«Ο Πέερ Γκυντ από το Κόσοβο» του Γετόν Νεζιράι σε σκηνοθεσία Μάριου Θεοχάρους.

Φέρτε στο νου σας ένα μικρό κράτος, με πολυτάραχη ιστορία, η ανεξαρτησία του οποίου πέρασε από μύρια κύματα και παραμένει κηδεμονευόμενο από τρίτες χώρες και διεθνείς οργανισμούς. Όχι, δεν είναι αυτό που νομίζετε. Αναφέρομαι στο Κόσοβο ή Κοσσυφοπέδιο, μια αυτόνομη περιοχή με παρόμοια έκταση κι ελάχιστα μεγαλύτερο πληθυσμό από την Κύπρο. Το Κόσοβο, λοιπόν, μπορεί να μην έχει αναγνωριστεί από τις μισές χώρες- μέλη του ΟΗΕ, αλλά μέσα στο παράλογο της ανταριασμένης του κρατικής υπόστασης φαίνεται ότι δεν έχουν καταπνιγεί οι καθαρές πολιτικές φωνές, με αντιεθνικιστική χροιά.

Μια τέτοια φωνή είναι αυτή του Γετόν Νεζιράι, ενός θεατρικού συγγραφέα που έχει γράψει 25 έργα τα οποία έχουν παρουσιαστεί σε 15 γλώσσες, σε πολλές χώρες ανά τον κόσμο. Διετέλεσε καλλιτεχνικός διευθυντής του Εθνικού Θεάτρου στην Πρίστινα από το 2008 μέχρι το 2011 με τον ίδιο να θεωρεί μέχρι σήμερα ότι η απομάκρυνσή του συνδέεται με τις πολιτικές του απόψεις και την απροθυμία του να επιτρέψει να χρησιμοποιείται το θέατρο ως εργαλείο χειραγώγησης από τις αρχές. Ήταν τότε που με τον οργανισμό Κέντρα, του οποίου ηγείται, αποφάσισαν να επικεντρωθούν στις ανθρώπινες ιστορίες, αγγίζοντας ταμπού ή ευαίσθητα θέματα και εξοργίζοντας ομοφοβικούς, εθνικιστές αλλά και κρατικούς αξιωματούχους, με αποτέλεσμα συχνά να βρίσκονται αστυνομικές δυνάμεις έξω από τα θέατρα όπου παρουσιάζονται οι παραστάσεις τους.

Ο Γετόν Νεζιράι αρέσκεται να συνδιαλλέγεται με κορυφαίους δραματουργούς όπως ο Ίψεν και ο Μπρεχτ και συχνά εμπνέεται από διάσημα έργα και «πειράζει» τίτλους διάσημων λογοτεχνικών κειμένων. Το έργο «Ο Πέερ Γκυντ από το Κόσοβο» που παρουσιάζει το Θέατρο Σκάλα σε σκηνοθεσία Μάριου Θεοχάρους είναι μια τέτοια περίπτωση, μια ελεύθερη μεταφορά του δραματικού ποιήματος του Ίψεν που αποθέωσε με την πασίγνωστη λυρική του σουίτα ο συνθέτης Έντβαρντ Γκριγκ. Συνδυάζεται με μια ημι-βιογραφική ιστορία καθώς η διαδρομή του Πέερ εκκινεί από το προπολεμικό Κοσσυφοπέδιο προς αναζήτηση μιας φωτεινότερης προοπτικής, ουσιαστικά κυνηγώντας το άπιαστο «Ευρωπαϊκό Όνειρο».

Η επιθυμία του να βρει την ευτυχία και την ελευθερία προσκρούει συνεχώς στην περιφρόνηση και τη γραφειοκρατία κι είναι σαφές εδώ ότι το προσωπικό όνειρο του κεντρικού ήρωα ταυτίζεται με τη συλλογική απαντοχή μιας εθνότητας για ένα καλύτερο μέλλον. Σταδιακά, έχοντας σπάσει τα μούτρα του πάνω σε πολλές κλειστές πόρτες σε διάφορες χώρες, ο Πέερ γίνεται ένας «ντεσπεράντο», ένας απελπισμένος παράνομος. Έρμαιο των συνθηκών και της αδικίας, βρίσκει τον χαμένο του αυτοσεβασμό στις αλβανικές συμμορίες, καταλήγει έμπορος ναρκωτικών, φυλακίζεται και τελικά ριζοσπαστικοποιείται.

Ο συγγραφέας είναι πολύ τρυφερός με τον ήρωά του κι ο θεατής, παρακολουθώντας ένα προσωπικό δράμα να εκτυλίσσεται και γυμνές τις αιτίες που τον ώθησαν σε συγκεκριμένες επιλογές, δεν μπορεί παρά να τον συμπαθήσει ή έστω να του δώσει ελαφρυντικά. Αναγνωρίζει τη διαλεκτική του κοινωνικού αίτιου– αποτελέσματος. Έτσι, ο θεατής καλείται εν τέλει να αντιμετωπίσει τις ίδιες του τις προκαταλήψεις, χωρίς αυτό να σημαίνει ότι το έργο ρέπει προς τον διδακτισμό. Σε μεγάλο ποσοστό, εστιάζει στην κωμική πτυχή των καταστάσεων, αντλώντας χιούμορ μέσα από τα πιο πηχτά σκοτάδια.

Ο Μάριος Θεοχάρους επενδύει σκηνοθετικά στην υπογράμμιση του κωμικού στοιχείου, αλλά και στην ανατροπή της ρεαλιστικής αντίληψης, συνεπικουρούμενος από τα σκηνικά και τα κοστούμια της Θέλμας Κασουλίδου. Η εύθραυστη, ανισόρροπη, ευμετάβλητη κι εν τέλει εφιαλτική όψη του (σκηνικού) κόσμου είναι ένα εγχείρημα συγκερασμού του ποιητικού θεάτρου με το ρεαλιστικό. Η παράσταση είναι μια συνεχής άσκηση ύφους σε ριψοκίνδυνα υψηλούς ρυθμούς. Δεν είναι εύκολη η μελέτη του συγκεκριμένου έργου, διότι ελλοχεύει ο κίνδυνος το βαλκανικό φοκλόρ να υπερτονιστεί και να αποπροσανατολίσει, ενώ ζητούμενο παραμένει η διατήρηση της κριτικής απόστασης που θα επιτρέψει στη σάτιρα και τη διακειμενικότητα να λειτουργήσουν.

Στοιχεία όπως η σχέση του ήρωα με τη μητέρα του και τα κρεμμύδια παραπέμπουν απευθείας στο έργο του Ίψεν, το οποίο είναι το σκανδιναβικό αντίστοιχο του «Δον Κιχώτη». Στην 5η και τελευταία πράξη του «Πέερ Γκυντ», ο Ίψεν βάζει τον ήρωά του να ξεφλουδίζει ένα ταπεινό κρεμμύδι στρώμα- στρώμα σε μια διαδικασία απολογισμού της ζωής του που ολοκληρώνεται με τη διαπίστωση ότι δεν υπάρχει κεντρικός πυρήνας. Ο Νεζιράι βάζει τον δικό του ήρωα να τρώει σαν φρούτο το κρεμμύδι ως μέσο ανακούφισης από τα δακρυγόνα. Το τρώει βίαια, βιαστικά, απεγνωσμένα, καθώς στοχάζεται πάνω στη δική του διαδρομή και την ηθική του ταλάντευση ανάμεσα στο καλό και το κακό.

Ο Τζούλιο Φιλίππο Ντ’ Ερίκο είναι ταιριαστός στον ρόλο του και για 90 λεπτά στη σκηνή αποδίδει φιλότιμα και εύκαμπτα την οδύνη και το συναισθηματικό φρακάρισμα του ήρωά του, καθώς ακομπανιάρεται αποτελεσματικά από τον υπόλοιπο θίασο.

Είναι ενδιαφέρον το γεγονός ότι η κυπριακή παραγωγή θα ταξιδέψει το φθινόπωρο στο Κόσοβο για να συμμετάσχει στο θεατρικό Showcase που διοργανώνει η ομάδα του Νεζιράι- μια ακόμη αινέσιμη πρωτοβουλία για να βγάλει την ιδιαίτερη πατρίδα του από την καλλιτεχνική απομόνωση.

Φιλελεύθερα, 11.4.21