Το «ανάποδο» της ανθρώπινης συνύπαρξης, που έγινε πια «ρουτίνα».
 
7:00 – Τρίτη; Τετάρτη; Τι σημασία έχει πια; Ξύπνησα ιδρωμένος – σπάνια το παθαίνω, συνήθως είναι «μηνύματα» εφιαλτών που δεν συγκράτησα για να τους καταγράψω αργότερα σαν σε εκείνα τα τετραδιάκια της Ζυράννας που μου έδειξε στη βιβλιοθήκη του σπιτιού της με θέα στο γραφείο κηδειών απέναντι ή ενοχές ανεπίδοτες που με βαραίνουν. Πρόσθεσα στο «λογαριασμό» απότομου πανικού και την ενδεχόμενη αύξηση θερμοκρασίας σώματος – πιθανότητα ιού; Θερμομετρήθηκα. 36.1. Ανάσανα. Όχι απ’ τον φόβο για τον ενδεχόμενο θάνατο, μα για τη βεβαιότητα διασποράς – ποιος είναι τόσο γενναίος για να «κουβαλήσει» τέτοια τύψη πιθανού ακαριαίου του διπλανού; Σκέφτηκα για λίγο την Αθήνα – να, κάτι που ακόμη με ηρεμεί. Εκείνες τις οδούς της παρακμής -ποια «ανάπτυξη»;-, στην Καματερού και στην αρχή της Αχαρνών και της Λιοσίων, που αντίστοιχές της δεν υπάρχουν στη Λευκωσία -ίσως, λιγάκι, να προσομοιάζουν η Ουζουνιάν και η Περικλέους, γύρω στα στενά, που οι τρομαγμένοι ονομάζουν «επικίνδυνα»- που είναι σαν να συνθέτουν ποίημα της Μαρίας Λαϊνά που είδε τη ζωή της να «καίγεται» με θορυβώδη μέσα της τρόπο: «ακριβώς μπροστά από μένα / σαν ένας κόκκος μετά / το φως με διασχίζει. Έτσι θα μου συμβεί· ολοένα / μια είσοδος στον εαυτό μου». Πήρα τον Βαγγέλη που θα μπορούσε να είναι γιος μου και τον ρώτησα τι κάνει η γυναίκα του, το παιδί του, τι γίνεται με το σπίτι στην πλατεία Λαυρίου – μιλάμε σαν «ρόλοι», σαν να ‘μαι ο Andrea κι εκείνος o Jairo, ο χορευτής μουγγός πρωταγωνιστής του «Toy Boy» -της πιο εμπορικής σειράς του Netflix αυτή τη στιγμή- σαν όλα να είναι «κανονικά» και συντεταγμένα, όπως πριν από την αρρώστια, όπως πριν από την ανώμαλή μας καθημερινότητα. Μου τα αναποδογύρισε, παραδομένους πια στους «ηττημένους» της οικονομικής κατάρρευσης που επέρχεται: «μου έκανε την αναστολή εργασίας το αφεντικό. Σταμάτησαν και αυτές οι δουλειές και οι άλλες οι δουλειές. Ο μαλακισμένος ο κορώνας μας τα τρώει όλα! Χειρότερα κι από το 2013». Είναι θέμα ενστίκτου, μα και βεβαιότητας – για εκείνον, για όλους πια: τίποτα δεν θα είναι ίδιο όταν -κάποτε, στο άμεσο μέλλον, κάπως- θα εξέλθουμε από την πόρτα του σπιτιού μας, αναπνέοντας χωρίς μάσκα. Οι «πύργοι» και οι άλλοι πύργοι, οσονούπω καταρρέουν με κρότο…

12:00 – Έστειλα μήνυμα στο 8998 και πάτησα το 2. Εγκρίθηκε. Ενεργοποίησα το bluetooth και φόρεσα τα ακουστικά μου βάζοντας στο iPhone κάτι παλιά τραγούδια του Νταλάρα – «κι αν με χτύπησε τ’ αγιάζι / το σακάκι μου κι αν στάζει /
σου το λέω δεν με νοιάζει μια και είμαστε μαζί». Όταν έφτασα στη μικρή υπεραγορά της γειτονιάς, χαιρέτησα τον κύριο Γιάννη από απόσταση – «τι να κάνουμε; Έτσι πρέπει». Στο ράφι με τα δημητριακά μία γυναίκα με πλησίασε νευρικά σαν να τελείωναν ξαφνικά οι νιφάδες με μέλι – έπαθα κρίση: «πού πάτε; Απομακρυνθείτε!». Σαν να συνήλθε απότομα από την πριν από ένα μήνα συνήθη τακτική, ανέβασε σβέλτα ξανά τα γάντια της ως τον καρπό και ψέλλισε «συγγνώμη, δεν…». Όλα delivery πια – τυχεροί οι προνοητικοί της νέας εποχής μεγαλομπακάληδες. 

12:45 – Πριν μπω στο σπίτι φωτογράφισα, έτσι, άδειο, τον δρόμο που βγάζει στο Υπουργείο Γεωργίας. «Να ‘χω να θυμάμαι», έγραψα στον Ν. στο whatsApp. Και πήρα τηλέφωνο τον Γιώργο Ζένιο για ένα βιντεάκι προτροπής στο αυτονόητο μετά το ξαφνικό βραδινό κέρφιου των κυβερνητικών αποφάσεων, καθισμένος σ’ ένα πεζούλι, κοιτώντας την με μηχανάκια γρήγορης παράδοσης, μερικά ταξί, ελάχιστα αμάξια και κανά δυο περιπολικά λεωφόρο: «Κύριε Ζένιο, το αντέχετε;». «Πρέπει να το αντέξω». «Δεν βγαίνετε καθόλου;». «Καθόλου! Είμαι 11 μέρες κλεισμένος μέσα, συνέχεια. Τα ψώνια μού τα κάνει η κόρη μου από το internet και τους λέει να μου τα αφήσουν έξω που την πόρτα. Το ίδιο κάνει και με το φαρμακείο για τα φάρμακά μου. Ξέρεις τι μου έλειψε παραπάνω όμως; Τα εγγόνια μου! Θωρώ τα κάθε μέρα που το viber, αλλά δεν είναι το ίδιο. Δεν έχει άγγιγμα, δεν έχει αφή αυτό το πράμα. Ας είναι». Ο κύριος Ζένιος με συγκινεί ιδιαίτερα – από τότε που κάναμε την πρώτη μας συνέντευξη. Είναι εκείνο το γρέζι στην εμπειρική στο βάθος θανάτων και ζωών φωνή, εκείνες οι ραγάδες στο πρόσωπο που προδίδουν τόσα, τόσα που παράτησε επαγγελματικά σε μία ήδη στρωμένη καριέρα χολιγουντιανών προδιαγραφών της άλλοτε νεότητάς του στο Λονδίνο, για κάτι πέρα από τη λογική των φιλόδοξων, αλλά για χάρη μόνο εκείνων που ξέρουν να ντιλάρουν ενστικτωδώς τη ζωή τους με την ποίηση: την αναγωγή της «καριέρας» σε παλμό καρδιάς. «Κύριε Ζένιο μου, να προσέχεις. Έχει πολλά να κάμεις μέσα στο σπίτι». «Ναι. Βρίσκω διάφορα. Δεν θα πάω πουθενά, ώσπου να περάσει το κακό. Αλλά, ρε Γιάννη, τίποτε δεν είναι το ίδιο πλέον…».

23:00 – Η ώρα της σωματικής νοσταλγίας ιδρώτων είναι η πιο φορτική – ευτυχισμένοι όσοι εγκλείστηκαν σε δυάδες, συνερχόμενοι κάπως ο ένας στην αγκαλιά του άλλου στην προσωπική τους καραντίνα. Αυτό το «άλλο» είναι μία επείγουσα ανάγκη που μπορεί και να μας τρελάνει αύριο, σε μία βδομάδα, σε ένα μήνα αν παρατραβήξει – σαν συμπεριφορές «γεροντοκόρης» που όλα της φταίνε, όταν χάσει πια και τα τελευταία της σιγουράκια. Ας είναι – πάλι. Είμαι στο σπίτι, κοιτάω ξανά τον άδειο δρόμο μετρώντας αδέσποτα γατάκια και «είμαι ακόμα καλά» προτού αποκοιμηθώ. 

xatzigeorgiou@yahoo.com

 
Φιλελεύθερα, 5.4.2020.