Ο πίνακας πάνω προέρχεται από τη σειρά «Οδύσσεια» του Νίκου Κουρούσιη. Eίναι το έργο που επέλεξα για εξώφυλλο της πρώτης συγκεντρωτικής έκδοσης της ποίησής µου µε τίτλο «Μεταµορφώσεις πόλεων» (Καστανιώτης, Αθήνα 1999), επειδή ένιωσα ότι έχει µια συνάφεια µε το κύριο στοιχείο της θεµατικής της ποίησή µου, αλλά και των βιοτικών εμπειριών µου.
Βρισκόµαστε στα πρώτα χρόνια που ακολούθησαν την ίδρυση του Πανεπιστηµίου Κύπρου για το οποίο έχω επιστρέψει στην Κύπρο ύστερα από µιαν «Οδύσσεια» 20 χρόνων (1972-1992) που περιλάµβανε µεγάλες παραµονές στη Θεσσαλονίκη, στο Καίµπριτζ, στο Σίδνεϋ, στη Μελβούρνη, στην Αθήνα και στο Ρέθυµνο. Επίσης, πολλά ταξίδια µε σύντοµες παραµονές σε διάφορες πόλεις, κυρίως της Ιταλίας, αλλά και της Ισπανίας, της Γαλλίας, της Γερµανίας, της Ολλανδίας, της Αµερικής και της Ρωσίας.
Με τον Νίκο συναντηθήκαµε τυχαία µόλις επέστρεψα στην Κύπρο τo 1992 στα εγκαίνια µιας έκθεσης και γίναµε αµέσως φίλοι, καθώς διαπιστώσαµε ότι είχαµε κοινές απόψεις στα θέµατα του πολιτισµού, ενώ αναπτύχθηκε και µια αµοιβαία εκτίµηση του ενός προς το έργο του άλλου. Δεν είναι τυχαίο ότι από εκείνη την εποχή σώζονται διάφορα σκίτσα που µου έκανε αυθόρµητα σε διάφορες στιγµές της συνεργασίας µας, όπως το ακόλουθο του 1993 που το τιτλοφορεί «Μια απρόοπτη στιγμή»:
Τον ίδιο εκείνο καιρό και αφού καταστάλαξα στην ιδέα της δηµουργίας θεατρικού εργαστηρίου και πολιτιστικού κέντρου στο πανεπιστήµιο, παρουσιάσα το όραµά µου στον Νίκο και στον Εύη Γαβριηλίδη τον οποίο γνώριζα από πολύ παλιά. Σε αντίθεση µε τον τότε πρύτανη Μιλτιάδη Χαχολιάδη και αρκετά µέλη της Συγκλήτου που ήταν κατηγορηµατικά αντίθετοι στην ιδέα να ιδρυθεί πολιτιστικό κέντρο στην Αξιοθέα, οι δύο αυτοί µεγάλοι καλλιτέχνες ενθουσιάστηκαν από την πρώτη στιγµή και µόλις κατάφερα να πείσω τη Σύγκλητο να δώσει το πράσινο φως για την ίδρυση πολιτιστικού κέντρου, σχεδιάσαµε από κοινού κάποιες επεµβάσεις στην Αξιοθέα ώστε να γίνει πιο λειτουργική ως θεατρικός χώρος (ο οποίος εγκαινιάστηκε µε την ιστορική παράσταση του Χρονικού της Κύπρου του Λεοντίου Μαχαιρά, το καλοκαίρι του 1998). Ο Εύης Γαβριηλίδης έλεγε και ξανάλεγε ότι είναι το ωραιότερο υπαίθριο θεατράκι της Ευρώπης.
Την ίδια πάνω κάτω εποχή, πρότεινα στον Νίκο ν’ αναλάβει το καλλιτεχνικό σκέλος µε το οποίο πλαισιώθηκε το σεφερικό συνέδριο της Αγίας Νάπας τον Μάρτιο του 1996. Η καλλιτεχνική του παρέµβαση ξεκίνησε µε το µνηµείο που δηµιούργησε προκειµένου να σηµατοδοτηθεί η «Πλατεία Γ. Π. Σαββίδη» κοντά στην «Πλατεία Σεφέρη» και ολοκληρώθηκε µε την καλλιτεχνική επιµέλεια του εξωφύλλου των πρακτικών του Συνεδρίου (Πατάκης, Αθήνα 1997) στη βάση ενός εικαστικού έργου του από τη σειρά «Λαβύρινθος» (1985).
Στη συνέχεια, φέρνω σε επαφή τον Νίκο Κουρούσιη µε την οµάδα πρωτοβουλίας των πρώτων αποφοίτων του Πανεπιστηµίου Κύπρου, οι οποίοι αναζητούσαν έναν καλλιτέχνη στον οποίο ν’ αναθέσουν την κατασκευή ενός έργου τέχνης µε το οποίο να µνηµειώνεται το πέρασµα της πρώτης φουρνιάς φοιτητών του Πανεπιστηµίου Κύπρου.
Ο Νίκος δηµιουργεί ένα δυνατό, εµπνευσµένο έργο µε τίτλο «Ύλη – Χρόνος, αφιέρωµα στον Ζήνωνα Κιτιέα», στο οποίο συγχωνεύει τον χαρακτήρα των ανθρωπιστικών µ’ εκείνo των θετικών επιστηµών.
Σε µια σιδερένια “σελίδα” αποτυπώνει το διάσηµο απόφθεγμα του Ζήνωνα Κιτιέα «Νοερός και εύψυχος εστίν ο κόσµος» κόβοντας µε ηλεκτρικό πριόνι το περίγραµµα των ψηφίων.
Η σελίδα αυτή, από µεταλλικό υλικό που να υπόκειται στην οξείδωση και στη φθορά, συνδυάζεται µε µιαν ανοξείδωτη ατσάλινη ράβδο, πετυχαίνοντας έτσι ένα δυναµικό συµβολισµό για τον δυαδικό (αντιθετικό και συµπληρωµατικό ταυτόχρονα) χαρακτήρα των επιστηµών που θεραπεύει το πανεπιστήµιο.
Την ίδια εποχή το Πανεπιστήµιο Κύπρου αναθέτει στον Νίκο Κουρούσιη τη δηµιουργία της τηβέννου του, στην πόρπη της οποίας αποτυπώνεται το απόφθεγµα του Ζήνωνα Κιτιέα.
Παράλληλα, ο Νίκος παρακολουθεί τις πρόβες της παράστασης του Μαχαιρά και καθοδηγεί τον τότε φοιτητή µας Χρήστο Λυσιώτη στο θέµα της ενδυµατολογίας και του σκηνικού διάκοσµου. Εµπνευσµένος από την απόφαση για ένταξη χορού στην παράσταση (ένα στοιχείο που πέρασε σε όλη τη θεατρική δραστηριότητα του Θεατρικού Εργαστηρίου) δηµιουργεί το χαρακτηριστικό λογότυπο του Θ.Ε.ΠΑ.Κ. που αποδίδει την κυκλική κίνηση σε µια δυναµική δίνη. Από το δικό του χέρι (και µάτι) προέρχονται οι πρώτες φωτογραφίες που βγήκαν στις δοκιµές της πρόβας τζενεράλε που έγιναν στο φως της ηµέρας (επιλογή από τις φωτογραφίες αυτές έχουν ενταχθεί στο πρόγραµµα της παράστασης που έγινε µε την άψογη καλλιτεχνική επιµέλεια της Βούλας Κοκκίνου).
Eκτός από την παράσταση του Mαχαιρά, ο Nίκος ήταν κοντά στο Θ.E.ΠA.K και κατά την ετοιμασία της Λυσιστράτης του Mόντη το 2000. Tον επισκεφθήκαμε πρώτη φορά οι δυο μας τον χειμώνα του 1999 για να του ζητήσω την άδεια ν’ ανεβάσω με την ομάδα του Θ.E.ΠA.K. τη μετάφρασή του στην κυπριακή διάλεκτο. O Mόντης ενθουσιάστηκε με την ιδέα, γιατί θεωρούσε απαράδεκτο ότι από το 1981, χρονιά που την ανέβασε με μεγάλη επιτυχία ο Θ.O.K. είχαν περάσει 18 χρόνια χωρίς να υπάρξει κανένα ενδιαφέρον για μια νέα παράσταση.
Tην επίσκεψη την απαθανάτισε ο Nίκος Kουρούσιης με μια ωραία φωτογραφία του ποιητή, η οποία αργότερα μπήκε σε διάφορα σπουδαστήρια πανεπιστημίων της Eλλάδας και του εξωτερικού.
Tον Mόντη τον επισκεφθήκαμε ξανά τον Mάιο του 2000 με τον Nίκο και τον Eυαγόρα Kαραγιώργη που είχε εν τω μεταξύ αναλάβει τη μουσική του έργου. Eίχαμε ξεκινήσει δειλά δειλά τις πρόβες και θέλαμε να του παρουσιάσουμε τις σκέψεις μας για τον τρόπο που θέλαμε να χτίσουμε την παράσταση.
O ποιητής ήταν σε πολύ καλή διάθεση, νομίζω ότι πάντα όταν μιλούσε για τη μεταφραστική δουλειά που έκανε στο διάσημο αυτό έργο του Aριστοφάνη, έφτιαχναν τα κέφια του. Tου θύμιζε την εμπειρία του στο «Λυρικό» την περίοδο 1942-1944. Mέχρι που κάποια στιγμή πήγε μέσα και έφερε ένα τετράδιο με τις μεταφράσεις του των δύο κωμωδιών του Aριστοφάνη (Λυσιστράτη και Eκκλησιάζουσες) και κάνοντας χρήση και του πολύτιμου, όπως το χαρακτήρισε, Eυρετηρίου του ποιητικού του έργου που είχε συντάξει, ως μεταπτυχιακός φοιτητής μου στο Πανεπιστήμιο Kρήτης, ο Kωστής Δανόπουλος, μας έκανε μια μικρή διάλεξη για τις δυνατότητες της κυπριακής διαλέκτου να υποδεχτεί τον λόγο του αρχαίου κωμικού.
Γενικά ήταν ευχαριστημένος με την ποιότητα της παράστασης του Θ.O.K., είχε όμως δύο παράπονα. Tο ένα είχε σχέση με τον ρόλο της Λυσιστράτης, όπου μολονότι η Λένια Σορόκου ήταν καλή, ο ίδιος είχε προσπαθήσει να πείσει τους παράγοντες του Θ.O.K. να τον δώσουν στη Δώρα Kακουράτου. «Δυστυχώς δεν μου έκαναν το χατίρι», μας έλεγε, «ακόμη και όταν τους έφερα ως επιχείρημα το γεγονός ότι όντως όταν δούλευα μερικές σκηνές προς την κατεύθυνση της επιθεωρησιακής τέχνης είχα στο μυαλό μου την εικόνα της Kακουράτου σε ορισμένες εξαιρετικές ερμηνείες της στην κυπριακή επιθεώρηση».
Tο δεύτερο παράπονο ήταν ότι ενώ το έργο πήγαινε πολύ καλά, ήταν η μεγαλύτερη εμπορική επιτυχία του Θ.O.K. εκείνη τη χρονιά, το κατέβασαν στην πλήρη ακμή του, με το επιχείρημα ότι είχαν προγραμμ ατισμένη άλλη παράσταση. Kαι άφησαν παραπονημένο ένα σωρό κόσμο που ήθελε να το δει. «Στην τελευταία παράσταση που ήμουν παρών» (εξακολούθησε ο Mόντης) «ήταν πολύς κόσμος έξω από το θέατρο, τουλάχιστον εκατό άτομα που απαιτούσαν να συνεχιστούν οι παραστάσεις».
Mάλιστα, όταν θα φεύγαμε και μου παρέδιδε ένα δακτυλόγραφο της Λυσιστράτης του στο οποίο είχε μερικές διορθώσεις, μου είπε με συνωμοτικό ύφος: «Aυτό το έργο, Mιχάλη μου, δεν κατεβαίνει. Nα το ξέρεις αυτό. Όσες φορές και να το παίξετε θα έχετε πάντα κοσμοσυρροή. Δεν κατεβαίνει. Mόνο αν το κατεβάσετε κατεβαίνει». Kι αφού στάθηκε για μια στιγμή σκεπτικός (σαν να ήθελε να τεκμηριώσει τη βαριά κουβέντα που εκστόμισε, συνέχισε): «Kαι ξέρεις γιατί δεν κατεβαίνει; Γιατί έχει μέσα του όλη την παράδοση του κυπριακού λυρικού θεάτρου, του δημοτικού τραγουδιού και της επιθεωρησιακής τέχνης. Σε αυτά να στηρίξετε την παράστασή σας».
Η αναφορά στις φωτογραφίες του Κουρούσιη από τις πρόβες του Μαχαιρά στην Αξιοθέα, έφερε στην µνήµη και την άλλη µεγάλη καλλιτεχνική κατάθεσή του, που αφορά στη φωτογράφιση εικόνων και στιγµών ζωής που φεύγοντας επιµένει στην παρουσία της στο χώρο της παλιάς Λευκωσίας. Οι φωτογραφίες αυτές παρουσιάστηκαν στην Αξιοθέα και στην Αργώ, το 1999, και αργότερα τυπώθηκαν σ’ ένα καλαίσθητο τόµο.
Μία σειρά από αυτές, ο Κουρούσιης τις χάρισε στην Αξιοθέα και έκτοτε κοσµούν ορισµένους εσωτερικούς και εξωτερικούς χώρους, προκαλώντας εξαιρετικά σχόλια από ευαίσθητους επισκέπτες ή απλώς από κατοίκους της παλιάς Λευκωσίας που αναγνωρίζουν τα σηµεία της πόλης, κάποτε και τα πρόσωπα, που είναι αποτυπωµένα στις φωτογραφίες.
Φτάνουµε έτσι στην εποχή που κορυφώνεται µια ουσιαστική σχέση βάθους ανάµεσα στον ποιητή και στον εικαστικό καλλιτέχνη. Ακολούθησαν εξορµήσεις στον Φαρµακά, στα Πλατανίσκια, στην Πάφο στην Αγία Νάπα, οι οποίες συνδυάζονταν µε συζητήσεις και ανταλλαγή απόψεων για κρίσιµα πνευµατικά ζητήµατα. Οι συζητήσεις αυτές οδήγησαν στην ιδέα για την ίδρυση της Εταιρείας Ελληνικού Πολιτισµού που ήταν µια δυναµική, πλην θνησιγενής όπως αποδείχτηκε, προσπάθεια αναχαίτισης της διαφθοράς των δυνάμεων της εξουσίας που έπνιγαν κάθε δημιουργική σπίθα του τόπου.
Μία από τις εξορμήσεις που θα ήθελα ξεχωριστά να µνηµειωθεί ήταν αυτή στην Εφταγώνια το Πάσχα του 1993. Συναντηθήκαµε εκεί, στο σπίτι ενός ξαδέλφου µου µια αρκετά µεγάλη συντροφιά που έφτασε από τρεις διαφορετικές πόλεις. Ο Φοίβος Σταυρίδης και η Μιράντα από την Λάρνακα, έχοντας µαζί τους τον Θεοδόση Νικολάου και τον Γ. Π. Σαββίδη, ο Νίκος Κουρούσιης και η Νίκη Μαραγκού από τη Λευκωσία, κι εγώ από τη Λεµεσό µε τη Θεοδώρα και την αδελφή µου Δέσποινα. Στο τραπέζι έκατσαν και κάποιοι ηλικιωµένοι συγγενείς που άρεσαν πολύ στον Γιώργο Σαββίδη.
Θυµάµαι ακόµη το σχόλιό του για το γεµάτο ραβδώσεις ηλιοκαµένο σβέρκο του θείου Ευριπίδη και την εντύπωση που του έκανε η σβελτάδα του μυαλού µιας ηλικιωµένης θείας. Για µένα η εµπειρία ήταν συνταρακτική. Είχα να µπω στο σπίτι του παππού είκοσι και πλέον χρόνια (από το 1972). Εκεί µου ήρθε το πρώτο σχεδίασμα του απολύτως σχετικού µε το θέµα της «Οδύσσειας» ποιήµατος, που µε συνέδεσε µε τα έργα του Κουρούσιη. Τίτλος του ο «Γυρισµός ξενιτεµένου» το οποίο πρωτοδηµοσιεύτηκε στο περ. Ελίτροχος της Πάτρας το καλοκαίρι του 1995 και εντάχθηκε στη συλλογή Ρυθμού και Φόβου (Πλανόδιον 1996) µε κόσµηµα εξωφύλλου του Νίκου Κουρούσιη εμπνευσμένο από τον τροχό ενός παλιού αλακατιού που είδαµε σ’ ένα χωράφι στην Εφταγώνια.
Γυρισμός ξενιτεμένου
Μπῆκα στό σπίτι ἀπ’ τήν αὐλή
ἐκεῖ πού ἀναπαύουνταν τά ζῶα.
Ἄκουσα τίς φωνές ἀπό πολύ μακριά.
Ψίθυροι ἀχνοί ἀπό τόν Κάτω Κόσμο.
Ἄγρια χόρτα ψήλωναν
μοῦ ’φτάναν ὥς τή μέση.
Κοῦμνες πιθάρια καί σταμνιά
στεκάμενα καί παραπονημένα.
Σπίτι τυφλό κι ὁ φοῦρνος γέρημος
καί σκοτεινός. Ἐκεῖ πού φούρνιζαν
πινακωτές ψωμί, τάβλες ποξαματούθκια.
Μές στό παλάτι κοίταξα ἕνα γύρο.
Σκόνη τῆς ἀπουσίας μέ κάλυψε
μέ χτίζει ὥς τήν ψυχή.
Φίλος σκαλίζει τά παλιά
πράγματα δίχως νά βλέπει τό λευκό
ξάσπρισμα τοῦ θανάτου.
Ἄς πέσουν ὅλα στή βαριά σιωπή.
Νά γίνουν στίχοι-κόκαλα
καί μουσική. Μές στον ἀέρα.
Μόλις πού πρόλαβα νά πῶ καί σφύριξε τό φίδι.
Ἀκλούθησα γιά νά τό δῶ
καί μπῆκα μές στό σώσπιτο.
Μές στό σκοτάδι γυάλιζαν τά μάτια τῶν νεκρῶν.
(Eφταγώνια, Πάσχα 1994)
Τέλος, η τελευταία φάση της συνεργασίας µας αφορά στη φιλοξενία του Νίκου Κουρούσιη, ως καταξιωµένου καλλιτέχνη, σ’ ένα από τα έντυπα προγράµµατα του Πολιτιστικού Φεστιβάλ της Αξιοθέας.
Έκανα αυτή την αρκετά λεπτοµερή καταγραφή του χρονικού της γνωριµίας µου µε τον Νίκο Κουρούσιη, και της δικής του δηµιουργικής εµπλοκής στα πρώτα βήµατα του Πανεπιστηµίου Κύπρου, γιατί ήθελα, πριν περάσω στο δεύτερο μέρος αυτού του κειµένου που αφορά σε αυτό που ονόμασα στον τίτλο «“Οδύσσεια” ενός έργου και «η σκοτεινή πλευρά της περιπέτεια ενός αρχείου», να δείξω µε τι όρους δηµιουργείται µια πνευµατική φιλία, πως εξελίσσεται µε αργους βηµατισµούς και ωριµάζει σε µια γνήσια φιλική και δηµιουργική σχέση, αφήνοντας ουσιαστικά χνάρια µέσα στον χρόνο, αλλά και στο χώρο.
Θα µπορούσα να επεκταθώ εδώ και σε άλλα χνάρια αυτή της σχέσης, όπως για παράδειγµα σε όλα τα έργα του Νίκου που κοσµούν τα εξώφυλλα άλλων έξι συλλογών µου (από το 1996 και έως το 2001) αλλά αυτό θα µας πήγαινε µακριά. Θα περιοριστώ σε µία συλλογή, της οποίας είχε σχεδιάσει το κόσµηµα του εξωφύλλου, αλλά και λόγω της θεµατικής της, που αφορούσε την απώλεια της αυθεντικής Κύπρου (ενδεικτικός ο τίτλος της: «Σ’ όνειρο η πατρίδα»), δηµιούργησε δύο εικαστικά έργα, το ένα από τα οποία µπήκε ως προµετωπίδα της συλλογής:
Ξεστράτισα αρκετά από το σενάριο που υποδηλώνει ο τίτλος αυτού του κειµένου, γιατί ήθελα να δείξω τις νοµοτέλειες που λειτουργούν στα πνευµατικά ζητήµατα, ιδίως όταν αυτά αφορούν τα Γράµµατα και τις Τέχνες.
Η καθαυτό ιστορία που συνδέεται µε την πνευµατική και καλλιτεχνική σχέση µου µε τον Νίκο Κουρούσιη ξεκινά τον Νοέµβριο του 1999, πριν από 22 χρόνια και αφετηρία της είναι ένα τηλεφώνηµα από τον µεγάλο µας ποιητή Κώστα Μόντη, µε το οποίο µε ενηµέρωνε ότι είχε γράψει ένα µικρό κριτικό σηµείωµα για την τελευταία µου ποιητική συλλογή Μεταμορφώσεις Πόλεων η οποία είχε εκδοθεί την ίδια εκείνη χρονιά (το 1999) στην Αθήνα µε εξώφυλλο του Νίκου Κουρούσιη.
Έλα να το πάρεις µου είπε και φρόντισε να µπει κάπου. Πήγα να ψελλίσω κάτι από τα γνωστά «µα δεν έπρεπε να µπεις Κώστα µου στον κόπο», αλλά µ’ έκοψε αμέσως. Πρώτον η ποίησή σου µου αρέσει, δεύτερον εσύ έχεις κάνει τόσα για µένα, ήθελα να κάνω κι εγώ κάτι για σένα.
Η σκέψη µου πήγε αµέσως στη Μαρίνα Σχίζα, υπεύθυνη τότε για τις σελίδες πολιτισµού στον «Φιλελεύθερο», η οποία αγαπούσε τον ποιητή αλλά και ο ποιητής την εκτιµούσε πολύ. Της τηλεφώνησα και πήγαµε µαζί στο σπίτι του στον Άγιο Δοµέτιο και πήρε το κείµενο η Μαρίνα η οποία το φρόντισε ιδιαίτερα. Το δηµοσίευσε την Παρασκευή, 3 Δεκεµβρίου 1999 (στη σελ. 30), πλαισιώνοντας τη δημοσίευση µε το εξώφυλλο της συλλογής όπου προβάλλεται το έργο του Κουρούσιη.
Η δηµοσίευση αυτή προκάλεσε διάφορα σχόλια. Κάποια αμήχανα συγχαρητήρια από οµότεχνους στα οποία δύσκολα κρυβόταν ένα στοιχείο ζήλιας, αλλά κι ένα ενθουσιώδες τηλεφώνηµα που δεν αφορούσε τόσο το περιεχόµενο του βιβλίου όσο το εξώφυλλο και πιο συγκεκριµένα το έργο του Κουρούσιη. Ήταν από τη φίλη (και φίλη του Νίκου), Έλενα Λουκά, η οποία µε ενθουσιασµό µε ενηµέρωσε ότι το έργο που κοσµεί το εξώφυλλο της συλλογής µου βρίσκεται στην ιδιωτική της συλλογή, είναι ένα από τα αγαπηµένα της έργα κι ότι θα ήθελε να µας καλέσει στο σπίτι της µαζί µε τον Νίκο, ώστε να έχω την ευκαιρία να θαυµάσω από κοντά το αυθεντικό πρωτότυπο έργο το οποίο είχα επιλέξει από τη σειρά «Οδύσσσεια» του Νίκου για να να µπει στο εξώφυλλο της συλλογής µου.
Με την Έλενα Λουκά είχαµε γνωριστεί την εποχή των πρώτων χρόνων της λειτουργίας του Πανεπιστηµίου Κύπρου (είχε παρακολουθήσει µαθήµατά µου για την ποίηση ως ακροάτρια μαζί µε την πρόωρα χαμένη φίλη και ποιήτρια Νίκη Μαραγκού). Έτσι, σε λίγες μέρες µας προσκάλεσε στο σπίτι της για να απολαύσουµε το έργο στην πρωτότυπη εκδοχή του. Εκτός από τον Νίκο και µένα παραυρέθηκαν σ’ εκείνο το δείπνο η σύζυγός µου Θεοδώρα, ο σύζυγος της Έλενας, Αντώνης και η Νίκη Μαραγκού.
Ήταν ένα όμορφο βράδυ, όπου µιλήσαµε για τέχνη και λογοτεχνία. Ο Νίκος σχολίασε την τεχνική που εφάρµοσε κατά τη σύνθεση της σειράς «Οδύσσεια», η Νίκη κι εγώ διαβάσαµε ποιήµατά µας. Το βράδυ σφραγίστηκε µε µια σηµαντική χειρονοµία εκ µέρους της Έλενας. Συγκεκριµένα, κάποια στιγµή πήγε µέσα και γύρισε κρατώντας ένα χάρτινο κιβώτιο ξέχειλο από βιβλία, ντοσιέ, τετράδια κι άλλα χαρτιά. Με συγκίνηση µας ενηµέρωσε ότι πρόκειται για τα κατάλοιπα του θείου της Λευτέρη Γιαννίδη, ενός ολιγογράφου, πλην συµπαθητικού ποιητή, συνοµίληκου του Μόντη ―γεννήθηκε το 1913 (ο Μόντης το 1914), και πέθανε το 1984.
Μου τα άφησε ο θείος, είπε, εγώ δεν είµαι φιλόλογος και δεν µπορώ να σκεφτώ καλύτερη λύση από το να τα δωρίσω στο Πανεπιστήµιο. Στα δίνω λοιπόν, Μιχάλη, και πράξε αναλόγως. Ελπίζω κάποια στιγµή να µελετηθούν και µακάρι να προκύψει κάποια δημοσίευση. Την ευχαρίστησα και της είπα ότι πήρε τη σωστή απόφαση. Ωστόσο, της εξήγησα αμέσως ότι εγώ προσωπικά δεν θα μπορούσα να ασχοληθώ γρήγορα μαζί τους διότι είχα εν τω μεταξύ συλλέξει, από Ελλάδα και Κύπρο, έναν μεγάλο όγκο αρχειακού υλικού σχετικού µε τον Καβάφη, τον Σεφέρη, τον Σινόπουλο, τον Παυλόπουλο, τον Βασίλη Μιχαηλίδη, τον Γαλατόπουλο, τον Διαµαντή, τον Μόντη και άλλους. Δεσμεύτηκα όµως ότι θα φρόντιζα, οπωσδήποτε, για τη φύλαξή του και θα διερευνούσα αν υπάρχει ενδιαφέρον από κάποιον συνάδελφο ή και κάποιο μεταπτυχιακό φοιτητή ώστε να ξεκινήσει σύντομα η μελέτη του Αρχείου. Της υποσχέθηκα επίσης ότι αν έδινα το Αρχείο του θείου της σε κάποιον θα την ενημέρωνα, κάτι που όντως έγινε αμέσως μόλις το εµπιστεύτηκα σε κάποιον «συνάδελφο».
Υ.Γ. Εδώ τελειώνει το πρώτο µέρος αυτού του κειµένου, αυτό που προσδιορίζεται από την πρώτη φράση του τίτλου: «Η πνευµατική Οδύσσεια ενός έργου». Κανονικά ο αναγνώστης θα περίµενε να βρει εδώ το δεύτερο µέρος, εκείνο που υπόσχεται η δεύτερη φράση του τίτλου: «και η σκοτεινή πλευρά της περιπέτειας ενός αρχείου». Ωστόσο, όταν διάβασα τις δύο ενότητες µαζί, ένιωσα ότι δεν µπορώ να βάλω δίπλα στα όσα έγραψα για τον Νίκο Κουρούσιη, την τέχνη του και την καλλιτεχνική προσφορά του στο Πανεπιστήµιο Κύπρου, τα όσα αφορούν στην τύχη του Αρχείου Γιαννίδη μετά που έφτασε στο Πανεπιστήµιο Κύπρου, τα οποία επιφυλάσσοµαι να τα δηµοσιεύσω σύντοµα.
Αξιοθέα, Πρωταπριλιά 2021*