Παραμένουμε οι κομπάρσοι σε μια ταινία που δεν ξέρουμε το τέλος της. Στο ενδιάμεσο των «δεν ξέραμε, δεν γνωρίζαμε».
Η πτήση μου για τη Λάρνακα έχει καθυστέρηση και κάθομαι με το λάπτοπ στα γόνατα ανακούρκουδα στο μπλε χαλί· «συγνώμη για την ταλαιπωρία, κακές καιρικές συνθήκες, η εταιρεία κάνει ό,τι είναι δυνατόν, δέκα λεπτά, δεκαπέντε λεπτά, σε λίγο». Είχε προηγηθεί η συμπλήρωση δύο εγγράφων -Κύπρου και Ελλάδας- για την είσοδο και έξοδο στις δύο χώρες και δύο PCR τεστ ώστε να επιβεβαιωθεί η αρνητικότητα-έγκριση για το ταξίδι, που είναι πια ένα ταξίδι-ταλαιπωρία – ποτέ δεν θα συνηθίσω το σωληνάκι που μπαίνει μέσα στη μύτη· ασυναίσθητα κρατάω πάντα τον καρπό του νοσηλευτή που μου λέει «κρατήστε με, αλλά μην με κουνάτε» και σκέφτομαι λιβάδια με πεταλούδες για δευτερόλεπτα. Απέναντί μου κάθεται ένα ζευγάρι, γύρω στα 80 – «η ανάγκη» ακούω εκείνην να εξηγεί στο τηλέφωνο πως τους έκανε τα ταξιδέψουν στην Αθήνα για τις εξετάσεις εκείνου στο Μετροπόλιταν. Εκείνος είναι χαμένος· χαμένο βλέμμα, αμήχανος, μισός – τι να πρωτοσκεφτείς αν είσαι πλήρης ημερών πέρα από κάποια πρακτικά διαδικαστικά του τετέλεσται; Εκείνη είναι απαρηγόρητη· τραβάει πάνω κάτω την χειρουργική γαλάζια μάσκα ώστε να καλύπτει τα ανοιχτά από νευρικότητα και συγκίνηση ρουθούνια της που πρέπει να τηρούν τους κανονισμούς και τις οδηγίες – ερωτευμένη παρόλ’ αυτά, συγκινητικά ερωτευμένη στην τρυφερότητά της που τον ρωτάει αν θέλει «σκέτο» ή «μέτριο με ολίγην» σα να ‘ναι ακόμη στην πρώτη τους νιότη. Πότε πότε του πιάνει το χέρι με συγκατάβαση όπως με μαθηματική ακρίβεια ξέρεις πάντα το αποτέλεσμα της εξίσωσης που είναι απλά αριθμοί. Εκείνος είναι ήδη ολότελα φθαρτός και έρμαιος και απαντάει συγκαταβατικά κοιτώντας κάπου αόριστα· βέβαιος πως τίποτα πια δεν σώζεται, αλλά ας είναι να συμβεί -ό,τι είναι να συμβεί-, στο σπίτι του, στο δωμάτιό του, στο ζεστό του κρεβάτι. Και ακουμπάει όλο και πιο σφικτά επάνω της, όχι γιατί δεν έχει πού αλλού αλλά επειδή προφανώς μαζί της έχουν νόημα όλα· η αρρώστια, κυρίως. Καθώς απομακρύνεται εκείνη, αφήσω το λαπτοπ στο πάτωμα και την ακολουθώ – σταματάει σε κάποιο από τα ελάχιστα café του Ελ. Βενιζέλος, ζητάει δύο καφέδες ελληνικούς με ζάχαρη και ξαναπαίρνει τηλέφωνο – κάποιο γιο ή κάποια κόρη: «Ο παπάς έννεν καλά. Δεν θα ξανάρτουμε δαμαί. Δεν ξέρω τι να κάμω». Φοράει μαύρο μακρύ φόρεμα ίδιο χρώμα με το βλέμμα της – είναι μία απελπισμένη γυναίκα που προσπαθεί μόνη της να αναβλύσει την ελπίδα από ένα στεγνό από μέλλον πηγάδι με την έκφραση του «δεν γίνεται τίποτ’ άλλο» – που δεν ειπώνεται. Είναι μια ερωτευμένη λυπημένη στα 80 της γυναίκα που συνειδητοποιεί την ματαιότητα και την έλλειψη παραδείσου.
Στο κινητό μου διαβάζω την ανάρτηση του παλιού συμφοιτητή μου, του Αρτέμη Αρτεμίου, για τον γιο του που πέθανε από λευχαιμία – μ’ αυτήν την συγκλονιστική φωτογραφία μέσα σε νοσοκομείο που φοράει την κάπα του σούπερμαν· αυτού του υπερήρωα που πάντα νικούσε και πάντα πέταγε στον ουρανό πριν προσγειωθεί και πάλι ανάμεσα σε θνητούς ως υπεράνθρωπος. Από κάτω, 500 σχόλια συμπαράστασης και παρηγοριάς και 70 κοινοποιήσεις – μπορεί να λεχθεί κάτι στ’ αλήθεια; Ή μπορεί να ‘χει ζυγαριά ο θάνατος -αυτός 12 ετών, εκείνος απέναντί μου 80- όπως συμβαίνει πια στις ΜΕΘ της Θεσσαλονίκης που το κριτήριο είναι μόνο το πόσο πεπερασμένος είσαι ηλικιακά – το χειρότερο σενάριο που δεν δημοσιοποιείται στις ιστοσελίδες και στις ανακοινώσεις, για ευνόητους λόγους. Αλλά οι άνθρωποι είναι άνθρωποι. Που τους καταλαβαίνεις στον πόνο και στην ανάγκη. Ή στις ακραίες καταστάσεις απανθρωπιάς όταν μερικοί έλκονται από την αέναη γοητεία του κακού, στα ακραία οπλοστάσια των ενστίκτων που οι περισσότεροι κρύβουμε μέσα μας -άλλοι πολλοί άλλοι λιγότερο- αναλόγως αν αυτά έχουν ή δεν έχουν στο μεταξύ, μέσω της παιδείας, λειανθεί. Είναι η στιγμή που η ζωή ξεδιαλέγει τα θηρία της στην μόνη βεβαιότητα της ύπαρξης μας: Της γέννησης και του τέλους μας.
Το γράφω αυτό με αφορμή μία ανάρτηση της Πάολας Ρεβενιώτη για τον θάνατο της Εβραίας Εσθήρ Κοέν – ποτέ ξανά δεν είναι για μένα ίδια η Θεσσαλονίκη όταν διάβασα για το ανελέητο, ζωώδες, πλιάτσικο που συνέβη από τους Έλληνες κατοίκους της πόλης, αφότου οι χιλιάδες Εβραίοι στάληκαν στα στρατόπεδα συγκέντρωσης, όπως μου τα περιέγραφε ο Ντίνος Χριστιανόπουλος, για τους «σκατανθρώπους που έκλεψαν τα σπίτια στην Τσιμισκή και στην πλατεία Αριστοτέλους». «Το τι έκαναν οι Γερμανοί Ναζί στους Εβραίους το ξέρουμε πολύ καλά. Αυτό, όμως, που κρύβουμε επιμελώς είναι τι έκαναν οι Χριστιανοί Έλληνες σε Έλληνες Εβραίους που κατάφεραν και επιβίωσαν από τα στρατόπεδα συγκέντρωσης και επέστρεψαν στις πατρίδες τους», διαβάζω στην ανάρτηση. «Η 96χρονη Εσθήρ Κοέν που πέθανε προχθές, επέστρεψε στην πατρίδα της, στα Ιωάννινα, έχοντας χάσει στα κρεματόρια του Άουσβιτς σχεδόν όλη την οικογένειά της, σε ηλικία 17 ετών. Πήγε στο σπίτι της, στην οδό Γενναδίου 1, και εκεί βρήκε Έλληνες ντόπιους να το έχουν καταπατήσει. Όταν έκανε να περάσει το κεφαλόσκαλο της εξώπορτας ο “ιδιοκτήτης” της είπε: “Μην προχωρείς. Είχε φούρνο η μάνα σου; Αφού δεν σε έκαψαν οι Γερμανοί θα σε κάψω εγώ αν τολμήσεις να μπεις μέσα!”. Έμεινε άστεγη και άνεργη. Όταν πήγε να πάρει από την Μητρόπολη Ιωαννίνων και τη Νομαρχία τη μία από τις δύο ραπτομηχανές Singer της καμένης στο Άουσβιτς μητέρα της για να βγάλει μεροκάματο, της είπαν ότι για να της επιστρέψουν έστω την μία από τις δύο θα πρέπει να τους δώσει τον αριθμό της ραπτομηχανής. Η Εσθήρ απλά σήκωσε το μανίκι του φουστανιού της και τους έδειξε τον αριθμό τατουάζ του Άουσβιτς. Ποτέ δεν πήρε, βέβαια, την ραπτομηχανή της μάνας της όπως και τίποτε από τα οικογενειακά κειμήλια που με πλιάτσικο αφαιρέθηκαν από τα σπίτια των Εβραίων Ρωμανιωτών των Ιωαννίνων. Πριν, λοιπόν, συγκινηθούμε, ας ντραπούμε». Κι ας έχουμε, θα συμπλήρωνα, πάντα δεύτερες και τρίτες σκέψεις για ό,τι ιστορικό και «ιστορικό» – δεν είμαστε τα αγνά ερίφια τα αναμάρτητα. Ακόμη και για τα εγχώρια, τα «ασάλευτα» ακόμη και μονοκόμματα ως τις κρυφότερές μας προσβολές, στα ανείπωτα και σκληρότερά μας εγκλήματα.
Υ.Γ. Εισφορές στην αγγελική μνήμη του μικρού Αλκίνοου Αρτεμίου για τα άπορα παιδιά της παιδογκολογικής κλινικής μπορούν να γίνουν στο λογαριασμό CY24008001040000000002138470 (τράπεζα Astro Bank Cyprus, A. Artemiou).
Φωτο: Η Εβραία Εσθήρ Κοέν.
xatzigeorgiou@yahoo.com
Φιλελεύθερα, 13.12.2020.