Μια λεπτομέρεια. Μια βόλτα. Τουρίστας στην πόλη των άλλων.
Αρχοντόσπιτο, το δίχως άλλο. Στη γωνία Αποστόλου Ανδρέα και Αγίου Σπυρίδωνα, ανάμεσα σε χωράφια -έτοιμα κι αυτά για οικοδόμηση πολυκατοικιών ή νέων ξενοδοχείων στην φρενίτιδα της ανάπτυξης της πόλης, τότε-, η κύρια είσοδος μπροστινή στον έναν άγιο, η άλλη, του γκαράζ και της συρόμενης πόρτας, στον άλλον – πού ήταν κι οι δυο τους όταν γινόταν το κακό της λεηλασίας να κλείσουν ερμητικά με τσακροκλείδια; Μπήκα, όπως ξεκινά ο γιατρός την νεκροψία πεθαμένου – εδώ τα σπλάχνα, η καρδιά, εδώ η σπλήνα κι η αόρατη ψυχή που δεν αναγνωρίζεις με την όραση αλλά από τη μέσα ματιά. Σα να το μαγάριζα. Μετά τη ληστεία, μετά τα λάφυρα, έπειτα από τόσα χρόνια, όλα στο ξύλινο πάτωμα αφημένα, ακόμη κι η κονσέρβα του πόλιπιφ στην κουζίνα κάτω – οι άνθρωποι φεύγουν, τα υλικά αγιάζουν, σταυρώνονται και πολτοποιημένα είναι εδώ. Δεν θα μπήκαν ακόμη οι ιδιοκτήτες, να δουν – είναι όλα απείραχτα, χωρίς ένα ενθύμιο να ‘χει ξεκολλήσει από τις πόρτες, εκείνος ο Γκούφυ του παιδικού δωματίου, τα σπιρτόκουτα πάνω από το τζάκι. Αρχοντόσπιτο. Τι να το κάνεις πια. Ντουβάρια. Ντουβάρια;
Μέσα σε αυτό το σπίτι, σ’ αυτή την γωνιά του δρόμου, την υπό ανέγερση ανάμεσα στα ξερόδεντρα που κάποτε ήταν πορτοκαλιές και μεταφέρονταν στον Άγιο Γεώργιο, την Μητρόπολη, να αγιάσουν, στις βουκαμβίλιες τις επιμένουσες ολάνθιστες στο καλό κλίμα των αρχών Οκτωβρίου, κάποιος Κωστής, κάποια Άννα, κάποια Τούλα -Αμμοχωστιανοί κι οι τρεις, Βαρωσιώτες, γιατί έχει διαφορά το ένα από τ’ άλλο- πήγαν σαν τάμα σ’ αυτούς που πέθαναν να το διαπιστώσουν: Το σπίτι ζει; Υπάρχει. Αλλά ζει; Θα ακούγεται περίεργο -μεταφυσικό, το πιθανότερο- αλλά είναι σπίτια που αναπνέουν, που έχουν κάτι από τους νεκρούς όταν βίαια σκοτώνονται και βιάζονται, όποτε δεν υπάρχει δικαιοσύνη – έτσι είναι κι αυτό το αρχοντόσπιτο σ’ αυτή τη γωνία του Βαρωσιού, λίγα μέτρα από την Κέννεντυ και την Ιπποκράτους. Ντουβάρια; Όχι ντουβάρια. Ψυχές. Τη νιώθεις την αναπνοή: Στον χάρτινο πολυέλαιο του παιδικού δωματίου που φαίνεται να’ ταν λευκός, στο τούβλινο τζάκι, στους ξεφλουδισμένους τοίχους, στα πιάτα που κλάπηκαν -πορσελάνη σπασμένη πουθενά στο καλό παρκέ-, στους μαρμάρινους από καλό υλικό νιπτήρες – δεν ξεκόλλαγαν, δεν μετακινούνταν, 46 χρόνια σκουριά. Όπως οι νεκροί λιώνουν και κοκαλάκι κοκαλάκι μεταφέρονται στο οστεοφυλάκιο συμπτυγμένοι σε ένα κασελάκι χωμένοι από αναμνήσεις, όπως οι ανευρεθέντες αγνοούμενοι -ένα δάχτυλο, ένα πόδι, ένα μάτι, κάτι που πέρασε από νεκροψία και βεβαιώνει το τι υπήρξε- έτσι κι αυτά τα σπίτια του Βαρωσιού: Δυσθεώρητη η μνήμη σε μία τόση δα θλιβερή πραγματικότητα έτοιμη να καταρρεύσει – μα, πιο βέβαιη από ποτέ. Ντουβάρια; Ντουβάρια.
Μα, αυτά τα ντουβάρια, αυτό το σπίτι, σε εκείνη τη γωνία, που ίσως τώρα, για πρώτη φορά, δει τις φωτογραφίες του ο παλιός ιδιοκτήτης του -ηλικιωμένος προφανώς, ή σαν ένα χρέος στους απογόνους του που τότε ήταν μωρά και κοιμόντουσαν σ’ αυτό το συζυγικό δωμάτιο που τώρα εγώ πάταγα- ανέπνεε, έκανε φου φου σε κάθε τσαλαπάτημα κάθε σπασμένης πόρτας στο καλογυαλισμένο άλλοτε παρκέ, στο τζάμι του σαλονιού που είχε την τρύπα στο κέντρο – επτά χρόνια γρουσουζιάς, επτά επί επτά. Και τώρα τι; Προς κατεδάφιση; Προς Λας Βέγκας; Προς ανταλλαγή; Ντουβάρια; Ντουβάρια.
Αρχοντόσπιτο, το δίχως άλλο. Σε εκείνη τη γωνία, την μεταξύ Δημοκρατίας και παραλιακού μετώπου – κομβικό σημείο. Κάποτε. Το απόγευμα φαντάστηκα τη νύχτα του. Με τα σβησμένα φώτα. Με την καταχνιά. Θρίλερ. Έβαλα φεύγοντας τα δάχτυλά μου ανάμεσα στις προεξοχές από τα σπασμένα τζάμια – χαϊδεύονταν έπειτα από 46 χρόνια, πρώτη φορά, τα αντικείμενα, τα γυαλικά, οι κολώνες, τα χερούλια στις πόρτες, σαν αχάιδευτη πανέμορφη κόρη κι αφίλητη που αναθαρρεύει. Βγήκα από το γκαράζ. Από πίσω. Μερικές γρατζουνιές από τον ακλάδευτο τόσα χρόνια κήπο και προχώρησα στον έναν Άγιο του δρόμου αφήνοντας τον άλλο πίσω μου – τι θεϊκή τιμωρία να πληρώνει αυτό το σπίτι; Πίσω δεν κοίταξα. Τέλειωσε. «Τετέλεσται», είπε ο Θ. τρεις φορές που δεν θέλησε να κατέβει στο δικό του σπίτι λίγο πιο πάνω, σε μια άλλη βόρεια γειτονιά. Να κάνει τί στο ξένο πια μπετόν; Ντουβάρια; Ντουβάρια. Ντουβάρια!
Τα σπίτια φυτρώνουν και αυτά
σαν τα λουλούδια.
Μαραίνονται και αυτά με τα χρόνια,
σαν τα λουλούδια.
Άμα παίζαμε το video της ζωής μας γρήγορα,
θα μέναμε εκστατικοί
Μπαίνεις για πρώτη φορά στο σπίτι σου αγκαλιά
στα χέρια, μόλις γεννιέσαι
Βγαίνεις μετά, αγκαλιά
στα χέρια ή με το καρότσι.
Μετά με τα παπούτσια σου, τα πρώτα.
Μετά με ένα παιχνίδι στο χέρι και έναν σκούφο μέχρι τα μάτια.
Και το άλλο χέρι στο χέρι των γονιών.
Μετά κρατάς μία σάκα.
Μετά μόνο τα κλειδιά και ένα πουλόβερ.
«Που ήσουνα τόσες ώρες»;
«Άσε με μάνα!».
(στίχοι: Λίνα Νικολακοπούλου)
xatzigeorgiou@yahoo.com
Φιλελεύθερα, 18.10.2020.