Ευφροσύνη Μαντά Λαζάρου: «Ένα δέντρο λιβάνι και πάλι ο ξηρανθός», εκδόσεις Βακχικόν, 2020.
Η Ευφροσύνη Μαντά Λαζάρου έχει την ικανότητα να ανανεώνεται συνεχώς, τόσο θεματικά όσο και υφολογικά, ενώ κάποιες φορές οι αναζητήσεις της αγγίζουν και ειδολογικές παραμέτρους. Αυτό συμβαίνει με την τελευταία της συλλογή: «Ένα δέντρο λιβάνι και πάλι ο ξηρανθός», που θα επιχειρήσω να παρουσιάσω στη συνέχεια. Η Ε.Μ.Λ. από το 2002 μέχρι το 2020 έδωσε στο αναγνωστικό κοινό επτά ποιητικές συλλογές, που κάθε άλλο παρά από στατικότητα χαρακτηρίζονται. Η ευδιάκριτη εξελικτική πορεία, καθώς και η ευκρινής προσπάθεια συνεχούς ανανέωσης, πιστεύω πως είναι από τις κύριες συγγραφικές αρετές της ποιήτριας.
Η νέα συλλογή ξεκινά με τέσσερα ευσύνοπτα πεζά κείμενα, αυτοαναφορικά ως ένα βαθμό. Αφού, μάλλον ελαύνονται από τον ευρύτερο κύκλο των οικογενειακών της βιωμάτων. Δεν είμαι και βέβαιος αν αυτά τα κείμενα μπορούν να χαρακτηριστούν πεζόμορφα ποιήματα ή να καταταχθούν σε οποιαδήποτε άλλη παρεμφερή ειδολογική κατηγορία. Το βέβαιο είναι ότι διακρίνονται για το βάθος, την ευαισθησία και τη στοχαστικότητα τους. Το γεγονός, αν συνδυαστεί και με την ελλειπτικότητα του λόγου της Ε.Μ.Λ., διασφαλίζει και την ποιητική υφή αυτών των κειμένων.
Θέλω να σταθώ ιδιαίτερα στο δεύτερο κείμενο, που αρχίζει με σαφείς αναφορές στον πατέρα της ποιήτριας και στις θύμησες από τον βίο του, δοσμένες με μεγάλη τρυφερότητα: «Ο πατέρας έρχεται συχνά πότε στις αγορές, πότε στις εξοχές∙ τον παίρνω στη θάλασσα, τον βρίσκω στο βουνό και πάντα με το πρόσχαρο βιβλίο του, από στήθους ποιήματα και ιστορία, στοχαστικά βλέμματα σε δοκίμια φιλοσόφων, το συναξάρι της ζωής του και τραγούδια». Εκεί όμως που το κείμενο «απογειώνεται» αισθητικά και νοηματικά, είναι όταν οι μνήμες αυτές συμπλέκονται με τη νεότερη κυπριακή ιστορία και τον απελευθερωτικό αγώνα του λαού μας: «Στον δρόμο για τον Μαχαιρά σωπαίνει. Οσμίζεται βενζίνη και καμένη σάρκα. Κοίτα, κοίτα να δεις το αίμα τους που έγινε βασίλειο. Αφουγκράζεται. Ξύπνα, ξύπνα καημένη μου…». (σελ. 10) Η Ε.Μ.Λ., μ’ αυτό τον τρόπο, αιφνιδιάζει συγκινησιακά τον αναγνώστη της και τον κερδίζει.
Στο τελευταίο κείμενο αυτού του κουαρτέτου δεσπόζουν οι φιλοσοφικοί στοχασμοί, με μια επίγευση από ποιητολογικές νύξεις: «Ούτε νυχτώνει, ούτε ξημερώνει, καθώς παιδιά του θάβοντας, με το φθαρτό καρπό του φεύγει εξόριστος ο άνθρωπος, διωγμένος έξω από τις φυλλωσιές των λέξεων πέφτει μέσα σε πόρους, όπου δικός του ξένου και ξένο το δικό και πια δεν κατοικεί. Από παρόμοια χρεία κτίζουμε τα σπίτια μας, κτίζουμε και τις λέξεις μας, χρεία όμως για λέξεις πια καμιά…». (σελ. 12) Βεβαίως, το κείμενο αυτό αποπνέει επίσης τη θλίψη και την πίκρα της λογοτέχνιδας, κυρίως για τα δρώμενα στο σύγχρονο κοινωνικό γίγνεσθαι.
Περνώντας στο εκτενέστερο αμιγώς ποιητικό μέρος του βιβλίου, διαπιστώνουμε ότι τα προβλήματα που ταλανίζουν την ανθρωπότητα στις μέρες μας, όπως το μεταναστευτικό και τα παρεπόμενα του, απασχολούν έντονα την ποιήτρια. Το ποίημα «Πεθαμένα παιδιά» είναι αρκούντως ενδεικτικό. Παραθέτω χαρακτηριστικά αποσπάσματα: «Από ποια μεριά της / φέρνει η θάλασσα τους κρίνους / κι από ποια μεριά της φτάνει / το κερί και το λιβάνι; / Του ποταμού ποια η όχθη που ανθίζει / και ο θάνατος σε ποια όχθη ψαλμωδεί;». (σελ. 16) «Παιδιά ιππεύουν τις πλάτες της νύχτας / αρπαγμένα μέσα στην άλογη χαίτη. / Ο νέος ποιητής, όταν γυρίσει / θα καλπάζει με χείλη κλειστά». (σελ. 17)
Γενικά, η θεώρηση του μεταναστευτικού ζητήματος μέσα από τους στίχους της ποιήτριας, πραγματώνεται – εύστοχα, ακαριαία και καίρια – στο επίπεδο της τρυφερής παιδικής ηλικίας. Τα παιδιά μετανάστες ή καλύτερα τα παιδιά μεταναστών ενεργοποιούν τους ευαίσθητους αισθητήρες της Ε.Μ.Λ. σε απόλυτο βαθμό: «Παιδιά στον άνεμο. / Τα βλέπεις μες στον ζόφο των θορύβων να πηγαίνουν, / μια λύπη φαγωμένη από, θάμβη, αδιάφορα. / …Και δίχως λέξεις οι φωλιές της σιωπής / διώχνουν τα πουλιά στον άνεμο, / στον θάνατο του νόστου». (σελ. 20)
Το ίδιο μοτίβο, θεματικό μα και αισθητικό, έρχεται και επανέρχεται και στη συνέχεια: « Και παίρνει να φορέσει ένα σακάκι από τα πλούσια αποφόρια τους. / Και θυμάται πως του έχει λείψει πολύ η στοργή της φτώχειας. / Αυτή η θαλπωρή μιας ειδικής πολυτέλειας. / …Αλλά να έχεις μια πατρίδα μες στο χειμώνα, είναι ένας πλούτος ανάπαυσης. / Σαν να σε ντύνει η μάνα σου βασιλικά με ό,τι κατορθώνει». (σελ. 27) Εδώ οι αισθητικές κατηγορίες «πατρίδα» και «μάνα» συνταιριάζονται με μια ιδιαίτερα νεότροπη και καινοτόμα προσέγγιση, ουδόλως ειδυλλιακή αλλά καθ’ όλα πικρή, όπως και η στυγνή πραγματικότητα άλλωστε.
Θεωρώ το ποίημα «Μινύρισμα» ως την καλύτερη στιγμή του βιβλίου. Μένοντας πάντα στη μεταναστευτική θεματική, η ποιήτρια συνταιριάζει με αισθητική επάρκεια, φαντασία και υπερβατικότητα, παιδικούς ήρωες από τα έργα του Παπαδιαμάντη, παιδιά θύματα της τουρκικής εισβολής στην πατρίδα μας και προσφυγόπουλα που πνίγηκαν στη Μεσόγειο: «Τρυγάει ο θάνατος, τρυγάει και ο έρωτας. / Τρυγάει ο έρωτας, τρυγάει και ο θάνατος. / …Το νήπιο το απαρηγόρητο με τα χειλάκια στην πιπίλα ακόμη. / Το τρυγάει. / Απτούλ, Φατμά, Ομάρ, Φατί. / Τρυγάει πρώτα τον πρόσφυγα και τους ξενιτεμένους / Τρυγάει σήμερα, τρυγάει, εξηκολούθει το πουλί. / Να θυμιατίσει θέλει πάνω από τις θάλασσες / Όλα τ’ αφανισμένα». (σελ. 28)
Τέλος, στο ποίημα που η Ε.Μ.Λ. αφιερώνει στην επίσης ποιήτρια Φροσούλα Κολοσιάτου, επικαλείται το μεγάλο Αλεξανδρινό ποιητή για ν’ αναφωνήσει: «Νερά δικά μας, ποιητή! / Οι συγκινήσεις…Τι ρίγη, πυρετοί / και υγρασία μιας θερμής ζωής. / – Τόσοι πνιγμοί!» (σελ. 32) Εδώ αξίζει να σημειωθεί ότι και η τελευταία συλλογή της Κολοσιάτου: «Φοράει τα μάτια του νερού», εκδόσεις Γαβριηλίδη 2017, είναι περίπου ομόθεμη με την υπό αναφορά συλλογή της Ε.Μ.Λ.
g.frangos@cytanet.com.cy