Απεβίωσε χθες στη Βαρσοβία σε ηλικία 85 ετών ο Πολωνός αρχαιολόγος Βίκτορ Αντρέι Ντασέβσκι, ένας από τους σπουδαιότερους σκαπανείς που έφεραν στο φως τους ανεκτίμητους αρχαιολογικούς θησαυρούς της Αρχαίας Νέας Πάφου (σημερινής Κάτω Πάφου).
Ο εκλιπών ήταν καθηγητής κλασικής αρχαιολογίας και Επίτιμος Δημότης της Πάφου. Συνέδεσε το όνομά του με την ανάδειξη της ιστορίας της πόλης, καθώς υπήρξε από το 1966 μέχρι το 2007 επικεφαλής της Αρχαιολογικής Αποστολής του Πανεπιστημίου της Βαρσοβίας που διενήργησε τις ανασκαφές στο χώρο που βρίσκεται σήμερα το Αρχαιολογικό Πάρκο της πόλης.
Ο Δήμος Πάφου εξέφρασε βαθιά θλίψη για τον θάνατο του Βίκτορ Ντασέβσκι και τα ειλικρινή του συλλυπητήρια προς τους οικείους του.
Ο Ντασέβσκι σπούδασε αρχαιολογία και ιστορία της τέχνης στο Πανεπιστήμιο της Βαρσοβίας από το 1956 έως το 1961 και στη συνέχεια στην Περούτζια, την Οξφόρδη και την Κρακοβία. Από το 1966 εργάστηκε στο Πολωνικό Κέντρο Μεσογειακής Αρχαιολογίας στο Κάιρο, του οποίου ήταν γραμματέας από το 1967 έως το 1980. Το 1974 έλαβε το διδακτορικό του από το Πανεπιστήμιο της Βαρσοβίας. Από το 1981 έως το 1984 διετέλεσε Αναπληρωτής Διευθυντής στο Εθνικό Μουσείο της Βαρσοβίας, από το 1981 έως το 1989 Διευθυντής του Πολωνικού Κέντρου Μεσογειακής Αρχαιολογίας. Το 1986 διορίστηκε Αναπληρωτής Καθηγητής στο Πανεπιστήμιο της Βαρσοβίας. Από το 1988 έως το 2001 ήταν καθηγητής Κλασικής Αρχαιολογίας στο Πανεπιστήμιο της Τρίερ και από το 2001 έως το 2007 στο Πανεπιστήμιο της Βαρσοβίας.
Πραγματοποιήσε επίσης εκτεταμένες ανασκαφές στη Μαρίνα ελ Αλαμέιν της Αιγύπτου.
Ο Ντασέβσκι άρχισε το ανασκαφικό του έργο στην περιοχή της Πάφου το 1966, λαμβάνοντας τη σκυτάλη από τον επίσης Πολωνό συνάδελφο και καθηγητή του Καζιμίρ Μιχαλόβσκι, ο οποίος είχε αρχίσει τις ανασκαφές ένα χρόνο νωρίτερα, μετά από πρόσκληση του Δρα Κυριάκου Νικολάου και του τότε Διευθυντή του Τμήματος Αρχαιοτήτων Δρα Βάσου Καραγιώργη. Έκτοτε, οι ανασκαφές συνεχίζονται σε ετήσια βάση, με εξαίρεση το 1974, έτος της τουρκικής εισβολής. Διηύθυνε την Πολωνική Αρχαιολογική Αποστολή από το 1971 μέχρι το 2007, πριν πάρουν τα ηνία ο Χένρικ Μέιζα και η κατόπιν η Ευδοξία Παπουτσή- Βλάντικα.
Οι ανασκαφές της Πολωνικής Αρχαιολογικής Αποστολής διεύρυναν σημαντικά την έκταση της έρευνας και των επιστημονικών γνώσεων για τη Νέα Πάφο. Μέσα από αυτές, απεδείχθη ότι η αρχαία πόλη σχεδιάστηκε με βάση το Ιπποδάμειο πολεοδομικό σύστημα, όπως οι πιο σημαντικές πόλεις της Ελληνιστικής περιόδου.
Παράλληλα, η ανακάλυψη μιας σειράς πολυτελών κατοικιών με εντυπωσιακά ψηφιδωτά, όπως η Οικία του Θησέα, η Οικία του Αιώνα, η λεγόμενη Ελληνιστική Οικία και άλλα κτήρια μαρτυρούν, μέσα και από τα ευρήματα, το υψηλό επίπεδο της καλλιτεχνικής δημιουργίας στην πόλη. Η μελέτη των ευρημάτων απέδειξε επίσης τη ξεχωριστή θέση της Νέας Πάφου στην ιστορική πορεία της Κύπρου και τη σημασία της πόλης ως κέντρο οικονομικό, εμπορικό και στρατιωτικό στην ανατολική Μεσόγειο. Επιπλέον, οι μελέτες και οι διδακτορικές διατριβές πάνω σε πολλά και διαφορετικά ιστορικά και αρχαιολογικά θέματα, έφεραν την Πάφο στο επίκεντρο του επιστημονικού ενδιαφέροντος διεθνώς.
Για την πολύτιμη συμβολή του στην ανάδειξη και προβολή του αρχαιολογικού και ιστορικού πλούτου της Πάφου, ο Δήμος ανακήρυξε τον Καθηγητή Επίτιμο Δημότη της πόλης το 1994. Σε κατάλληλο χρόνο, το Δημοτικό Συμβούλιο θα εξετάσει την απόδοση πρόσθετης τιμής στον εκλιπόντα.