Νάσα Παταπίου: «Μελουζίνης ενώτια ή Η ωραία που έρχεται», εκδόσεις Καστανιώτη, 2019
 
Η Νάσα Παταπίου, γνωστή και έγκυρη ερευνήτρια των μεσαιωνικών χρόνων της κυπριακής ιστορίας, με επίκεντρο τη Φραγκοκρατία και την Ενετοκρατία, μεταπλάθει ποιητικά το ερευνητικό – επιστημονικό της αντικείμενο. Αξιοποιεί αισθητικά τους συμβολισμούς, τη σημειωτική αλλά και τις υποθεματικές αυτού του αντικειμένου. Έτσι, όσοι παρακολουθούν τη σχετική αρθρογραφία της στον Τύπο, ευκολά μπορούν να μυηθούν και στους συναφείς  θεματικούς ορίζοντες της ποιητικής της.
Στην ποιητική κατάθεση της Ν.Π. – τόσο στην υπό παρουσίαση συλλογή «Μελουζίνης ενώτια ή Η ωραία που έρχεται» όσο και σε προηγούμενα ποιητικά της βιβλία – κύριος συνομιλητής είναι η ιστορία της Κύπρου. Όχι η σύγχρονη ή η νεότερη, αλλά αυτή που εισχωρεί βαθιά στο χρόνο, προσδίδοντάς του πρόσθετη αίγλη, σαγήνη και δέος: «Κλωστή αμετάκλητα δοσμένη / στα υφάδια των αργαλειών / και στους ιστούς της Ιστορίας δέσμια / κλείνω τα μάτια / κι εισχωρώ δύτης παράξενος / στο σκοτεινό βάθος του χρόνου». (σελ. 9)
Η ποιήτρια αναπλάθει σημαντικές μεσαιωνικές στιγμές της πατρίδας μας, αντλώντας τόσο από την ιστορία όσο και από τη λογοτεχνία. Και ζωντανεύει αυτές τις στιγμές με γοητεία και προσωπικό στυλ, με βαθιά ενσυναίσθηση της κάθε εποχής, αλλά και της συναφούς διείσδυσης στο βάθος των αιώνων: «Είχα λοιπόν με τ’ άλογό μου / διασχίσει μες στη νύχτα τους αιώνες / όχι μονάχα την εύφορη πεδιάδα». (σελ. 14)
Η ποίηση της Ν.Π. είναι μεν κυπροκεντρική μέσα από τις ιστορικές προσεγγίσεις της – έστω κι αν κάποτε συνειδητά διαβρώνει την αρχή του ιστορισμού – αλλά και με πανεθνική πρόσληψη της ευρύτητας του ελληνισμού: «Ω! Έλλην ποταμέ Αλφειέ / μειδίασέ μου / καθώς ασάνδαλη / γυροφέρνω στις όχθες σου / αναζητώντας αιώνια πατρίδα». (σελ. 16)
Η ποιήτρια συνομιλεί με ιστορικές προσωπικότητες του μεσαίωνα, αυτόχθονες ή μη, που πέρασαν από την Κύπρο, που μεγαλούργησαν, ανδραγάθησαν ή θυσιάστηκαν στο νησί μας, που άφησαν ανεξίτηλο το σημάδι τους στην ιστορία μας. Και τούς μιλάει, όντας βαθιά γνώστρια της προσωπικής τους ιστορίας, ως ισότιμος συνομιλητής. Ομοίως, η Ν.Π. συνομιλεί και με μυθικά πρόσωπα του τόπου μας, αξιοποιώντας συνάμα και στοιχεία από την πλούσια αισθητική παρακαταθήκη του υπερρεαλισμού.
 
Ωστόσο, η κυπριακή αφετηρία της Ν.Π. πιστεύω πως είναι το Βυζάντιο, με τους συμβολισμούς και τη σημειωτική του, με τους μύθους και τους θρύλους του, με τους ήρωες, τα ανδραγαθήματα και τις θυσίες τους. Ο κυπροκεντρισμός της ποιήτριας είναι ιδιότυπος, ξεχωριστός, μοναδικός και απόλυτα προσωπικός: «Γιατί και η Κύπρος – σκέφτομαι – / είναι ένας κήπος / απέραντα βυζαντινός / όπου φυτρώνουν άνθη / και δέντρα υψώνονται / βαθύρριζα και αειθαλή». (σελ. 31)
Ιδιαίτερη μνεία θα ήθελα να κάμω στο ποίημα «Οι γέφυρες του Πεδιαίου». Ένα ποίημα ατμοσφαιρικό, υποβλητικό, μυσταγωγικό, φορτισμένο με ιστορικό ρίγος και βαθιά ενσυναίσθηση των καταβολών του τόπου μας. Στο φεγγαρόφωτο αντιφεγγίζονται στιγμές και ιδιαίτεροι τόποι της ιστορίας της πατρίδας μας, που είναι γεμάτη από πόνο, θυσίες και αίμα: « Έσκυψα τότε κάτω και είδα / το νερό του ποταμού να τρέχει. / Έσκυψα, δεν ήταν πια νερό / μέσα στις καλαμιές / κάτω από την γέφυρα / κυλούσε αίμα…». (σελ. 29)
Όμως η Ν.Π. είναι και μια κατά βάση ερωτική ποιήτρια. Το ερωτικό στοιχείο, εκεί όπου δεν δεσπόζει, εμφιλοχωρεί στα πλείστα ποιήματά της. Ως το πιο ερωτικό ποίημα της συλλογής θεωρώ «Το αίφνης της νηνεμίας» που παραθέτω ολόκληρο: « Έρωτα / Σπερχειέ ποταμέ / στις φλέβες μου / ορμητικέ και βίαιε / μόνο για σένα γίνομαι πλωτή. / Εσύ αιώρα των ουρανών / αιχμηρό ξίφος οξύληκτο / με σταγόνες υπέρτατου χυμού. / Έρωτα εσύ απρόσμενε / ανατροπή υψίκομος / το αίφνης της νηνεμίας…». (σελ. 20) Πρόκειται για ένα ποίημα γεμάτο ορμή, δύναμη, παραστατικότητα, πάθος, συναίσθημα και εσωτερικό, υποβλητικό αισθησιασμό με την επικουρία εκφραστικών συμβόλων και εικόνων.
Θα ήθελα να αναφερθώ σε δύο ακόμη ποιήματα «Ο γάμος του ποιητή» (σελ. 55) και «Πρόσκληση σε δείπνο», (σελ. 58) δυο ευαίσθητες και συγκινητικές προσπάθειες επικοινωνίας με τον εθνικό μας ποιητή Βασίλη Μιχαηλίδη …κοντοχωριανό της ποιήτριας, καθώς Ριζικάρπασο και Λευκόνοικο δεν απέχουν και πολύ μεταξύ τους. Στο πρώτο ποίημα μάλλον θεματοποιείται το ερωτικό στοιχείο στην ποίηση του εθνικού μας βάρδου. Στο δεύτερο η ουσία είναι σαφώς ποιητολογική: «Πείτε μου για την έμπνευση, για την εξύψωση της ποίησης  / πώς είναι αλήθεια τόσο δυνατή, πώς συγκινεί / ώστε να διασχίζει τους αιώνες;». (σελ. 59)
Μιλώντας γενικά για την ποιητική της Ν.Π. θέλω να σημειώσω ότι πολλά από τα ποιήματά της είναι ολοκληρωμένος μύθος, με αρχή, μέση και τέλος. Εμπεριέχουν δηλαδή αφήγηση, εξιστόρηση γεγονότων, φανταστικών και αληθινών, αλλά, σχεδόν κατά κανόνα, στην καταληκτική κατακλείδα εμφανίζεται η φαντασιακή υπέρβαση, η μαγική αισθητική ανάπλαση, αυτό που δικαιώνει τα όσα ειπώθηκαν στους προηγηθέντες στίχους. Ωστόσο, η αφηγηματικότητα της ποιήτριας είναι στέρεη, στιβαρή, δομημένη, με συμμετρία και οικονομία λόγου. Έτσι, ουδέποτε διολισθαίνει στην πεζολογία.  
Ολοκληρώνοντας αυτή την παρουσίαση θέλω να τονίσω ότι όλο το βιβλίο αποτελεί ελεγεία, ωδή και ύμνο στις ρίζες, τις καταβολές, στους προγόνους και τη μακραίωνη ιστορία του τόπου. Όλο το βιβλίο είναι μια σπονδή, μια θυσία, ένα αφιέρωμα στην καταγωγή αυτού του τόπου και των ανθρώπων του. Και αξιοποιεί ποικιλότροπα σύμβολα για να υπηρετήσει αυτό το στόχο, αυτό το σκοπό, που ουδόλως διαφέρει από ένα όραμα. Αξιοποιεί ιστορικά γεγονότα, ιστορικές προσωπικότητες, τόπους και τοπωνυμία, λαϊκές παραδόσεις, ήθη, έθιμα, δοξασίες, τη χλωρίδα του νησιού, πτυχές του πολιτισμού του λαού μας, ακόμα και ενδυματολογικές συνήθειες περασμένων αιώνων, γαστριμαργικές επιλογές και ούτω καθεξής.  
 
g.frangos@cytanet.com.cy