Ω, τι πιο απλό στον κόσμο από το να «σκοτώνεις» ινδάλματα
Είχαν ενδιαφέρον τα όσα αναρτήθηκαν την Τετάρτη και την Πέμπτη για τον Μαραντόνα, μερικές νεκρολογίες με τα γνωστά κλισέ όταν κάποιος ένδοξος (ή έτσι θα θέλαμε να πιστεύουμε για τους περισσότερους διάσημους νεκρούς) πεθαίνει, με τις γνωστές λέξεις και τις γνωστές προτάσεις που δεν αφήνουν κανένα περιθώριο για αμφισβήτηση της προηγούμενης ύπαρξής τους, αν και αμετανόητοι –εντάξει, δεν είναι όλοι οι πεθαμένοι τα «καλύτερα παιδιά». Αλλά το μεγαλύτερο ενδιαφέρον είχαν οι δημοσιεύσεις στα ξένα sites -του Guardian κυρίως- που, περίπου, ανέλυε το πρωί της Πέμπτης με τρόπο ψύχραιμο το -γεμάτο αλαλαγμούς- εκείνο κενό που άφηνε ο «θεός», ο «θεός της μπάλας», που επέλεξε να ζήσει, από μια ηλικία κι έπειτα, γήινα και στα άκρα (στα ακραία άκρα) σαν ένα παιδί που στερούμενο τις σοκολάτες της παιδικής του ηλικίας αποφασίζει να καταναλώσει στοίβες από κουτιά μετά τα τριάντα του, παχύσαρκος εντός και εκτός του, σε μια κρίσιμη καμπή, ή στη συνειδητοποίηση ότι η πραγματική διασημότητα είναι εκείνη που ξεφεύγει του κοινού –αν και ήταν πλέον αργά. Ο Μαραντόνα, με τα χιλιάδες του πάθη, ίσως και να είναι σημαντικότερος στη συνείδηση του μαζικού κοινού, εκείνου των γηπέδων και των στοιχημάτων, από άλλους πιο σπουδαίους ομογηπεδικούς του όπως τον Πελέ: Ήταν ένας ποιητής που νόμιζε πως ήταν σούπερμαν, τραγικός στην αφέλειά του.
Ο αριστεροπόδαρος «θεός» που έμαθε στα έντεκά του να ξεγελά τους αντιπάλους του πως χρησιμοποιούσε καλύτερα το δεξί του πόδι, βουτηγμένος πια στην πλανεύτρα Νάπολι, εκατοντάδες χιλιόμετρα μακριά από την παραγκούπολη Βίλα Φιορίτο, στα νότια του Μπουένος Άιρες, στις κακοτράχαλες αλάνες που μεγάλωνε πάμφτωχος και συνεχώς ξυπόλητος γιατί δεν είχε λεφτά για παπούτσια η μάνα του, εξηγούσε στους λιγοστούς δημοσιογράφους στους οποίους κατάφερνε να είναι συνεπής στα ραντεβού χωρίς να εξαγριώνεται με τις «κακές» τους ερωτήσεις (για τον μάνατζέρ του, για την πρώην σύζυγό του που διεκδικούσε τη μισή του σχεδόν περιουσία, για κάποια παιδιά που τον ονόμαζαν «μπαμπά» και ξεφύτρωναν σαν άγρια μανιτάρια απαιτώντας κι εκείνα το καλύτερο από τον «θεό» ως απάτη ή μισή αλήθεια) πως ο θάνατος είναι κάτι τόσο πεζό όσο και το καθημερινό του γεύμα, πως δεν θα ‘μαστε τίποτ’ άλλο στο τέλος από ένας σάκος από κόκαλα και αίμα κρύο, φιλοσοφώντας -με ολίγην από δόση κόκας- πως για τα πεπραγμένα του είναι υπόλογος μόνον ο ίδιος –ούτε το κοινό ούτε οι ομάδες ούτε τα λεφτά του ούτε η Αργεντινή. Σε κάτι τέτοιες «κρίσεις» που φοβόταν πως ο Παράδεισος δεν μπορεί να ‘ναι μόνο γυμνά κορίτσια που χορεύουν αγκαλιασμένα σε μια καταγάλανη λίμνη, ούτε το πιο κρύο μοχίτο του πλανήτη σε μία άκρη της Κόπα Καμπάνα χωμένος στην άμμο και φορώντας ψάθινο καπέλο, κατέφευγε πάντα στον φίλο του τον Φιντέλ, στην Αριστερά, στις φιλανθρωπίες και στις ελεημοσύνες προσπαθώντας να σώσει ό,τι μπορούσε να σωθεί από έναν ήδη τσαλακωμένο χαρακτήρα που φτιάχτηκε ερήμην του –εξιλεωνόταν.
Την παρακάτω ιστορία τη διηγήθηκε ο ίδιος: Σε ηλικία τριών μόλις ετών, σα να του μιλούσε ήδη το προδιαγεγραμμένο κάρμα του, ένα βράδυ που ήταν έξω από το σπίτι της οικογένειάς του, σ’ ένα παράπηγμα με τσίγκους, βρέθηκε σε μια γούρνα που η οικογένεια χρησιμοποιούσε ως τουαλέτα να παλεύει με λάσπες και περιττώματα. Κινδύνευε με πνιγμό, όταν άκουσε να τον αναζητά ο θείος του που ήταν παλιός ποδοσφαιριστής και η δόξα της οικογένειας. Ο θείος του, όταν έφτασε κοντά του, φώναξε: «Ντιεγκίτο, κράτα το κεφάλι σου πάνω από τα σκατά!». «Υποσχέθηκα πως θα το έκανα», είπε αργότερα ο ίδιος σε μία κρίση αυτογνωσίας όπου όλα φαινόταν να διαπερνούν την «κατάρα» της μεγάλης διασημότητας που εγκλωβίζει και στραγγαλίζει, «αλλά την ίδια στιγμή ήθελα να βουτήξω το δάχτυλο μέσα για να δω αν μυρίζουν το ίδιο με τα δικά μου». Το ρίσκαρε. Αλλά τα σκατά είναι πάντοτε σκατά, ποτέ αβγολέμονο.
Νομίζω πως αν κάτι «κατέκτησε» ο Μαραντόνα από το 1991 που κατάλαβε πως η μεγαλύτερη μπαλιά, η καλύτερη ντρίμπλα, παίζεται πάντα απέναντι στη ζωή που είναι λίγη, στο άπειρο, αέναο και ανυπολόγιστο της παράλογης φάρσας που τελικά φέρει, είναι αυτό: Να μην τον νοιάζει κανείς! Το γράφω αυτό σκεπτόμενος την είδηση της Πέμπτης που διογκώθηκε και κατακρεούργησε -ως είθισται πια- την Παρασκευή το πρωί από τα social media μία ερμηνεύτρια «σύμβολο», τη Δήμητρα Γαλάνη –ήταν το επόμενο «big θέμα» μετά τα κατεβατά για τη θυγατέρα Θεοδωράκη, για την οποία «δεν θέλω να πούμε ούτε μία λέξη», όπως εξήγησα την Τρίτη στην Έλενα Ακρίτα, στη συνέντευξή της που δημοσιεύεται σήμερα, προστατεύοντας και εκείνην και το έντυπο από αλαλαγμούς και ύβρεις στο όνομα ενός άλλου «μύθου» που εισέπραττε διά της πλαγίας έναν όγκο οχετού για τα λεφτά του. Κάποιος, λοιπόν, «είπε»-κάποιος «είδε»-κάποιος «υπέθεσε»-κάποιος «νόμισε»-κάποιος αποφάσισε-και κάποιος εντέλει έδωσε αμαχητί τη Γαλάνη στον Πιλάτο για να αποφασίσει ο όχλος «σταύρωσον!». Σταύρωσον; Διάβασα κάποια από εκείνα τα κατεβατά (συνήθως ανορθόγραφα) που γράφτηκαν μέσα σε 24 ώρες αλλά και την απάντηση αυτού του «θηρίου» του ελληνικού τραγουδιού που «ακυρώθηκε» ως χαρακτήρας, ως προσωπικότητα, ως πρόθεση –που είναι και το χειρότερο. Και τότε μου ήρθε στο μυαλό ο Ντιέγκο που προσπαθούσε να απεγκλωβιστεί από τον Μαραντόνα. Εκείνο το «να μη σε νοιάζει!» θα ‘πρέπε να ‘ταν ο «οδηγός» ενός ανθρώπου που έδωσε τα γερά διαπιστευτήριά της μισό αιώνα και όχι να απαντάει στο facebook της σερνάμενη και απολογούμενη –ράκος, υποθέτω, κλεισμένη μέσα στο σπίτι της για να μην τη δει άνθρωπος. Να μη σε νοιάζει, λοιπόν! Αυτό. Και «μην απαντάς!». Όπως έκανε κι η Χαρούλα όταν σήκωσε το γάντι της καθαρίστριας στη συναυλία που έδωσε για τις απολυμένες στο Σύνταγμα –«η πάμπλουτη!». Να μη σε νοιάζει. Να μην απαντάς. Κι άμα έχεις τα κότσια, διέγραψε το Instagram, το Twitter και το Facebook και δώσε μια γερή μούντζα στους αργόσχολους του πληκτρολογίου που μόλις πας να ζητήσεις εξηγήσεις κατ’ ιδίαν, αντρίκια, κρύβουν το κεφάλι τους στο χώμα σαν τις οχιές λίγο πριν γυρίσεις πάλι την πλάτη και βγάλουν έξω τη φαρμακερή τους γλώσσα.
xatzigeorgiou@yahoo.com
Φιλελεύθερα, 29.11.2020.