Σε μιαν πενταετία από τις βραβευμένες «Ιστορίες της Αμμοχώστου» (2015) ο Δημήτρης Λεβέντης «εκόμισεν εις την Τέχνην» της αφηγηματικής του γραφής τη νέα ενδιαφέρουσα συγκομιδή των 24 διηγημάτων του. Τόσο χρόνο απαίτησαν, προφανώς, με το μέτρο της ώριμης δημοσιοποίησης και της άρτιας έκδοσης οι κατοπινότεροι περιηγητικοί πλόες, για να εμπλουτίσουν τις παλαιότερες ταξιδιωτικές περιδιαβάσεις με ούριους αιγαιοπελαγίτικους ανέμους στα ισάριθμα νησιά. Εκεί όπου θα ’πρεπε ν’ ανανεώσει στις καινούργιες εντυπώσεις των πρόσφατων επισκέψεων και στις ανατάσεις δημιουργικών εμπνεύσεων τους συνειρμούς της μνήμης και τις κατανυκτικές αναμνήσεις των νεανικών του χρόνων.
Σκοπός να μας καταστήσει συνταξιδιώτες συναρπαστικών θερινών αποδράσεων και θελκτικών περιπλανήσεων μέσα από τις νησιωτικές του εξορμήσεις σε αγαπημένες ελληνικές θάλασσες και φιλόξενα ακρογιάλια, ανάερες πευκόφυτες παραλίες με μοσχομύριστες απολαυστικές ψαροταβέρνες, θελκτικούς τόπους και γραφικά τοπία μοναδικής ομορφιάς, παίρνοντας καλοτάξιδα πλοιάρια και δρομολόγια της γραμμής, πολύβουους δρόμους και ολοπράσινα ερημικά μονοπάτια αποκαλυπτικών εξερευνήσεων. Να μας ξεναγήσει προσέτι σε ανάγλυφα μνημεία της φύσης και της ιστορίας, σε απόμερες ξεχασμένες γωνιές είτε σε πολυσύχναστους τουριστικούς προορισμούς και αρχαιολογικούς χώρους.
Έτσι που να μας προκαλεί αμείωτο το ενδιαφέρον, ώστε σ’ έναν συγκερασμό φιλομάθειας και ρομαντικών αναπαλμών, αισθητικής ευωχίας και αισθαντικής πληρότητας να γίνουμε κοινωνοί στο φως του «απέραντου γαλάζιου» και «στου γλαυκού το γειτόνεμα»: μετουσίωση των Ελυτικών κραδασμών σε Παπαδιαμαντική «φωνή αύρας λεπτής» και ζώσα χαρίεσσα πνοή στους πνιγηρούς άχαρους καιρούς μας. Σ’ εκείνη, κοντολογίς, τη μαγική πανδαισία μελωδικών ήχων και λυρικών δονήσεων, σε εναρμόνιες συνθέσεις χρωμάτων και καλλιεπείς αποχρώσεις ποιητικών ιριδισμών, μεταδίδοντάς μας με συγκινησιακές εξάρσεις και ήρεμους αναστοχασμούς ευωδιές και γεύσεις, υποβλητικές εικόνες και ζωντανές μορφές ενός αλλοτινού και τωρινού κόσμου. Για να συμμετέχουμε, εν τέλει, στις δικές του αυτούσιες «Συνομιλίες του Αιγαίου», αποκομίζοντας πολύτιμα θησαυρίσματα γνώσεων και πρόσθετες χρήσιμες πληροφορίες, ευοίωνα ανθρώπινα μιλήματα και ηδύφθογγα μηνύματα της φύσης, αναπολήσεις ερωτικών πλατωνικών σκιρτημάτων και λεπταίσθητων ψυχισμών, καθώς και αγνά αισθήματα φιλίας της τότε φοιτητικής παρέας, όπως και της συντροφιάς σε γνώριμες ή περιστασιακές συναναστροφές των μετέπειτα ωραίων συναντήσεων.
Ευπρόσδεχτη, λοιπόν, η πρόσκληση του συγγραφέως, μιας και μας εντάσσει στην οικογενειακή αφιέρωση της παρούσας ταξιδιωτικής του διηγηματογραφίας: «…και σ’ εκείνους κι εκείνες που ταξιδεύουν μαζί μας στο Αιγαίο και στη ζωή». Και τον ακολουθούμε συμπλέοντες και συνοδοιπόροι στους κυματισμούς και τις πολυκύμαντες καμπές της υποσχόμενης διαδρομής σε ρετρό οιονεί αξεθώριαστα φωτογραφικά ή κινηματογραφικά στιγμιότυπα με πρωταγωνιστές έναν ζωηρό θίασο Ελλαδιτών και Αμμοχωστιανών συμφοιτητών, αλλά και μέσα από μιαν εγκάρδια μέθεξη στον χρόνο και τον τόπο νοσταλγικών ενατενίσεων, λεπτοφυών παρατηρήσεων και αναγωγικών αλληγορικών συσχετισμών. Πρώτος σημαδιακός σταθμός η Σαλαμίνα, το μεγαλύτερο νησί του Σαρωνικού, όπου οι εκδρομείς φοιτητές ανακαλούν τη νικηφόρα ναυμαχία, ενώ οι Αμμοχωστιανοί της εκδρομικής ομήγυρης τη συνδέουν με τη δική τους ξακουστή Σαλαμίνα του Τεύκρου. Στο δάσος της και στην «Εξοχική Ταβέρνα Το Κάρδαμον» της Κούλουρης σμίγουν οι Καθαρές Δευτέρες με νηστήσιμα και θαλασσινά, με πειράγματα και νησιώτικους χορούς. Παρόμοια συνταιριάζουν στα Κύθηρα κάτω από τα ερωτικά καλέσματα των κοτσυφιών την Κυθέρεια και την Κύπριδα Αφροδίτη, ενώ στη Σαντορίνη δοκιμάζουν την καταπληκτική εμπειρία των θαλασσινών σπηλιών, διαμορφωμένων σε τουριστικά καταλύματα και ξετρελαίνονται «με τη θέα από την απότομη καλντέρα στη γαλανή θάλασσα και την απέναντι Θηρασιά». Τα αισθήματα, ωστόσο, θαυμασμού επισκιάζει η μελαγχολία στην ψυχή του φοιτητή της Φιλολογίας Διονύση με τη δύση του αρχαίου οικισμού ως άλλη Πομπηία, συνδυάζοντάς την με το μεγαλόπρεπο εκστασιακό υπερθέαμα του ηλιοβασιλέματος στην Οία: «Τον έβλεπαν φλεγόμενο να βάφει κατακόκκινη τη θάλασσα και αργά-αργά να βυθίζεται και να την αποχρωματίζει.». Κι αν το εδώ ηφαίστειο «κοιμάται», «Το ηφαίστειο στη Μήλο» του αντίστοιχου διηγήματος είναι ζωντανό για «ηφαιστιακά ψητά» και «θειούχα ιαματικά μπάνια».
«Η φωτιά στην Ύδρα» του επόμενου ομώνυμου διηγήματος μάς μεταφέρει σε μιαν κατασκήνωση προσκόπων, όπου ανάμεσα στις σημαίες τους η τούρκικη δεν μπορεί παρά να υπομνήσει στην Άννα της Νομικής την εισβολή στην Κύπρο. Ιδού όμως και άλλοι διηγηματικοί συνειρμοί στη συνέχεια της ομότιτλης ταξιδιωτικής αναδιήγησης: «Οι Γερμανοί στην Αμοργό» απηχούν τη δυσφημιστική ονομασία των ψαριών που οι ψαράδες τα πετάνε ως άχρηστα στη θάλασσα, αφού εμφανίστηκαν με την εκεί άφιξη των Γερμανών, παρότι είναι οι περιζήτητες κουρκούνες ή «προσφυγούλες» στην Κύπρο, που ήρθαν με τους Μικρασιάτες πρόσφυγες. «Οι μουρμούρες στον Πόρο» δεν θυμίζουν μόνο τις παραπονιάρικες γυναικείες μουρμούρες, αλλά και μιαν άλλη ιχθυολογική ταξινομία. «Οι ιπποτικοί στη Ρόδο» παραπέμπουν στο Τάγμα των Ιωαννιτών Ιπποτών και στο κυπριακό κρασί της κουμανταρίας από την Κομανταρία της διοίκησής τους επί Φραγκοκρατίας. Και από τη Μονή του Αρκαδίου στην Κρήτη φτάνουμε στην καθολική μονή του τάγματος των Ουρσουλινών στην Τήνο, για να μυρίσουμε ύστερα κιμωλία στην Κίμωλο, να βρεθούμε «περαστικοί στη Μύκονο» και ν’ ακούσουμε τη «Φραγκοσυριανή» στη Σύρο.
Ατέρμονο το αιγαιοπελαγίτικο ταξίδι, καθώς ο Δ. Λεβέντης μάς «νησιωτίζει», κατά τη ρηματική πολυσημία του Ελύτη, επιφυλάσσοντάς μας περισσότερες θεαματικές εκπλήξεις και βιωματικές καταγραφές: από Κέα, Κουφονήσι, Αίγινα, Πάρο και Αντίπαρο μέχρι Σπέτσες, Σκόπελο, Νάξο και Ελαφονήσι έως Εύβοια και Σκιάθο, του Παπαδιαμάντη το νησί. Καλοτάξιδο ας είναι το βιβλίο!
Δημήτρης Λεβέντης
Συνομιλίες του Αιγαίου
Το Ροδακιό, 2020