Η Κατερίνα μετέτρεψε ένα παλιό διαμέρισμα, κληρονομιά της γιαγιάς της, μία γκαρσονιέρα των 33τ.μ στη Βερανζέρου, σε ένα γουστόζικο σπίτι με ωραία έπιπλα, καινούργια υδραυλικά, ηλεκτρολογικά και μονώσεις, με παροχές και κομφόρ και το ανέβασε από πέρσι στην πλατφόρμα της AirBnB. Όπως έκαναν και δεκάδες άλλοι, φιλοδοξώντας πως τα άλλοτε κλειστά διαμερίσματά τους που δεν είχαν καταφέρει να μεταπωληθούν ποτέ λόγω παλαιότητας -τα περισσότερα σε οικοδομές της δεκαετίας του ’60, της μεγάλης αντιπαροχής και «διάλυσης των αθηναϊκών μονοκατοικιών»- θα μπορούσαν να γίνουν μία αποδοτική «εργασία» του μέλλοντος – στην πόλη της Ακρόπολης, των τουριστών, του Greek kefi and souvlaki που φαινόταν πως ανέκαμπτε πια. Φευ. Η άλλοτε αισιόδοξη Κατερίνα που κατάφερε να κερδίσει πέρσι ένα τέτοιο διαμέρισμα, μέσα σε τέσσερις ζεστούς μήνες ενός ελπιδοφόρου καλοκαιριού, μου γράφει σε μήνυμα πως «καταστράφηκε»: «Βρισκόμαστε πια στα τέλη Ιουνίου και για τον Ιούλιο έχω μόνο για τέσσερις μέρες κρατήσεις – κι οι τέσσερις από ένα ζευγάρι Κυπρίων. Και να σκεφτείς πως μείωσα την τιμή: Από 33 ευρώ τη βραδιά, την έριξα στα 21. Μόνο τα λειτουργικά έξοδα του σπιτιού να βγαίνουν». Τα πράγματα είναι ζόρικα στην Αθήνα – απλώς δεν γράφεται, δεν δημοσιεύεται, δεν αναρτάται στα μεγάλα sites κι είναι σαν οι άνθρωποι σιωπηλά να το πήραν απόφαση με την προηγούμενη -εφιαλτική- εμπειρία των οικονομικών στραπάτσων: That’s life. Κάθε φτωχός κι η μοίρα του;
Ο φίλος μου ο Αντώνης, ανέβασε προχθές μία παράγραφο στο facebook του που νομίζω πως λέει πολλά για την πραγματικότητα, της μετά κορωνοϊού εποχής, που αργοπεθαίνει μια χώρα όσο που πήρε να ανασκουμπώνεται λιγάκι, όσο που ξανάδε κάτι παλιά χρήματα που έρεαν εν όψει Ολυμπιακών να επανέρχονται με άλλη μορφή και είδος – σαν να ξανάπεσε σε νέο λάκκο: «Στο σουπερμάρκετ τα μισά προϊόντα έχουν καρτελάκι με έκπτωση. Όπως μας έλεγε ένας καθηγητής της Νεότερης Ιστορίας στη Φιλοσοφική, “θέλετε να μάθετε, χωρίς να διαβάσετε μελέτες και αναλύσεις, το επίπεδο της δημόσιας διοίκησης σε μια χώρα; Ρίξτε μια ματιά στους δρόμους και στα πεζοδρόμια. Θέλετε να μάθετε την αγοραστική δύναμη του μέσου πολίτη; Κοιτάξτε τις τιμές και τις προσφορές στα σούπερμαρκετ!”». Ακριβώς έτσι.
Η Αθήνα, μία πόλη που ζούσε τον τελευταίο αιώνα αποκολλημένη από τους θρύλους της προσπαθώντας να πείσει για τη σύνδεση των μνημείων της με αυτό στο οποίο μετατράπηκε από ηγέτες και κατοίκους του πρόσκαιρου καιρού και της «αρπαχτής», μετρά πάλι τα ρέστα της. Στα media -από ανθρώπους που γνωρίζω- ξέρω πως πολύς κόσμος βρίσκεται ακόμη σε αναστολή εργασίας -δεν υπάρχουν άλλα χρήματα, τελείωσαν τα επιδόματα στην Ελλάδα- ενώ άλλοι απολύονται «σιωπηλά» με υποσχετική επαναπρόσληψης «κάποτε» και με αντάλλαγμα τη μη καταγγελία. Οι πιο «τυχεροί» δουλεύουν για δύο σε ένα, σαν παλιά διαφήμιση σαμπουάν «που συμφέρει η τιμή του» – ποιος τολμά να μπει στον κυκεώνα δικαστικών περιπετειών για πενταροδεκάρες; Η μισή Ερμού είναι άδεια, τα περισσότερα μαγαζιά της Αιόλου (με τους ιδιοκτήτες εν είδει υπαλλήλων του μεροκάματου) κάποτε ανοίγουν, κάποτε όχι, μερικές ώρες, ποτέ Σαββατοκύριακα πια. Τα πράγματα στην Αθήνα επαναζυγίζονται. Κι υπάρχει κάπου στο βάθος κι εκείνη η σκέψη -η μη εκφρασμένη ακόμη ή με υπερβολή από μερικούς «καμένους» και λούμπεν, προς το παρόν- με ζόρι, σαν να απεμπολήθηκε η προηγούμενη πίστη: «Μήπως τα μέτρα και οι παραινέσεις των επιδημιολόγων δεν προνόησαν την κατάρρευση;». Απ’ την άλλη, ούτε το μοντέλο της Σουηδίας ή της Αγγλίας λειτούργησε. Αλλά «μήπως να ‘χε και δίκιο ο Τράγκας κι όσα με τόσο άκρατο θεατρινισμό έλεγε τον Απρίλιο για τον “ρόλο Τσιόδρα” και τις φαρμακευτικές;». Τι να πιστέψεις πια;
Νομίζω πως οι μεγάλες αγριότητες δεν έχουν ακόμη ξεκινήσει. Κι ίσως τα χειρότερα ξεκινήσουν απ’ τον Νοέμβριο πια, προσπαθώντας οι άνθρωποι να επανασυγκολλήσουν οικονομικά συντρίμμια με υλικά κατεδαφίσεως. Όπου κι αν ψάξεις δεν είσαι βέβαιος για το τι θα πιστέψεις από όσα γράφονται με χρήματα «μαύρων ταμείων», αγορασμένα κι αδήλωτα – αφήνεσαι στο ένστικτο, στην εμπειρία του «κακού» που προηγήθηκε απ’ το 2010. Η δημοσιογράφος Τίνα Μανδηλαρά ανέβασε αυτό – για το «πονηρόν» του πράγματος, τροφή για σκέψη: «Αν κάτι έμαθα από τον αγαπημένο μου Γιάννη Μπεχράκη, σπουδαίο σύμβουλο για τη δημοσιογραφία και το κρατάω σαν θησαυρό, είναι να μην πιστεύω τίποτα απολύτως αν δεν το διασταυρώσω. ΤΙΠΟΤΑ. Ο ίδιος μού έλεγε για τα φέρετρα που έφερναν μπροστά στα μάτια του με γυναίκες μαυροφορεμένες, που έκλαιγαν από πάνω και όταν τα άνοιγε μέσα είχαν πέτρες. Μην “αγοράζετε” ό,τι σας δίνουν και τον τελευταίο καιρό αυτό συμβαίνει κατά κόρον». Τουλάχιστον αποφύγαμε τα φέρετρα. Τις πέτρες όμως;
xatzigeorgiou@yahoo.com