Ρήσος Χαρίσης: «Θάλασσα εσωτερικού χώρου», εκδόσεις Κίχλη, 2020.

Ο Ρήσος Χαρίσης, Κύπριος δημιουργός που ζει και εργάζεται στην Αθήνα εδώ και δεκαετίες, είναι ολιγογράφος ποιητής.  Έχει να εμφανιστεί στα εκδοτικά πράγματα εδώ και 32 χρόνια. Η πρώτη συλλογή του υπό τον τίτλο «Ο Μεταξουργός» απέσπασε το κρατικό βραβείο νέου λογοτέχνη στην Κύπρο και κυκλοφόρησε το 1988. Έκτοτε δεν έχει εκδώσει άλλο ποιητικό βιβλίο εκτός αυτού που θα επιχειρήσω στη συνέχεια την παρουσίαση με το παρών σημείωμα, το οποίο και κυκλοφόρησε τον Ιούλιο του 2020 στην Αθήνα.

Ο Ρ.Χ. ανήκει στη χορεία των Κυπρίων ποιητών με δημοσιογραφική υποδομή. Όπως και στις άλλες συναφείς περιπτώσεις, ωραία ενίοτε και μοιραία, το δημοσιογραφικό ένστικτο διεγείρει τους ποιητικούς αισθητήρες και ο δημιουργός μεταπλάθει αισθητικά τη βοούσα πολυποίκιλη και πολυεπίπεδη πραγματικότητα που μας περιβάλλει. Στην περίπτωση του Ρ.Χ. αυτό γίνεται με ιδιαίτερα επιλεκτικό, αξιολογικό τρόπο. 

 Στη νέα του συλλογή, ο μεσήλικας πια δημιουργός γράφει ποίηση της αμφισβήτησης. Ενσπείρει αμφιβολίες σε όλα τα θέσφατα, σε όλα τα ιερά και όσια, πατριωτικά, θρησκευτικά, ιδεολογικο-πολιτικά, ταξικά και άλλα. Για τον ποιητή δεν υπάρχουν αδιαμφισβήτητες, απαρασάλευτες αλήθειες, ακλόνητες πεποιθήσεις, θεωρίες και δοξασίες. Την ίδια ώρα, ο Ρ.Χ. γράφει ποίηση -επισκόπηση της σύγχρονης πολιτικο-κοινωνικής πραγματικότητας, με κριτική θεώρηση των δρωμένων και σκωπτική διάθεση διαχείρισής τους.

Στα πρώτα ποιήματα της συλλογής, κυριαρχεί η θάλασσα, τόσο ως θεματικό, όσο και ως αισθητικό μοτίβο. Τον ποιητή ελκύουν οι συγκρουσιακές καταστάσεις, οι αντίθετες έννοιες, η αντιπαλότητα συναισθημάτων, οι συνεχείς αντιπαραθέσεις, είτε αυτές ιχνηλατούνται στο αστικό τοπίο, είτε εντοπίζονται εσωτερικά, ενδοσκοπικά.

Η τρέχουσα διεθνής πολιτική επικαιρότητα είναι παρούσα, ρέουσα και δυναμική: «Αναγραμματισμένες θάλασσες / ξεβράζουν απαρέμφατα λυγμών κι αμακιγιάριστες οδύνες / σε ναρκοπέδια κουτσής ορθογραφίας. / Τη διαχείριση της κρίσης αναλαμβάνουν / οι ειδήσεις των οκτώ». (σελ. 15)

Μαεστρικά και βιτριόλικα ο Ρ.Χ. συγχρωτίζει τις εικόνες και τα σύμβολα του παρελθόντος, με τις εικόνες και τα σύμβολα του παρόντος. Στο στόχαστρο ή μάλλον στο κλισιοσκόπιο του ποιητή οι κατακτητικοί πόλεμοι και γενικά όλες οι βίαιες συρράξεις: «Θα επιστρέψουν οι άντρες απ’ τα ξερονήσια, / θα βρεθούν στο Γκουαντάναμο μιας δίκαιης Ευρώπης, / θα βάψουν με το αίμα τους τα λευκά κελιά της Ιστορίας… / …Στη Νεκρά του σώματος θάλασσα / κάθε σημάδι είναι τόπος αφής, / σαρκική καταγραφή στην κοστολόγηση της εξορίας». (σελ. 18)

Η ποίηση του Ρ.Χ. εμπεριέχει το σουρεαλιστικό  στοιχείο, διάσπαρτα και όχι συμπυκνωμένα και συγκεντρωτικά. Ο σουρεαλισμός του συμπλέει με το λυρισμό, αλλά και ψήγματα αισθησιασμού-ερωτισμού. Θα έλεγα ακόμη ότι ο σουρεαλισμός του Ρ.Χ. δεν είναι ανατρεπτικός, αλλά καλολογικός, καθώς επικεντρώνεται στη φόρμα εκφοράς του ποιητικού λόγου, και σε μικρότερο βαθμό στο περιεχόμενό του. Με απλά λόγια, ο σουρεαλισμός του Ρ.Χ. δεν είναι θέμα ιδεολογίας, αλλά θέμα τεχνοτροπίας: «Στο μέλλον οι πνοές μας θα γίνουν / ξενοδοχεία γι’ αστέγους, / βροχές περισπωμένες / στον χαρτοφύλακα των φιλημάτων». (σελ. 30-31)

Ο ποιητής στήνει σουρεαλιστικό τοπίο όχι μόνο με τις εικόνες και τα πράγματα, αλλά και με τις ιδέες, τα νοήματα, τις κοσμοθεωρητικές αντιλήψεις, τις ιστορικές εποχές και τα κοινωνικά κινήματα. Το ανάρμοστο της συνοχής όλων αυτών κι αν συνιστά σουρεαλισμό. Αφού, ακόμα και ο Θεός: «Κλέβει καρπούς απ’ το δέντρο της γνώσης, / τους δίνει εξ ημισείας στην Εύα / και στον καταραμένο όφι, πριν επιστρέψει ο Αδάμ / απ’ την πορεία του κινήματος ‘Δεν πληρώνω’ / με ξεσκισμένο και το τελευταίο φύλλο συκής». (σελ. 32)

Συχνά ο ποιητής αξιοποιεί την πρόσμιξη διαφόρων εξειδικευμένων ορολογιών προκειμένου να πετύχει ποιητικό αποτέλεσμα. Για παράδειγμα, αναμειγνύει επιτυχώς την ορολογία του Κυπριακού με την θρησκευτική, θεολογική ορολογία της χριστιανικής ορθοδοξίας.

Η θεολογική θεματική του, αν και εν πρώτοις φαντάζει έμπλεη δέους και ευσέβειας, στην πορεία διακρίνεται και από μια υποψία ασέβειας. Είναι μια θεματική ολίγον αναιδής και ολίγον πειρακτική ή ακόμα και πειραγμένη, με την έννοια της πειραματικής γραφής: «Υπάρχει μια στιγμή που προμηνύει έρωτα και γιασεμί / μακριά απ’ τα μάτια του Θεού; / Άδραξε τη στιγμή και έλα». (σελ. 38)

Η πιο πάνω προσέγγιση γίνεται ακόμα πιο ευδιάκριτη στο αμέσως επόμενο ποίημα. Εδώ και με μια υποψία χλεύης ή σαρκασμού: «Εκ δεξιών Παναγία Παραμυθιώτισσα, / εξ αριστερών Χριστός Κεφαλαιούχος, / εν τω μέσω της εικόνος Αυτός…». (σελ. 39)

Ο ποιητής αναδομεί και μετατάσσει το λόγο της Καινής Διαθήκης στη σύγχρονη κοινωνικοπολιτική πραγματικότητα. Αυτές οι μεταστάσεις συνιστούν νέα ποιητική διάσταση σε παλαιά μηνύματα, παλαιά νοήματα και εξίσου παλαιά συναισθήματα. Εδώ η θεογεννήτωρ Μαρία: «Στο’ να της χέρι βρέφος, στ’ άλλο πάπυρος / μ’ αναγραφόμενους κανόνες μνημονίων. / Τρεις μάγοι προσέρχονται με δώρα: / ομόλογα, τραπεζιτικές επιταγές, χρυσός». (σελ. 48)

Ο Ρ.Χ. αφήνει για το τέλος του βιβλίου τις υπαρξιακές αναζητήσεις και τους φιλοσοφικούς προβληματισμούς του, να προβάλουν ακόμα πιο διαυγείς. Βέβαια, η ποίησή του είναι συνολικά ανθρωποκεντρική. Όμως, στο τελευταίο ποίημα της συλλογής, το πιο μακροσκελές, υπό τον τίτλο «Παραλειπόμενα», ο ποιητής επιχειρεί μια κοινωνικο-ιστορική ανάλυση στην εξελικτική πορεία της ανθρωπότητας στη σύγχρονη εποχή: «Άνθρωποι της πολλαπλής ανάγνωσης, / οστεοφυλάκια δικών μας λειψάνων, / αδήλωτοι αιχμάλωτοι, ανομολόγητοι έρωτες, / σαπιοκάραβα στον πυθμένα του ουρανού…». (σελ. 69)

Στο επίκεντρο του ποιήματος, κατά τη γνώμη μου, βρίσκεται το κοινωνικό υπογάστριο της ανάλυσής του. Μιλώντας με κινηματογραφικούς όρους, σε πρώτο πλάνο βρίσκονται οι αγώνες, ενώ στο τέλος, ως τελευταίο πλάνο, αχνοφέγγει, αδύναμα αλλά πειστικά, η ελπίδα για το καλύτερο αύριο: «… φυτεύουμε φωνήεντα στο χώμα της αυλής / ευελπιστώντας πως του χρόνου, τέτοια εποχή, / θεν’ να απολαύσουμε την πρώτη τους σκιά». (σελ. 74)

g.frangos@cytanet.com.cy