Λίγο η πανδημία, λίγο η αναπάντεχη αλλαγή φρουράς στο προεδρείο της Βουλής, οδήγησαν την κατοικία στην Ομήρου 38 σε μια νέα σιωπή μετά τον μακρόχρονο μαρασμό της και την πρόσφατη αναπαλαίωση της. Τι μέλλει γενέσθαι;
Αποτελεί ένα από τα πιο χαρακτηριστικά κτήρια της πρωτεύουσας συνυφασμένο με τις μνήμες όλων, ίσως, των Λευκωσιατών. Τόσο η θέση του, πολύ κοντά στο για δεκαετίες γενικό νοσοκομείο, στη Βουλή, το αρχαιολογικό μουσείο και το Δημοτικό Θέατρο, όσο και η μορφή του (ακόμα και η για πολλά χρόνια ερήμωση του) συνηγόρησαν στο να καταγραφεί στις μνήμες των πρωτευουσιάνων, αλλά και των επισκεπτών της πόλης. Για αυτό και η αναπαλαίωση του χαιρετίστηκε με πολύ θετικό πνεύμα. Απομένει πλέον να αξιοποιηθεί και να αποτελέσει όντως ένα σπίτι για τον πολίτη, όπως έχει ονομαστεί. Στο παρόν στάδιο παραμένει λίγο πολύ βουβό, όπως εξάλλου και όλα τα άλλα λόγω πανδημίας. Η ανησυχία είναι να μην παραταθεί η σιωπή αυτή, όπως συχνά συμβαίνει με παλιά κτήρια που ανακαινίζονται από το δημόσιο αλλά δεν χρησιμοποιούνται επαρκώς, όπως για παράδειγμα το κτήριο Πούλια δίπλα στα δικαστήρια για τη διάσωση του οποίου δόθηκε αγώνας, καθώς και κατοικία στην Κινύρας την οποία η ιδιοκτήτρια χάρισε στο κράτος και πλέον ανήκει στο Τμήμα Πολεοδομίας χωρίς ουσιαστική χρήση παρά την υποδειγματική συντήρηση του.
Η κατοικία στην Ομήρου 38, ανήκει στο ΕΒΚΑΦ, και εκμισθώθηκε στη Βουλή από τον Κηδεμόνα Τουρκοκυπριακών Περιουσιών. Κτίστηκε το 1929, σε αποικιοκρατικό στιλ, με τη χαρακτηριστική βεράντα να το περιβάλλει, υπερυψωμένο, όπως τα αρχοντικά σε άλλες βρετανικές αποικίες. Σε αυτό το κτίριο έγιναν οι πρώτες δικοινοτικές συνομιλίες και κάποτε ήταν το σπίτι του εισαγγελέα, ενώ πιο πριν, επί Αγγλοκρατίας, εκεί λειτουργούσε το Γραφείο Τύπου και Πληροφοριών. Μετά το 1974 βρήκαν σε αυτό καταφύγιο προσφυγικές οικογένειες, ενώ στη συνέχεια και για δεκαετίες είχε εγκαταλειφθεί και η κατάρρευση του ήταν πλέον ένα πολύ ορατό ενδεχόμενο. Με πρωτοβουλία της τότε διευθύντριας της Βουλής και έπειτα υπουργού Συγκοινωνιών Βασιλικής Αναστασιάδη, αποφασίστηκε η διάσωση και αξιοποίηση του για εργασίες της Βουλής και προς όφελος του πολίτη, εξ ου και ονομάστηκε «Σπίτι του Πολίτη».
Το έργο αγκάλιασε με ιδιαίτερο ενδιαφέρον ο τέως πρόεδρος της Βουλής, Δημήτρης Συλλούρης, γεγονός που, παρά τα όσα ακολούθησαν, οφείλουμε να του πιστώσουμε. Στόχος του, όπως επανειλημμένα είχε δηλώσει, ήταν όπως αυτό καταστεί χώρος ιστορικής μελέτης, αλλά και άλλων δραστηριοτήτων για οργανωμένα σύνολα. Κάποιες ιδέες ήταν να στεγαστεί σε αυτό ίδρυμα μελετών της Βουλής το οποίο να παρέχει πληροφορίες σε κόμματα και βουλευτές ώστε να βοηθούνται στο έργο τους, να φιλοξενηθεί ο φάκελος της Κύπρου προς μελέτη από ενδιαφερόμενους, να χρησιμοποιείται για τις συνεδρίες της Βουλής των γερόντων και της Παιδοβουλής όπως επίσης άλλες παράλληλες δραστηριότητες. Μιλούσε μάλιστα για «Παράλληλη Βουλή» εξηγώντας πως το «Σπίτι του Πολίτη» θα είναι διασυνδεδεμένο ηλεκτρονικά με το κυρίως κτήριο της Βουλής και οι πολίτες θα μπορούν να έχουν πρόσβαση και ενημέρωση σε όλα όσα αφορούν το κοινοβούλιο. «Μια φορά τη βδομάδα, είχε πει σε κάποιες δηλώσεις του, μπορεί να γίνεται συζήτηση για ένα νομοσχέδιο ώστε να ενημερώνονται οι πολίτες». Εν τέλει, πολύ λίγα έγιναν, αφού πανδημία και Al Jazeera ανέτρεψαν τα σχέδια. Εν τούτοις παραμένει ένας ενδιαφέρον ιστορικός χώρος, υποδειγματικά αναπαλαιωμένος, στο κέντρο της πόλης, έτοιμος προς χρήση.
Οι εργασίες συντήρησης κόστισαν 1,8 εκατ. ευρώ. Εκτός από την ίδια την οικοδομή, ανακαίνισης έτυχαν και βοηθητικά υποστατικά που βρίσκονται στην αυλή, ενώ το υπόγειο που ήταν πολύ χαμηλό χωρίς να μπορεί σε αυτό να σταθεί άνθρωπος έτυχε εκσκαφής και ο χώρος διπλασιάστηκε. Πλέον το συνολικό εμβαδόν υπολογίζεται γύρω στα 600 τ.μ. Τοπιοτεχνήθηκε επίσης η αυλή με τη δημιουργία διαδρόμων και τη φύτευση δέντρων και φυτών της τοπικής χλωρίδας τα οποία ήδη έχουν ωριμάσει δημιουργώντας ένα ευχάριστο περιβάλλον.
Τις εργασίες ανακαίνισης έκανε η εταιρεία C. Roushas και την αρχιτεκτονική μελέτη ο Χρήστος Μαραθοβουνιώτης.
Φιλελεύθερα, 17.1.2021.