«Με δύναμη από την Κηφισιά» των Δ. Κεχαΐδη και Ελ. Χαβιαρά σε σκηνοθεσία Χρήστου Γιάγκου.

Είκοσι πέντε χρόνια πέρασαν από τότε που ο Δημήτρης Κεχαΐδης, σε συνεργασία με την Ελένη Χαβιαρά, έγραψε το «Με δύναμη από την Κηφισιά» και από τότε που το πρωτοανέβασε ο Λευτέρης Βογιατζής στο Θέατρο της οδού Κυκλάδων. Το έργο δεν σταματά να ανεβάζεται ξανά και ξανά από κρατικές σκηνές, εμπορικούς θιάσους, ερασιτεχνικές ομάδες στα ελληνικά θέατρα. Ο Κάρολος Κουν, που ανέβασε πρώτος τα προγενέστερα έργα του Κεχαΐδη, και ο Λευτέρης Βογιατζής έδωσαν στα έργα του ολιγογράφου συγγραφέα διαπιστευτήρια ποιότητας. Οι καλλιτέχνες σαν να  βάζουν στο πικάπ των παραγωγών τους το αγαπημένο βινύλιο με τα μαστορικά γραμμένα κείμενα, «Το πανηγύρι» του 1964, τα μονόπρακτα του 1972 «Η βέρα» και «Το τάβλι», το «Δάφνες και πικροδάφνες» του 1979. Και τα εννέα μόνο θεατρικά κείμενα του  Κεχαΐδη πολλαπλασιάζονται επί τον αριθμό των παραγωγών τους.

Πέρασαν χρόνια από τότε που είδα τελευταία φορά το «Με δύναμη από την Κηφισιά» κι επειδή η παγκοσμιοποιημένη πραγματικότητα αλλάζει σαν τρελή, ανέμενα την παραγωγή του Θεάτρου Διόνυσος με περιέργεια, για να δω αν το κείμενο έχει γεράσει. Ναι μεν ακριβής ψυχολογικός πορτρετίστας ο Κεχαΐδης, ναι μεν καλός διαγνώστης κοινωνικών ασθενειών και εθνικών παθήσεων, αλλά από το 1995 συνέβησαν τόσα στην Κηφισιά και στον υπόλοιπο κόσμο… Η ίδια η δομή του έργου, με πολλαπλές συναντήσεις τεσσάρων γυναικών στον ίδιο χώρο, σ’ ένα μεσοαστικό διαμέρισμα βορείων προαστείων, όπου το κάθε μικροσυμβάν της ζωής τους (σημαντικότατο, βέβαια, στα μάτια τους) είναι αφορμή για δια ζώσης συνάντηση, σήμερα στην εποχή των μέσων κοινωνικής δικτύωσης ίσως φανεί ξεπερασμένη, σκεφτόμουν εγώ, σήμερα που η μια από τις ηρωΐδες , η Μάρω, απλά θα ανέβαζε φωτογραφίες από τη λίμνη Υλίκη, παρά να  περιγράφει σουρεαλιστικά την εκδρομή της…

Λάθος σκεφτόμουνα. Το κείμενο δεν γέρασε, η φόρμουλα του συγγραφέα, την οποία έχει χρησιμοποιήσει και στα άλλα του έργα, λειτουργεί άπταιστα. Ο τόπος -συγκεκριμένος, μικρός, αποκομμένος από τον μεγάλο κόσμο, αλλά γεμάτος από τους (παρερμηνευμένους) απόηχούς του, όπως, π.χ. η μικρή αυλή των δύο ταβλαδόρων στο γνωστό μονόπρακτο. Μικρός αριθμός προσώπων στη σκηνή και επιπρόσθετος αριθμός μορφών που ναι μεν δεν παρουσιάζονται, αλλά διαγράφονται ανάγλυφα από τα συμφραζόμενα, όπως οι αγαπημένοι των τεσσάρων γυναικών και όπως, αφού επιλέξαμε το «Τάβλι» για αναφορά, τα πρόσωπα που πρόκειται να εμπλακούν στην κομπίνα των δύο ηρώων του μονόπρακτου.

Και το συννεφάκι του ονείρου να πλανάται από πάνω και να διαλύεται όσο προχωράει η υπόθεση, όπως το πολυσυζητημένο ταξίδι στην Ταϊλάνδη στη «Κηφισιά» και το σχέδιο αναρρίχησης προς τα πλούτη στο άλλο. Και σφιχτοδεμένος διάλογος, όπου η κάθε ατάκα της μιας/ του ενός προκαλεί την έντονη αντίδραση των υπολοίπων. Και η κλιμακούμενη τρέλα, και ο συναισθηματικός πυρετός, και οι σχέσεις που διαρκούν για πάντα αλλά με loop συνεχών συγκρούσεων. Στο «Με δύναμη από την Κηφισιά» λειτουργούν πολύ καλά… τα «μέσα» του, έτσι ώστε η σημασία των «έξω», δηλαδή, της χρονικής σύνδεσης με συγκεκριμένη εποχή χάνει τη σημασία της.

Ο σκηνοθέτης Χρήστος Γιάγκου έχει μαζί του μια τετράδα ηθοποιών ικανών να φέρουν εις πέρας τους στόχους της παραγωγής, να δημιουργήσουν μορφές που είναι ταυτόχρονα αντικείμενα διαβρωτικής συγγραφικής ειρωνείας και συμπαθείς στο μέσω τους αυτοσαρκαζόμενο  κοινό. Η κάθε μία επιλέγει δική της κωμική μανιέρα και ο σκηνοθέτης σωστά τις αφήνει να το κάνουν.

Οι τέσσερις γυναίκας  έχουν περάσει προ πολλού το κατώφλι νευρικής κρίσης και νιώθουν άνετα σε μια ελληνική εκδοχή αλμοδοβαρικού παράλογου κόσμου. Η Σοφία Καλλή ξεκινά την παράσταση με την ηρωΐδα της να ποδηλατεί στη μέση του σαλονιού της. Από το «ένα, δύο…» στο μέτρημα των κινήσεών της πετάγεται στον τριψήφιο αριθμό με την είσοδο της κόρης της στον χώρο, αστείο που βάζει σε εισαγωγικά τα πάθη που θα ακολουθήσουν. Η ηθοποιός ενεργοποιεί τον γνωστό της κωμικό τρόπο τηρώντας μια ειρωνική απόσταση από τον ρόλο και διατηρώντας τη συνωμοτική επαφή με τους θεατές. Η Πέννυ Φοινίρη είναι όλη μέσα στο μυθοπλαστικό παραλήρημα της Μάρως, μιας καλλιτέχνιδας των ψευδαισθήσεων. Η Ελένη Σιδερά παίζει γκροτέσκο, με τη Φωτεινή της να ακροβατεί στην τρέλα, με τα λεξοτανίλ της, τις φοβίες της, με το χάρισμά της να παρερμηνεύει όποια στοιχεία της γύρω πραγματικότητας. Η Θέκλα Φλουρή καλά κάνει και δεν παίζει το φρικιό νιάτο, αλλά κάνει την είρωνα  και προβοκατόρισσα παρατηρήτρια, που όμως αποκαλύπτει την ίδια με τις άλλες μεγαλύτερες γυναίκες φύση θύματος κάποιου άνδρα εκμεταλλευτή.

Η Θέλμα Κασουλίδου διεκπεραιώνει μεγάλο ενδυματολογικό όγκο, μόνο μερικές φορές αστοχώντας σε τήρηση ενδυματολογικών χαρακτηριστικών του κάθε ρόλου. Το τρικ με τις αλλαγές κοστουμιών επί σκηνής μπορούσε να  είναι… πιο τολμηρό.

Η επιλογή του έργου των Κεχαΐδη- Χαβιαρά ως εναρκτήριου αυτής της περίεργης σεζόν από τον καλλιτεχνικό διευθυντή του Διόνυσου Χρήστο Γιάγκου είναι μια ποιοτική επιλογή. Έχει τα φόντα να είναι και αποδοτική ως προς την προσέλκυση κοινού. Παρότι έχω προσέξει ότι στους κλειστούς θεατρικούς χώρους πετυχαίνουν περισσότερους θεατές οι παραστάσεις που γίνονται από νεαρούς συντελεστές και απευθύνονται σε νεανικό κοινό, το οποίο λιγότερη έγνοια έχει για μεταδοτικούς κινδύνους. Αγαπητοί συνθεατές, ώριμης και βάλε ηλικίας α) σ’ όλους τους θεατρικούς χώρους τηρούνται όλα τα πρωτόκολλα και β) τίποτα δεν ανακουφίζει τα κουρασμένα από τον ζόφο της πραγματικότητας μυαλά μας, όσο το θέατρο. 

Φιλελεύθερα, 11/10/2020