόνια που είμαι καλά Από κάποια ηλικία κι έπειτα είχα γίνει εγώ η μητέρα της Κατερίνας. Την κυνηγούσα όπου πήγαινε για να την προλάβω, να μην κάνει του κεφαλιού της. Με κάποιο τρόπο παρέτεινα κάπως τη ζωή της…».
Σε εκείνη την τελευταία μας συνάντηση, στο Μοναστηράκι, λίγο προτού συναντήσουμε τον Κωστή, το θείο της, καθίσαμε στο six d.o.g.s και θέλησε να μου χαρίσει μια εικόνα που ζωγράφισε. Δεν ήταν πια στην τσάντα της. Αναστατώθηκε. Έψαξε στην τουαλέτα, ρώτησε τον σερβιτόρο αν της είχε πέσει κάπου και τη βρήκαν – πουθενά. «Ίσως να μην έπρεπε να στην χαρίσω γιατί θα ‘ταν αποχαιρετισμός», μου είπε. «Θα σου φτιάξω άλλη όμως. Πιο ωραία! Καλύτερη από την εξαφανισμένη…».
Φωτογραφία: Εκδόσεις Καστανιώτη
xatzigeorgiou@yahoo.com
Φιλελεύθερα, 19.9.2021.