Στις μέρες μας ο θάνατος κυκλοφορεί αόρατος, ανώνυμος, σάμπως μυστικός, μόνο αριθμός, σαν σύνθημα, σύμβολο μιας αλγεβρικής εξίσωσης, ενδεδυμένος τον μανδύα της στατιστικής. Αριθμοί κρουσμάτων, αριθμοί νοσηλευομένων, αριθμοί θανάτων, αναγωγές και ποσοστά, κανονικές πράξεις στατιστικής.
Κι όμως, πίσω από τον κάθε αριθμό υπάρχει ένα όνομα, υπάρχει μια ζωή, που δεν περιορίζεται μόνο στη στιγμή που φεύγει, μια ζωή που απλώνεται πίσω στα χρόνια, που μετριέται με πράξεις, με δράσεις, με έργα. Υπάρχει μια ζωή που δεν διαγράφεται με τον θάνατο, που προεκτείνεται στο μέλλον και που θα συνεχίσει υπάρχει μέσα στις καρδιές και στις σκέψεις αυτών που μένουν πίσω, να την θυμούνται, να την μνημονεύουν με σεβασμό, όπως το λέει και το αρμενικό λαϊκό έπος «Δαβίδ ο Σασούνιος», όπου ο ραψωδός, πριν αρχίσει να απαγγέλλει το έργο, μνημονεύει με σεβασμό αυτούς που έφυγαν:
Ευλογημένο να ’ναι τ’ όνομά σου,
Τσοβινάρ-χατούν.
Ευλογημένο να ’ναι τ’ όνομά σου,
Σανασάρ.
Ευλογημένο να ’ναι τ’ όνομά σου,
Μπαγκτασάρ.
Ευλογημένο να ’ναι τ’ όνομά σου,
Θείε –Τορός,
Ευλογημένο να ’ναι τα’ όνομά σου,
Ντεχτσούν-Τσουχ-Τσαμ,
Ευλογημένα να ’ναι τα ονόματα
των γονιών σας που με ακούτε.*
Το όνομα είναι η συνισταμένη όλων των πραγμάτων, των ιστοριών, των πράξεων, των χειρονομιών αυτών που έφυγαν. Με τη φυγή του φορέα του, το όνομα συμπυκνώνει μέσα του όλη τη ζωή του, είναι το απόσταγμά της, η γεύση, το άρωμα, η μουσική της, που θα συνεχίσει να διαχέεται όσο τον θυμούνται αυτοί που μένουν.
Αυτό μου το θυμίζει όλο και πιο συχνά ο δήμος του χωριού μου με τα μηνύματα που παίρνω στο κινητό μου τηλέφωνο, μηνύματα που έρχονται και με βρίσκουν όπου κι αν είμαι, στην Κύπρο ή στο εξωτερικό. Με ενημερώνει για τους θανάτους χωριανών: «απεβίωσε ο τάδε, του δείνα, το γένος…, σύζυγος του/της… και η εικόνα είναι μπροστά μου, ο άνθρωπος είναι μπροστά μου, ξυπνούν οι αναμνήσεις που έχω γι’ αυτόν, κάποιες στάσεις ζωής που κράτησε, κάποιες κουβέντες που είπε, κάποιες χειρονομίες. Πάντα ανάλογα με το πόσο καλά τον γνώριζα και τις σχέσεις που είχα μαζί του. Και αυτό που συμβαίνει μαζί μου συμβαίνει και με πολλούς άλλους. Το όνομα έρχεται και μας μιλά.
Πριν από μερικές μέρες έλαβα ένα τέτοιο μήνυμα από τον δήμο του χωριού μου. Με ενημέρωνε πως απεβίωσε η εξαδέλφη μου η Καλλού, δεκαπέντε χρόνια μεγαλύτερή μου, που συχνά μ’ έπαιρνε κοντά της και με φρόντιζε σαν μάνα. Μου θύμισε πώς έτρεχα στο σπίτι της κάποιες φορές που η κατάσταση στο δικό μας σπίτι γινόταν βαριά και ανυπόφορη και πως η Καλλού της θείας μου της Μαριτσούς μ’ έπαιρνε κοντά της και μου έδινε κουράγιο. Θυμήθηκα τη φωνή της, το χαμόγελό της, τις χειρονομίες της, την καλοσύνη που χαρακτήριζε όλες της τις πράξεις, θυμήθηκα και διαχρονικά τη βασανισμένη ζωή της: χήρεψε νωρίς, μεγάλωνε μόνη τα παιδιά της, στην προσφυγιά έθαψε τον έφηβο γιο της. Όμως τα άντεξε όλα, εργάστηκε, μεγάλωσε και πάντρεψε τα άλλα παιδιά της, απέχτησε εγγόνια, έζησε τη ζωή. Και η καρδιά της ήταν πάντα ανοιχτή για όλους, η καλοσύνη της να φαίνεται στο πρόσωπό της. Η ζυγαριά βάρεσε στο μέρος της ζωής. Όλα αυτά μου τα θύμισε το όνομα στο μήνυμα του δήμου. Μ’ έκανε να ανακαλέσω πράγματα στη μνήμη μου, να τα ξαναζήσω. Να θυμηθώ και τη μάνα μου, που με τη φυγή της ένιωσα ξαφνικά πως όλη η ζωή της «έγινε πιο πολύ δική μου/ όλα τα βάσανα κι όλες οι πίκρες της/ καρφιά που με ματώνουν»*. Το όνομα σημαίνει, το όνομα είναι ο άνθρωπος. Πολύ περισσότερο όταν φεύγει.
Σήμερα αυτός ο θάνατος-αριθμός δεν σβήνει μόνο τις ζωές των ανθρώπων, σβήνει και τα ονόματα, τα μετατρέπει σε αριθμούς σε ποσοστά, σε στατιστικές. Μας στερεί το δικαίωμα της μνήμης, της επικοινωνία, πάει να μας μετατρέψει σε παθητικούς δέκτες αριθμών και στατιστικών. Καθόμαστε μπροστά στις τηλεοράσεις μας και περιμένουμε ν’ ακούσουμε τους αριθμούς των προσβεβλημένων από τον ιό, τους θανάτους, τα ποσοστά κρουσμάτων και θανάτων… Αριθμοί, όπως σε καιρούς πολέμων, που οι δικοί των νεκρών περιμένουν να ενημερωθούν μ’ ένα δελτίο που θα τους σταλεί κάποτε. Αλλά ο άνθρωπος δεν είναι αριθμός, είναι όνομα.
*Το έργο θα κυκλοφορήσει στα ελληνικά, σε δική μου μετάφραση, τον επόμενο χρόνο
**Στίχοι από το ποίημα «Ορφάνια», από το βιβλίο: Γιώργος Μολέσκης: Το νερό της μνήμης, ποιήματα, 1998