Μπροστά σε όσα διαβάζουμε τον τελευταίο καιρό για την αύξηση της βίας κατά των γυναικών, και με αφορμή την Διεθνή Ημέρα Μη Βίας που καθιερώθηκε να εορτάζεται σε όλο τον κόσμο στις 2 Οκτωβρίου, η λαϊκή ερμηνεύτρια άρθρωσε γενναία λόγο με το δικό της προσωπικό παράδειγμα.

Όταν ο τότε σύντροφος της Κατερίνας τής έδωσε το πρώτο δυνατό χαστούκι στο μάγουλο, εκείνη πίστεψε πως ήταν απλά «μια άτυχη στιγμή». Αλλά το δεύτερο έγινε τρίτο, πέμπτο, πεντηκοστό, το μάγουλο έγινε κλοτσιά, η κλοτσιά ρίξιμο στο πάτωμα, μελανιές στο σώμα, μαύρα σημάδια κάτω από τα μάτια, αίματα, δικαιολογίες -«έπεσα από τις σκάλες»-, σκέψεις «θα του περάσει, θα διορθωθούν τα πράγματα, θα στρώσει», ύστερα «δεν θα βρω άλλον σαν κι’ αυτόν, αυτός μού ‘τυχε εμένα» και κουβέντες από τους γύρω «ε, για να την δέρνει, κάτι θα έκανε κι’ αυτή!».

Την είχα συναντήσει για άλλη μια φορά στο σπίτι της στη Γλυφάδα «μια Κυριακή απόγευμα», που της έγραψε κι’ ο Σταμάτης. Να με περιποιηθεί θέλει. Να μου φτιάξει την καλύτερή της συνταγή. «Κοκκινιστό, αγόρι μου;». «Κοκκινιστό». «Τι έγινε; Γιατί χάθηκες;». Ανακατεύει το κοτόπουλο στην κατσαρόλα μαζί με τον χυμό ντομάτας «για να δέσει», ακούμε από το παλιό της κασετόφωνο ένα λαϊκό του Καζαντζίδη «…και αν κάνεις δεσμό, μες σε λίγο καιρό θα χωρίσεις γιατί, θα υπάρχω εγώ», κάνει ένα μορφασμό παραδοχής, ψάχνει μια βαθύτερη κουτάλα στο επάνω συρτάρι της κουζίνας και με ρωτάει αν προτιμώ το γαλάζιο ή το λευκό σερβίτσιο. «Κατερίνα, γιατί δεν έφυγες όταν ο άντρας σου σου είχε δώσει την πρώτη μπουνιά;». 

«Υπάρχουν πολλοί λόγοι που δεν φεύγεις μόλις συναντήσεις τη βία στη ζωή σου. Λες “θα περάσει”, λες “είναι μια άσχημη στιγμή”, λες “κατά λάθος έγινε”, λες “είναι περαστικό”, λες “θα διορθωθεί”, λες “μ’ αγαπάει”. Αυτό είναι και το μεγαλύτερο λάθος, το “αφού μ’ αγαπάει!”. Και κάνεις υπομονή. Τελικά, αυτός δεν αλλάζει και εσύ καταστρέφεσαι… Οι άντρες αυτοί είναι τέρατα!». Πιάνει τα μαλλιά της κότσο, ξέχασε τη μαυροδάφνη, προσθέτει λίγη, «έτσι, για νοστιμιά», λιγότερο πιπέρι και σκόρδο.

«Ξέρεις πόσες φορές έπρεπε να βγω στην πίστα, με μελανιές από το ξύλο που έτρωγα και να μην μπορώ να τραγουδήσω; Ουουου, πολλές! Να πρέπει να κάνω τον κόσμο να διασκεδάσει, να περάσει καλά στα μαγαζιά που δούλευα τότε, και από μέσα η ψυχή μου να κλαίει;». Διαλέγει τελικά το γαλάζιο σερβίτσιο «για λίγο χρώμα στην Κυριακή μας», ψάχνει το σετ που είχε αγοράσει από το Λονδίνο όταν είχε ταξιδέψει εκεί για μια περιοδεία της, τότε που έκανε σουξέ με το «σ’ έχω κάνει Θεό» και το «μυστικέ μου έρωτα», το βρίσκει στο κάτω αριστερά ντουλαπάκι. «Γι’ αυτό συγκινήθηκες τώρα;». «Εντάξει, δεν είναι και ωραία αυτά που συζητάμε…». 

Γυρνάει λίγο το κεφάλι της αριστερά, προς το παραθυράκι της αυλής να μην βλέπω το πρόσωπό της, και συνεχίζει: «Ήξερε όλη η νύχτα τι ζωή περνούσα, αφού πήγαινα σημαδεμένη και πρησμένη. Προσπαθούσα να κάνω κάποια καμουφλάζ για να μη φαίνεται ότι έχω δεχτεί βία. Σκέψου ότι μου λείπουν και μαλλιά, γιατί μου τα έχουν ξεριζώσει. Φοβόμουν, από την άλλη, να το πω στους πιο κοντινούς μου ανθρώπους, αλλά ούτε και στους συναδέλφους μου το έλεγα, διότι δεν ήθελα να χαλάσει αυτό που είχα χτίσει: Την καριέρα μου, την μεγάλη επιτυχία που είχα από τα πρώτα μου βήματα στη δισκογραφία. Δεν ήθελα να ξέρει κανείς τι περνώ και να δίνω δικαιώματα! Ο κύριος λόγος ήταν ο φόβος για όλο αυτό. Ο φόβος…».

«Μετάνιωσες γι’ αυτό σου τον φόβο;». «Ναι. Αλλά άλλες οι συνθήκες τότε. Ένα έχω να πω: Οι γυναίκες που περνούν αυτά τα πράγματα χρειάζεται να βρουν τον τρόπο να ξεγλιστρήσουν, να φύγουν, γιατί η ζωή δεν βγαίνει με ψυχικά διαταραγμένα άτομα. Κι αν ένας άντρας σηκώσει έστω και μια φορά χέρι, τότε σίγουρα θα το ξανακάνει!». «Έκλαψες ή χάρηκες πιο πολύ στη ζωή σου, Κατερίνα;». «…Πιο πολύ έκλαψα. Έκλαψα που γυρνούσα από τη δουλειά μου απογοητευμένη, έκλαψα γιατί με κουτσομπόλεψαν στα μαγαζιά που δούλευα, έκλαψα γιατί ήμουν φτωχή και δεν είχα να βάλω δεύτερο φουστάνι, έκλαψα γιατί κλειδωνόμουν μέσα στην κρεβατοκάμαρα και δεν έβγαινα μήπως με βρουν και με δείρουν, έκλαψα για την ταπείνωση που μου προκάλεσαν, έκλαψα που μ’ έκαναν να μην έχω καμιά περηφάνια σαν άνθρωπος γιατί μ’ έκαναν σκουπίδι, έκλαψα γιατί με ποδοπάτησαν, έκλαψα γιατί έβγαινα να τραγουδήσω στην πίστα και καθόμουν πίσω πίσω, στην ορχήστρα, επειδή δεν είχαν τακούνια τα παπούτσια μου γιατί μου τα ‘χαν σπάσει…». 

Μου γεμίζει το πιάτο. Μέχρι επάνω «να ξεχειλίσουν οι μυρωδιές». Εκείνη δοκιμάζει μέσα από την κατσαρόλα. «Νομίζω πως θέλει λίγο αλατάκι ακόμα. Τι λες;». 

Info: Κέντρο άμεσης βοήθειας στην Κύπρο για την πρόληψη και αντιμετώπιση της βίας στην οικογένεια (ανώνυμα και δωρεάν): 1440. Γραμμή του πολίτη: 1460. 

xatzigeorgiou@yahoo.com

Φιλελεύθερα, 26.9.2021.