Στον ιδεολόγο ποιητή που αγωνιζόταν για δημοκρατία και ελευθερία αναφέρεται το βιβλίο της Κλεοπάτρας Μακρίδου: “Δώρος Λοΐζου. Ο Ωραίος της Επανάστασης”
Η Κύπρια ποιήτρια Κλεοπάτρα Μακρίδου Robinet ζει στη Γαλλία, αλλά συχνά ταξιδεύει στη Μεγαλόνησο, για την οποία η αγάπη της είναι αθεράπευτη και πλημμυρίζει τις δεκατρείς ποιητικές συλλογές που δημοσίευσε μέχρι σήμερα. Στα ποιήματά της αποτυπώνονται με τα πιο έντονα χρώματα οι διαχρονικοί αγώνες της νήσου για ελευθερία και διατήρηση της ελληνικότητάς της, οι ολέθριες συνέπειες της τουρκικής εισβολής, οι απώλειες, ο ξεριζωμός από τα πατρογονικά χώματα, το δράμα των αγνοουμένων και η κατοχή. Συχνά, ο λόγος της είναι καταγγελτικός για τους άφρονες που ενέπλεξαν τη νήσο σε περιπέτειες και την οδήγησαν στην καταστροφή, για όσους, στη συνέχεια, αποστασιοποιήθηκαν, συμβιβάστηκαν ή έμειναν σιωπηλοί και για τους ισχυρούς που συχνά εξομοιώνουν τον θύτη με το θύμα και παράλληλα παρουσιάζονται ως υπερασπιστές της διεθνούς νομιμότητας και προστάτες των ανθρωπίνων δικαιωμάτων.
Το τελευταίο της έργο αναφέρεται στον ποιητή Δώρο Λοΐζου, που δολοφονήθηκε από τις σκοτεινές δυνάμεις της μισαλοδοξίας και του φανατισμού που τόσα δεινά προκάλεσαν στην Κύπρο. Τίτλος του είναι «Δῶρος Λοΐζου. Ὁ Ὡραῖος τῆς Ἐπανάστασης». Πρόκειται για ποιήματα που εξαίρουν τη δράση του Δώρου Λοΐζου, του ποιητή που έλαβε μέρος σε όλους τους αγώνες της εποχής του· στον αντιβρετανικό αγώνα 1955-59, στον αντιδικτατορικό αγώνα στην Ελλάδα, στην αντίσταση στο πραξικόπημα της 15ης Ιουλίου.
Οι έξι ενότητες του έργου ακολουθούν την πορεία του και παραπέμπουν σε γεγονότα που έζησε ο ίδιος, προσδιόρισαν σε μεγάλο βαθμό τις πολιτικές επιλογές και τις απόψεις του όχι μόνο για τις συνθήκες κάτω από τις οποίες κυλούσε η ζωή στην ιδιαίτερη πατρίδα του, αλλά για τον κόσμο γενικότερα. Οι λέξεις, οι αφηγήσεις, οι οπτικές και ηχητικές εικόνες, που περικλείει στους στίχους της η Κλεοπάτρα Μακρίδου, συνθέτουν ύμνο προς τον πρόωρα χαμένο ποιητή, η δράση του οποίου δεν περιορίστηκε μόνο στον χώρο της Κύπρου αλλά είχε επεκταθεί και στην Ελλάδα. Η φοίτησή του στη Σχολή Τουριστικών Επαγγελμάτων της Ρόδου συνέπεσε με την απριλιανή δικτατορία του 1967, αλλά η εναντίωσή του στον αυταρχισμό και στην κατάλυση της δημοκρατίας, είχε ως αποτέλεσμα την αποπομπή του από τη Σχολή. Η ποιήτρια μας θυμίζει τα γεγονότα με στίχους μελαγχολικούς και θλιμένους αλλά συνάμα δηλωτικούς του πείσματος και της απόφασης του νεαρού φοιτητή να αντισταθεί στην καταπίεση και την επιβολή.
Σε όλα τα ποιήματα κυριαρχεί το β΄ρηματικό πρόσωπο που προσδίδει αμεσότητα και διευκολύνει το ποιητικό υποκείμενο να διηγηθεί όσα προηγήθηκαν εκείνου του πικρού αυγουστιάτικου πρωινού. Στον μονόλογό του εκφράζει την απέχθεια και τον αποτροπιασμό για εκείνους που, τυφλωμένοι από το μίσος, διέπραξαν το προδοτικό πραξικόπημα κατά της νόμιμης κυβέρνησης της νήσου και, λίγο αργότερα, αφαίρεσαν τη ζωή του οραματιστή ποιητή.
Παράλληλα με τη δήλωση του χρόνου, κατά τον οποίο ο Δώρος Λοΐζου έχανε τη ζωή του από τις σφαίρες των δολοφόνων, γίνεται αναφορά και στις συνθήκες που διαμορφώθηκαν στη Μεγαλόνησο μετά την τουρκική εισβολή. Όμως, η ποιήτρια δεν περιορίζει την αφήγησή της μόνο στο παρελθόν. Αναφέρεται και στο αποκαρδιωτικό παρόν, καθόσον η πληγή της Μεγαλονήσου, αν και έχουν παρέλθει τέσσερις δεκαετίες και οδεύουμε προς την πέμπτη, παραμένει ανεπούλωτη και οι κίνδυνοι που την απειλούν είναι μεγάλοι. Οι πρόσφυγες φεύγουν από τη ζωή χωρίς να ζήσουν το «νόστιμον ἧμαρ», η μνήμη εξασθενεί, η λήθη όλο και περισσότερο απλώνεται, οι αγνοούμενοι εξακολουθούν να αγνοούνται και τα οστά πολλών ανευρίσκονται σε περιοχές, όπου «διέπρεψαν» οι ειρηνοποιοί του Αττίλα. Σήμερα μαζεύουμε τὰ λίγα ὀστά τῶν παιδιῶν μας/ σὲ μαδημένα τοπία/ γιὰ νὰ τὰ θάψουμε σὲ τάφους/ στὴν ἄλλη πλευρὰ τῆς Πράσινης γραμμῆς…
Όλα εκείνα στα οποία είχε πιστέψει ο Δώρος και για τα οποία έδωσε τη ζωή του έγιναν συντρίμμια. Οι δρόμοι όπου περπάτησε και οι κατευθύνσεις, όπου οδηγούν, έχουν αλλάξει, οι παλιοί συνοδοιπόροι έπαψαν να μιλούν για αγώνες, συμβιβάστηκαν, βολεύτηκαν και εγκατέλειψαν στόχους, επιδιώξεις και σκοπούς. Οι ελπίδες, για να παλινορθωθούν τα όνειρα, εναποτίθενται στη χάραξη μιας άλλης πορείας, στο ξαναζωντάνεμα της φλόγας που θα πυρώσει τη θέληση για αντίσταση στον κατήφορο και τη μιζέρια. Ο Δώρος και όλοι όσοι πέθαναν, για να ζήσουν ελεύθεροι, πρέπει να αποτελέσουν παράδειγμα για τους νυν και τους επιγιγνόμενους. Ἐσύ φωνὴ Ἀντίστασης/ οἶστρος τῆς ἐθνικῆς μας μιζέριας/ ποὺ κρατεῖς ἀκόμη μέσα ἀπὸ τὸν τάφο σου/ τὴ σημαία τῆς Ἀπελευθέρωσης/ βγὲς ξανὰ στοὺς δρόμους καὶ τὶς πλατεῖες/ νὰ πεῖς στοὺς συντρόφους σου/ πὼς κανεὶς δὲν μπορεῖ νὰ τοὺς ὑποδουλώσει/ ἐκτὸς κι ἄν οἱ ἴδιοι σκύψουν τὸν αὐχένα!
Η Κλεοπάτρα Μακρίδου, και σε αυτό το έργο της, αφήνει να ξεδιπλωθούν τα χαρακτηριστικά της ποίησής της. Κέντρο της η Κύπρος και οι άνθρωποί της, η διαρκής παρουσία στον χρόνο και στον χώρο, οι τραυματικές εμπειρίες από κατακτητές και εισβολείς, οι ταπεινώσεις και η κακοδαιμονία αλλά και οι αγώνες για ελευθερία και δικαιοσύνη, οι αντοχές, οι εξάρσεις, η αντίσταση στην αυθαιρεσία, την καταπίεση και την τυραννία. Όλα αυτά διοχετεύονται στα ποιήματά της με αφηγηματικότητα και θεατρικότητα, με αυθόρμητο, αυθεντικό και ειλικρινή λόγο, με γρηγορούσα μνήμη και καταλογισμό ευθυνών για τη σημερινή κατάσταση της νήσου και για όσα οι ισχυροί εξυφαίνουν σε βάρος της στο όνομα των συμφερόντων τους.
*Ο Μανώλης Μ. Στεργιούλης είναι δ.φ., Διευθυντής του Πειραματικού Σχολείου Πανεπιστημίου Αθηνών.
Φιλελεύθερα, 27.6.2021.