Ως καπνίστρια, υπέρβαρη και ετών 63, είμαι  μια χαρά υποψήφια… εστεμμένη του κορονοϊού.  Γι’ αυτό από την αρχή ήμουν απολύτως πειθαρχημένη και υπάκουη στα μέτρα. Μαθημένη άλλωστε να δουλεύω στο σπίτι δεκαετίες ολόκληρες, και με άφθονη δουλειά στα χέρια μου αυτόν  τον καιρό, παράπονο δεν είχα. Οι μέρες κυλούσαν χωρίς να τις καταλαβαίνω. Μέχρι εκείνο το βράδυ…
 
Ανυποψίαστη κάθισα μπροστά στην τηλεόραση, να δω άλλο ένα επεισόδιο της καλής μίνι σειράς Η υπέροχη φίλη μου στο ΡΙΚ 1. Πρόκειται για τη μεταφορά στη μικρή οθόνη, σε οκτώ επεισόδια, του πρώτου βιβλίου της περίφημης «Τετραλογίας της Νάπολης» της Έλενα Φερράντε. Υπό κανονικές συνθήκες αποφεύγω να βλέπω τις κινηματογραφικές ή τηλεοπτικές μεταφορές βιβλίων που έχω διαβάσει, αλλά υπό τις παρούσες συνθήκες αυτό ήταν μια πολυτέλεια που δεν θα την άφηνα να περάσει ανεκμετάλλευτη. Στην ιστορία αυτή, λοιπόν, που ξεκινά τη δεκαετία του ’50, πρωταγωνίστριες είναι δύο φίλες, η Έλενα και η Λίλα, που μεγαλώνουν στις φτωχογειτονιές της Νάπολης. Ξαφνικά, το ένα από τα δύο κορίτσια, ρίχνει την ιδέα να κάνουν την επομένη κοπάνα από το σχολείο και να πάνε να δούνε τη θάλασσα. 
«Η Λίλα έλεγε ότι προς τη μεριά του Βεζούβιου ήταν η θάλασσα. Ο Ρίνο, που είχε πάει, της είχε εξηγήσει ότι ήταν κάτι γαλάζια νερά που λαμπύριζαν, ένα υπέροχο θέαμα. Τις Κυριακές, κυρίως τα καλοκαίρια, αλλά κάποιες φορές και τον χειμώνα, πήγαινε με τους φίλους του για μπάνιο και της είχε υποσχεθεί ότι θα την έπαιρνε μαζί του. Και φυσικά δεν ήταν ο μοναδικός που είχε δει τη θάλασσα, αφού την είχαν δει κι άλλοι γνωστοί μας».
Κι έτσι τα δυο κορίτσια ξεκινούν. «Ήταν νωρίς το πρωί και έκανε ήδη ζέστη. Η ατμόσφαιρα μύριζε έντονα χώμα και χορτάρι που στέγνωναν στον ήλιο. Περπατήσαμε ανάμεσα σε ψηλούς θάμνους, σε αβέβαια μονοπάτια που οδηγούσαν στις σιδηροδρομικές γραμμές. Μόλις φτάσαμε σε έναν πυλώνα του ηλεκτρικού ρεύματος, βγάλαμε τις ποδιές μας και τις χώσαμε στις σάκες μας, που τις κρύψαμε ανάμεσα στους θάμνους. Ύστερα αρχίσαμε να τρέχουμε στην εξοχή, που την ξέραμε πολύ καλά, και ενθουσιασμένες κατηφορίσαμε προς το τούνελ. […] Όταν σκέφτομαι τη χαρά που δίνει η αίσθηση της ελευθερίας, το μυαλό μου ταξιδεύει στο ξεκίνημα εκείνης της μέρας, τότε που βγήκαμε από το τούνελ και βρεθήκαμε σε έναν δρόμο ολόισιο μέχρι εκεί που έφτανε το μάτι, τον δρόμο που, σύμφωνα με ό,τι είχε πει ο Ρίνο στη Λίλα, αν τον διασχίζαμε ως το τέλος, θα φτάναμε στη θάλασσα».
Μα καθώς τα δυο κορίτσια άρχισαν να τρέχουν σ’ εκείνον τον ολόισιο δρόμο που οδηγούσε στη θάλασσα, εμένα με έζωσαν τα φίδια. Γιατί ήξερα ότι δεν θα έφταναν ποτέ. Ένα αίσθημα ασφυξίας με κυρίευσε. Πόσον καιρό έχω να δω τη θάλασσα; αναλογίστηκα. Και για πόσο ακόμα δεν θα μπορώ να τη βλέπω; 
Από εκείνη την ώρα αποδιοργανώθηκα. Ο εγκλεισμός, από συνειδητή και οικειοθελής επιλογή, έγινε καταναγκασμός και βραχνάς. Κάποτε οι επιστήμονες μπορεί να ανακαλύψουν ότι ένα από τα πιο σοβαρά στερητικά σύνδρομα είναι αυτό της θάλασσας. Γράφω τη λέξη κι αυτά τα τρία συνεχόμενα άλφα μού μεταφέρουν την απεραντοσύνη της. Την προφέρω, και το θήτα σηκώνει τα κύματα, το λάμβδα τα καμπυλώνει και τα φέρνει κοντά και τα δύο σίγμα ηχούν σαν το νερό που σέρνεται οπισθοχωρώντας πάνω στα βότσαλα. Η θάλασσα… Ο ανοιχτός ορίζοντας. Οι μυρωδιές. Τα χρώματα που εναλλάσσονται. Οι ήχοι της… Αυτή η μοναδική αίσθηση ελευθερίας και απουσίας ορίων. 
Άθελά μου μετρώ και ξαναμετρώ μια-μια τις φορές που την είδα τους τελευταίους μήνες. Εκείνο το πρωινό, βουερή κι αγριεμένη, στη βραχώδη παραλία δίπλα στο κλειστό υπαίθριο μπαρ με την αστεία ονομασία «Cocobloco». Και την άλλη, στην Πόλη της Χρυσοχούς, πάνω από την εξέδρα του αλιευτικού καταφυγίου, με έναν μολυβένιο ουρανό και τις γραμμές της στεριάς να διαγράφονται πεντακάθαρα και τη χερσόνησο να εισχωρεί στα νερά, βαμμένη με ένα βαθύ μπλε, σχεδόν μαύρο. Κι η τελευταία φορά, όταν πια είχε μπει η άνοιξη, πρώτα στην παραλία κι ύστερα στον δρόμο της επιστροφής, την επομένη της Καθαράς Δευτέρας. Με μια θάλασσα πλάι μας γαλήνια και προκλητική, να μας οικτίρει που φεύγαμε μακριά της… 
Αγαπώ τη Λευκωσία, πάντα το έλεγα, αλλά αυτές τις μέρες συνειδητοποιώ με τον πιο επώδυνο τρόπο πόσο πιο πολύ αγαπώ τη θάλασσα.
Αλλά ας επανέλθουμε στα του κορονοΐου. Λοιπόν, αναρωτιέμαι πώς θα αποτυπωθούν στη λογοτεχνία του μέλλοντος αυτές οι μέρες και αυτές οι εξωπραγματικές συνθήκες που ζούμε, σχεδόν σε παγκόσμια κλίμακα. Ο 20ός αιώνας μάς δίδαξε πως οι πόλεμοι, παγκόσμιοι και άλλοι, υπήρξαν μια σχεδόν αστείρευτη πηγή έμπνευσης για πολλές δεκαετίες. Από κοντά και ο Εμφύλιος της Ισπανίας, όπως και ο ελλαδικός Εμφύλιος. Άλλοτε οι ίδιοι οι πόλεμοι κι άλλοτε ο απόηχός τους. Άλλοτε τα πεδία των μαχών κι άλλοτε οι άμαχοι και ο αγώνας τους για επιβίωση. Αλλά τέτοια μοναξιά ποτέ… Στις κάθε λογής δύσκολες ώρες, είχες πάντα έναν άλλον άνθρωπο να ακουμπήσεις, να μοιραστείς τον φόβο σου. Τώρα φοβάμαι τις αποφάσεις που άλλοι παίρνουν «για το καλό μου». Φοβάμαι την τρομολαγνεία κι αυτούς που αποφασίζουν για μένα χωρίς εμένα… Ναι, όλα αυτά τα φοβάμαι πιο πολύ από τους φίλους που δεν βλέπω. Και θα ’θελα να μπορώ εγώ να αποφασίζω για μένα. Όχι, δεν χρειάζομαι, αν και μου επιτρέπεται, να πηγαίνω μία φορά κάθε μέρα στην υπεραγορά για ψώνια. Αλλά τα (επιλεκτικά) κάγκελα στον Πεδιαίο, όπως και να το κάνουμε, δεν θα μπορέσω ποτέ να τα θεωρήσω αναγκαία. Ούτε και την απαγόρευση να μυρίσω τη θάλασσα. 

Υ.Γ. Έλενα Φερράντε είναι το ψευδώνυμο μιας δημοφιλούς Ιταλίδας συγγραφέως, της οποίας η πραγματική ταυτότητα παραμένει ουσιαστικά άγνωστη από το 1992, οπότε κυκλοφόρησε το πρώτο της μυθιστόρημα. Οι τέσσερις τόμοι της «Τετραλογίας της Νάπολης» φέρουν, κατά σειρά, τους τίτλους: Η υπέροχη φίλη μου, Το νέο όνομα, Αυτοί που φεύγουν κι αυτοί που μένουν και Η ιστορία της χαμένης κόρης. Κυκλοφορούν από τις Εκδόσεις Πατάκη, σε μετάφραση της Δήμητρας Δότση.

 
Φωτογραφία:  ΟΙ ΔΥΟ ΦΙΛΕΣ ΤΗΣ ΤΗΛΕΟΠΤΙΚΗΣ ΕΚΔΟΧΗΣ
Δεν είναι ακριβές ότι η πραγματική ταυτότητα της Φερράντε παραμένει άγνωστη, καθώς έχει αποκαλυφθεί (με ελεεινές μεθόδους) από έναν Ιταλό δημοσιογράφο. Αλλά επειδή σέβομαι το δικαίωμά της στην ανωνυμία, δεν δίνω χώρο σε αυτές τις πληροφορίες.
 
Φιλελεύθερα, 26.4.2020.