Αντώνης Γεωργίου, «Σαν πεταλούδα είμαι», ποίηση (εκδ. Το Ροδακιό, 2019)
Ο Αντώνης Γεωργίου είναι ένας χαρισματικός και πολύπλευρος λογοτέχνης του τόπου μας, με σημαντικές αισθητικές κατακτήσεις στην εργογραφία του και με αξιοζήλευτες διακρίσεις. Έχει να επιδείξει σημαντικές περγαμηνές στο θεατρικό λόγο, την πεζογραφία αλλά και την ποίηση. Ως ποιητής είναι γενικά ολιγογράφος, αλλά αυτό ουδόλως υποβαθμίζει την ποιότητα του ποιητικού του έργου.
Μας χωρίζουν ήδη 14 χρόνια από την πρώτη ποιητική συλλογή του «Πανσέληνος παρά μία». (εκδ. Γαβριηλίδης, 2006) Συγκρίνοντας με τη νέα, υπό παρουσίαση, συλλογή του «Σαν πεταλούδα είμαι» (εκδ. Το Ροδακιό, 2019) παρατηρώ ότι οι θεματικοί του ορίζοντες παραμένουν αναλλοίωτοι, αλλά οι στίχοι του παρουσιάζονται πιο …σκληραγωγημένοι και πιο …ανθεκτικοί, κυρίως ως απότοκο των βιωμάτων που αποκόμισε στα χρόνια που μεσολάβησαν, αλλά και ως απόρροια των λογοτεχνικών του αναγνωσμάτων στο ίδιο διάστημα.
Κύριο θεματικό μοτίβο στην ποίηση του Αντ. Γ., όπως εξάλλου και στη δραματουργία του, παραμένουν οι διαπροσωπικές, οι ανθρώπινες σχέσεις μέσα στο αστικό τοπίο και το κοινωνικό γίγνεσθαι. Αλλά, ας αφήσουμε τον ίδιο να το πει, με δικά του λόγια, μέσα από τους στίχους του, από την προμετωπίδα κιόλας του νέου του βιβλίου: « …όσο περνά ο καιρός / περισσότερο μελάνι / και λιγότερο αίμα / κυλάει στους στίχους μου». (σελ. 7) Εδώ ο ποιητής αντιπαραβάλλει την ωριμότητα με τη βιωματικότητα, το συναίσθημα με τη λογική, τη συγκινησιακή φόρτιση με τη συνειδησιακή ωρίμανση. Λέει τόσα πολλά, με τόσα λίγα και τόσο απλά λόγια. Μα αυτό είναι η ποίηση!
Ο ποιητής διεκτραγωδεί και συνάμα διακωμωδεί την ανθρώπινη προσδοκία, την προσμονή, την ελπίδα για κάτι καλό, κάτι που θα αναπτερώσει ψυχή και ηθικό. Αυτή η προσμονή φτιάχνει τα όνειρα και τα οράματα, έστω κι αν τα τελευταία δεν πραγματώνονται ποτέ: «…υπάρχει ένα καλοκαίρι / μιας ρέμβης ατελείωτης / γυμνό και ερωτικό / μα δεν ήρθε ποτέ / Το θυμάσαι ανελλιπώς / κάθε νέο φθινόπωρό σου». (σελ. 74)
Πιο ώριμος από ποτέ αλλά και θωρακισμένος με αυτοπεποίθηση ο Αντ. Γ. αναπτύσσει μια σειρά από διακειμενικούς διαλόγους με σημαντικούς ποιητές. Για παράδειγμα, αναφερόμενος στο γνωστό ποίημα του Κώστα Μόντη «Η θάλασσα της Κερύνειας» αντιτείνει, ενίσταται και καταθέτει: «Δεν έφερε κανέναν, διαμαρτυρήθηκε / Ανάμεσα και μέσα μας ήταν το κακό, / όπως είναι και τώρα, με προειδοποίησε. / Όλα τ’ άλλα ποιητική αδεία». (σελ. 22)
Στη συνομιλία του με τον Κώστα Καρυωτάκη ο Αντ. Γ. υιοθετεί και την τεχνοτροπία του συνομιλητή του. Στο ποίημα «Ωδή στα στιχάκια που δεν ευτύχησαν» ο ποιητής παρωδεί και προεκτείνει το καρυωτακικό «Μπαλάντα στους άδοξους ποιητές των αιώνων». Πέρα από την ανάδειξη της ποιητικής του, εδώ ο Αντ. Γ. επιτυγχάνει και αξιοσημείωτα σπέρματα σαρκασμού: «Θα γράψω κάποτε για σας / ω στιχάκια / που δεν ευτυχήσατε ποιήματα να γίνετε / μείνατε σημειώσεις και φράσεις πεταμένες / στου συρταριού τα βάθη / αγωνίες μιας στιγμής». (σελ.71)
Πιο βαθύ, πιο υποδόριο, ενδεχομένως πιο καίριο και πιο υποβλητικό θεωρώ το διάλογο με τον Κωνσταντίνο Καβάφη, που μπορεί να μην είναι διακηρυκτικός, αλλά είναι ιδιαιτέρως αποτελεσματικός. Και αναφέρομαι στα ποιήματα «Ηδονές» (σελ. 39) και «Ας μου επιστραφεί το σώμα». (σελ. 75) Αμφότερα πιστεύω ότι συνομιλούν με το αριστουργηματικό «Επέστρεφε» του μεγάλου αλεξανδρινού. Και τα δυο ποιήματα του Αντ. Γ. είναι μεν καβαφικά αλλά όχι καβαφότροπα, διατηρούν την υφολογική αυτονομία τους. Είναι αμφότερα λιτά, απλά και εξομολογητικά, και αισθητικά επαρκή.
Ο Αντ. Γ. τρέφει μια ιδιαίτερη αγάπη για τα άτομα της τρίτης ηλικίας, γονείς μεσηλίκων πια παιδιών. Ασφαλώς αναφέρεται στους γονείς του, αλλά και σε όλους τους άλλους ανάλογους γονείς. Κυρίως τα ποιήματα που αναφέρονται στη μητέρα του ποιητή ή ελαύνονται από αυτήν είναι τόσο τρυφερά, γλυκά, αθώα, ανεπιτήδευτα, συγκινητικά, γεμάτα στοργή και αγάπη.
Γενικά, ο ποιητής μιλά για την επιστροφή των οφειλόμενων στα δικά μας άτομα της τρίτης ηλικίας. Και προφανώς αναφέρεται στην επιστροφή συναισθηματικών καταστάσεων όπως η στοργή, η αγάπη, η φροντίδα, η έγνοια που όλοι λάβαμε στην παιδική ηλικία. Και φυσικά ήταν όλα δανεικά, αφού τα επιστρέφουμε, μεσήλικες πια, στους γέροντες γονείς μας. Επί του προκειμένου ο Αντ. Γ. φτιάχνει στίχους – ζεστές ανάσες ανθρωπιάς και καλοσύνης: «Αν αντέχετε σωπάστε σιμά τους / παιδιά τους, άντρες κι εσείς χωρίς γραβάτα / μα όμοια σφιγμένοι / μέχρι που σαν σύννεφο γαλάζιο, φωτεινό / τα λόγια στοργής που δεν τους είπατε ποτέ / -δε μάθατε να λέτε- βγουν από μέσα σας / και σας σκεπάσουν όλους / καταπραϋντικά». (σελ. 36)
Θέλω να ολοκληρώσω αυτή την παρουσίαση με μια ποιητολογική αναφορά του Αντ. Γ. Ένα από τα λίγα ποιήματα ποιητικής που περιλαμβάνονται στο βιβλίο, εξιστορεί με παράπονο το «μάταιο» του πράγματος, δηλαδή της ποιητικής πραγμάτωσης: «Κάπου εδώ ας τελειώσει και η ποίηση / Παυσίπονη μονάχα / δε θεραπεύει καμιά λύπη / δεν απαλείφει του κόσμου κανένα άδικο / δε σταματά το χρόνο». (σελ. 52) Εδώ διαισθάνομαι ότι υπογείως ο Αντ. Γ. συνομιλεί με τον Μ. Αναγνωστάκη και τον Τ. Πατρίκιο.
Τέλος, θέλω να σημειώσω ότι ο Αντ. Γ. είναι επίμονος, σχολαστικός και τελειομανής σε όλα τα ποιήματά του. Δεν αρκείται στην παρόρμηση, τον αυθορμητισμό ή τη συγκίνηση της πρώτης γραφής. Επανέρχεται στους ίδιους στίχους ξανά, ενδεχομένως ξανά και ξανά. Πολλά από τα ποιήματα της συλλογής φέρουν ημερομηνίες. Και αρκετά από αυτά φέρουν διπλές ημερομηνίες, με τη δεύτερη ημερομηνία, συχνά, να απέχει από την πρώτη κάποια χρόνια.
g.frangos@cytanet.com.cy