Στην αξιόλογη εικαστική βιβλιογραφία προστίθεται ένας ακόμη συγκεντρωτικός τόμος άρτιας εκδοτικής επιμέλειας, συναρμοσμένης με την αισθητική των έργων που αποθησαυρίζονται σε 320 ευμεγέθεις σελίδες δίγλωσσης απόδοσης, στα Ελληνικά και τα Αγγλικά. Το πόνημα μιας μακροχρόνιας αφοσίωσης ζωής στην Τέχνη υπογράφει με την αναγνωρίσιμη προσωπική του σφραγίδα ο Γιώργος Κοτσώνης, εκ των κορυφαίων δημιουργών μας όχι μόνο διά βραβεύσεων και διακρίσεων τοπικής καταξίωσης αλλά και επάξιας διεθνούς ακτινοβολίας.

Την κεφαλαιώδη σημασία της εύκαρπης δαψιλούς συγκομιδής και την καθοριστική συμβολή του στα πολιτισμικά μας δρώμενα αποτυπώνουν με εύστοχα επαινετικά σχόλια στους χαιρετισμούς τους οι εκπρόσωποι των πολιτειακών και εκκλησιαστικών μας αρχών. Επισημαίνει, εν πρώτοις, ως κατακλείδα ο Πρόεδρος της Δημοκρατίας: «Καταγράφοντας ανεξίτηλα τη σφραγίδα και την ψυχή του σε πολλές εκφάνσεις της τέχνης και εμπνέοντας πληθώρα άλλων καλλιτεχνών, το έργο του αποτελεί μια σπουδαία παρακαταθήκη και κληρονομιά για τις κατοπινές γενιές.». Στον επίλογό του επίσης ο Αρχιεπίσκοπος καταλήγει με τις εξής συμπερασματικές εντυπώσεις: «Γενικά, πιστεύω ότι η συνολική παραγωγή του Γιώργου Κοτσώνη, που διακρίνεται για τη σχεδιαστική της ακρίβεια, τις εκπληκτικές φωτοσκιάσεις και κυρίως την απαλότητα του φωτός, τον κατατάσσουν ανάμεσα στους πρωτοπόρους και κορυφαίους ζωγράφους και ψηφιδογράφους της Κύπρου». Ενώ στο εισαγωγικό του σημείωμα ο πρώην Γ.Γ. της Κ.Ε. του ΑΚΕΛ μεταξύ άλλων προτάσσει: «Ο Γιώργος Κοτσώνης είναι αυθεντικός, ποιοτικός, πρωτοπόρος, εκφραστικός, εξαιρετικός στον σχεδιασμό και στη σύνθεση χρωμάτων. Το έργο του είναι μια πανδαισία χρωμάτων και ομορφιάς, η δε αξία του ξεπέρασε τα στενά όρια της Κύπρου». Και στις ακροτελεύτιες επαληθεύσιμες σκέψεις του δικού του χαιρετισμού ο Μητροπολίτης Πάφου με εύγλωττη έμφαση τονίζει: «Έχω την εντύπωση ότι μερικοί καλλιτέχνες λησμονούν την εξωτερική πραγματικότητα, την Παράδοση, την Ιστορία και τη Μυθολογία και τυλίγονται την αχλύ του ονείρου, ταξιδεύοντας σ’ έναν κόσμο συμβόλων. Για τον Κοτσώνη, όμως, Παράδοση, Ιστορία και Μυθολογία διαλέγονται με την Τέχνη. Αναφέρονται στην ίδια πραγματικότητα, έστω κι αν την φωτίζουν διαφορετικά. Κι είναι αυτός ο λόγος, που τα έργα του Κοτσώνη βρίσκουν μεγάλη αποδοχή και από επαΐοντες αλλά και από τους απλούς ανθρώπους.». 

Είναι γι’ αυτόν ακριβώς τον λόγο, που η ταύτιση τών ως άνω εγκωμιαστικών αποτιμήσεων συνηγορεί υπέρ της δημοφιλούς απήχησης της πολυσχιδούς του δημιουργίας στο ευρύτερο κοινό. Έστω και αν δεν είσαι τεχνοκριτικός ή ειδήμων περί την ιστορία της τέχνης και τα ανά τους αιώνες καλλιτεχνικά της ρεύματα, για να αναλύεις ενδελεχώς κομβικά σημεία ανάγνωσης, αξιολογικές δομές παραλληλισμών και γόνιμων επιδράσεων, άξονες και παραμέτρους έντεχνων τρόπων και τεχνικών μέσων έκφρασης, δεν μπορείς παρά με πηγαία αισθήματα και το έμφυτο αισθητήριο της καλλιτεχνίας να μείνεις ασυγκίνητος μπροστά στις εμπνευσμένες συλλήψεις της πολύσυνθετης ζωγραφικής και της ποιητικής του ψηφιδογραφίας. Εξάλλου, σύμφωνα με τον ίδιο, «αν το έργο προκαλεί ορισμένα ερεθίσματα στον θεατή, τότε μόνον είναι έργο τέχνης.».  Εύληπτα τα μηνύματα μέσα από την οικείωση της αυτούσιας συνομιλίας και της επικοινωνιακής μέθεξης, αλλά για την αποκωδικοποίηση ειδικότερων γνωσιολογικών στοιχείων και βαθύτερων νοημάτων μάς διαφωτίζει η ιστορικός Τέχνης και Μουσειολογίας Εσπερία Ηλιάδου στα εμπεριστατωμένα εισαγωγικά της σημειώματα για τη ζωή και το έργο του Γιώργου Κοτσώνη. 

Από τα πρώιμες νεκρές φύσεις των λουλουδιών, τα σκίτσα και τις αδρές προσωπογραφίες Κινέζων είτε άλλων ανδρικών και γυναικείων μορφών έως την εντρύφησή του στη συμβολική θεματική της ελληνικής μυθολογίας με κυρίαρχο μοτίβο το ιερό κεφάλι βοδιού, κατ’ επίδραση του ευρωπαϊκού κλασικισμού, που σηματοδοτούν την ακαδημαϊκή μαθητεία του στο Πεκίνο και στην Πράγα, μέχρι τη γνωριμία του με τα δυτικοευρωπαϊκά ρεύματα του φοβισμού και του εξπρεσιονισμού, εγκύπτοντας προφανώς στους προπομπούς του αναλυτικού ή συνθετικού κυβισμού, τον Μπρακ, τον Πικάσο, τον Γκλέιζε και τον Μετζινγκέρ, ο καλλιτέχνης θα ακολουθήσει τον δικό του δρόμο καταστάλαξης αλλά και τη συνεχή πορεία των αεικίνητων ευρηματικών αναζητήσεων. Την εναρμόνιση μορφοπλαστικών σχημάτων και χρωμάτων, τη γεωμετρική συμμετρικότητα αφαιρετικής λιτότητας και την ανάγλυφη απεικόνιση καθαρών γραμμών και αποκρυσταλλωμένων απαλών όγκων, τις περιγραφικές ή ενδογραφικές χρωματικές διαβαθμίσεις και τις αλληγορικές προεκτάσεις των φωτοσκιάσεών τους σε επιφάνειες φυσικών και μεταφυσικών προοπτικών, αλλά και την αινιγματική έως μυσταγωγική αποτύπωση προσώπων και σωμάτων, που αποπνέουν την ονειρική διάσταση της Αναγεννησιακής εξιδανίκευσης. Δηλωτικοί οι συνειρμοί από τον Ντα Βίντσι και τη «Γέννηση της Αφροδίτης» του Μποτιτσιέλλι στην ψηφιδωτή εκδοχή της «Αφροδίτης» του Κοτσώνη. 

Ευρύ το φάσμα της θεματογραφίας του στην τοπιογραφία και θαλασσογραφία με σκηνικά οιονεί στιγμιότυπα από τις εκκλησίες, τις ψαρόβαρκες, το λιμάνι με το κάστρο της Πάφου, τις θαλασσινές σπηλιές, τα δάση του Τροόδους και της Κακοπετριάς, την Πέτρα του Ρωμιού και το βραχώδες τοπίο του Σταυροβουνιού με την ιδιαίτερη τεχνοτροπία του κρυσταλλικού κυβισμού. Σημαντικές επίσης οι προσωπογραφίες συμβολικών μορφών, όπως η «Βυζαντινή Βασίλισσα», είτε υπαρκτών προσώπων σε ακρυλικό, μελάνι, λάδι ή μεταξοτυπία, μεταξύ των οποίων η εμβληματική ελαιογραφία της θλιμμένης πενθοφορούσας «Κυπρίας μάνας» και ο κυβιστικός πίνακας της «γυναίκας με τη φωτογραφία», ανακαλώντας αμφότερες την τραγωδία της Κύπρου. Στη θρησκευτική του θεματική διακρίνονται σε ψηφιδωτό οι αριστοτεχνικές βυζαντινίζουσες αγιογραφίες και η μνημειώδης σύνθεση «Το κήρυγμα των Αποστόλων στην Πάφο», που κοσμεί τη Μητρόπολή της.

Πέρα από το πλούσιο μυθογραφικό δραματολόγιο, περίοπτη θέση στη ζωγραφική του Κοτσώνη κατέχει η γυμνογραφία του, που συνοψίζεται στο ασύλληπτης ωραιότητας έργο «Λήδα και Κύκνος», καθώς και στον υπότιτλο του βιβλίου «αίνος στην ομορφιά».