Κι αυτή η είδηση πέρασε στα «ψιλά»: την περασμένη βδομάδα, η Αλβανία (ίσως η πιο φτωχή χώρα της Ευρώπης και εκτός βεβαίως Ε.Ε.), έστειλε μια ομάδα 30 γιατρών και νοσηλευτών στη γειτονική Ιταλία, για να βοηθήσουν στην αντιμετώπιση της πανδημίας. Θα εργαστούν για ένα μήνα στην περιοχή του Μπέργκαμο και η αλβανική κυβέρνηση θα καταβάλει γι’ αυτούς 11 εκατομμύρια λεκ (περίπου 90.000 ευρώ).
Τα έντεκα τελευταία χρόνια της ζωής του πατέρα μου τα έκανε καλύτερα και απολύτως αξιοπρεπή μια κυρία από τη Γεωργία, η Μανάνα. Δασκάλα και μητέρα τριών παιδιών, τότε στην εφηβεία, αναγκάστηκε να αφήσει τη χώρα της κάτω από το βάρος της επαπειλούμενης ανέχειας. Η ίδια είχε χάσει τη δουλειά της και ο μισθός του συζύγου της (Ακαδημαϊκού δασκάλου, παρακαλώ!) δεν επαρκούσε για να χορτάσει την πενταμελή οικογένεια και τους γέροντες γονείς. Έτσι η Μανάνα ήρθε στην Ελλάδα. Και ήρθε κολυμπώντας, μήνα Δεκέμβρη, καθώς το σάπιο πλεούμενο που τους έφερνε από την Τουρκία κάπου έξω από την Αλεξανδρούπολη βούλιαξε… Τρεις μέρες αργότερα, η Μανάνα έμπαινε στο σπίτι μας.
Πρώτη έγνοια του πατέρα μου, να τη μάθει ελληνικά. Κατέβασε από το πατάρι τα σχολικά μας βιβλία κι έτσι η Μανάνα έμαθε με την Άννα, τη Λόλα, την Έλλη και τον Μίμη όχι μόνο το μήλο (Λόλα, να ένα μήλο!), μα και όλα όσα χρειαζόταν να ξέρει. Τη συναντούσα για λίγο τις Κυριακές, όταν πήγαινα στο πατρικό μου. Αν και μέρα εξόδου της, με περίμενε πάντα, για να μου δείξει τι είχε μαγειρέψει για το κυριακάτικο τραπέζι και να μου ζητήσει να βγάλω στην ώρα του κάτι από τον φούρνο ή να θυμηθώ να βάλω λάδι στη σαλάτα. Τις καθημερινές, όποτε τύχαινε να περάσω, ήμουν πάντα βιαστική κι έτσι ως το καλοκαίρι ουσιαστικά δεν είχαμε γνωριστεί.
Εκείνο το καλοκαιριάτικο βράδυ στο Μάτι, τη βρήκα να ποτίζει τα λουλούδια. Πιάσαμε κουβέντα. Κάποια στιγμή, ξεθαρρεύοντας, τη ρώτησα πώς ήταν η ζωή της πριν και γιατί είχε αναγκαστεί να φύγει. «Αν μπορούσα να ξέρω πώς θα έρχονταν τα πράγματα, δεν θα έκανα τρία παιδιά», μου λέει. «Γιατί τώρα δεν μπορώ να τα βοηθήσω. Πριν μπορούσα. Γιατί είχαμε όλοι το σπίτι μας και ζεστασιά τον χεμώνα. Μπορούσαμε να σπουδάσουμε ό,τι θέλαμε και μετά να βρούμε αμέσως δουλειά. Κι ακόμα είχαμε καλά νοσοκομεία και καλούς γιατρούς. Μπορεί να μην είχαμε πολλά αυτοκίνητα και τηλέφωνα, αλλά είχαμε ό,τι κάνει τον άνθρωπο αξιοπρεπή».
Αυτά μού είπε, σχεδόν κατά λέξη. Μεταγράφοντάς τα, λέω ότι η ικανοποιητική στέγη, η παιδεία, η εργασία και η υγεία είναι οι τέσσερις πυλώνες της αξιοπρεπούς διαβίωσης. Κι αυτά τα είχε. Και τα έχασε.
Ακούω τον Τίτο (όχι αυτόν της πάλαι ποτέ Γιουγκοσλαβίας, αλλά τον αγαπημένο μου Τίτο Χριστοδούλου), να μου φωνάζει. «Και η ελευθερία; Δεν λες τίποτα για την ελευθερία που δεν είχαν;» Να πω, Τίτο μου. Ναι, δεν έγιναν όλα όπως έπρεπε να γίνουν. Μα έγιναν τόσα, που πολύ πιο ευημερούσες κοινωνίες της Δύσης ούτε καν τα ονειρεύτηκαν για το σύνολο του πληθυσμού τους. Κι ούτε βέβαια τα προσπάθησαν. Ναι, κι εκεί υπήρχαν ανισότητες, αλλά όχι στα στοιχειώδη και ουσιώδη. Κι όλοι εμείς, που κάποια στιγμή ονειρευτήκαμε ότι θα αλλάζαμε τον κόσμο (και σπάσαμε με τον έναν ή τον άλλο τρόπο τα μούτρα μας), αν δεν μετανιώνουμε είναι για κάτι μέρες σαν κι αυτές που ζούμε τώρα. Γιατί τη στιγμή που η ανθρωπότητα δείχνει να φτάνει στα όριά της, η μόνη αχτίδα ελπίδας δεν έρχεται από τον παντοδύναμο και εγωπαθή πλανητάρχη ούτε από τους ηγέτες της ισχυρής (;) Ευρώπης. «Ο σώζων εαυτόν σωθήτω» μας λένε ο καθένας με τον τρόπο του και στέλνουν στον αγύριστο αλληλεγγύες, αδελφοσύνες και συνεταιριλίκια.
Και τότε, τσουπ, έρχεται η Κούβα και παραδίδει μαθήματα ανθρωπισμού. Η μικρούλα Κούβα με τα πάνω από εξήντα χρόνια αμερικανικού εμπάργκο. Η κατασυκοφαντημένη Κούβα των 11 εκατομμυρίων περήφανων κατοίκων. Όταν ο Κάστρο (θέλετε να τον πείτε δικτάτορα; πείτε τον – η Ιστορία δεν αλλάζει…), όταν ο Κάστρο, λοιπόν, μπαίνει νικητής στην Αβάνα, βρίσκει μια Κούβα εξαθλιωμένη, με ένα από τα υψηλότερα ποσοστά αναλφαβητισμού παγκοσμίως, που θεωρείται η χώρα-καζίνο και οίκος ανοχής των ΗΠΑ, αφού ένας δικός τους εκλεκτός και σύμμαχος, ο Φουλχένσιο Μπατίστα, νέμεται προς ίδιον όφελος και προς όφελος των πατρώνων του τον πλούτο της χώρας.
Ακούγεται συχνά ότι ο τουρισμός είναι η βαριά βιομηχανία της Κούβας. Τώρα πια όμως όλοι έμαθαν ότι η υγεία είναι η βαριά (και μοναδικής σημασίας) βιομηχανία της, αφού προηγουμένως ο αναλφαβητισμός εκμηδενίστηκε! Στην Ιατρική Σχολή της Αβάνας φοιτούν ως υπότροφοι νέοι άνθρωποι από κάθε γωνιά του πλανήτη (ακόμα και από μη προνομιούχες τάξεις των ΗΠΑ), προερχόμενοι από περισσότερες από 100 εθνότητες, που μιλούν 50 διαφορετικές γλώσσες. Το 50% είναι γυναίκες. Η πρώην διευθύντρια του Π.Ο.Υ. (2007-2017), Μάργκαρετ Τσαν, είχε πει: «Για πρώτη φορά, αν είσαι φτωχός, γυναίκα ή από γηγενή πληθυσμό, είσαι σε ιδιαίτερα πλεονεκτική θέση, αξία που κάνει τη σχολή μοναδική». Γι’ αυτό και πρόθυμα οι γιατροί και οι νοσηλευτές αυτοί σπεύδουν όπου η ανάγκη τούς καλεί!
Στα καθ’ ημάς, τώρα. Για την Κύπρο δεν γνωρίζω αριθμούς. Στην Ελλάδα, όμως, όπως πολύ καλά θα γνωρίζει ο κύριος Τσιόδρας κι ακόμα καλύτερα οι πολιτικοί του προϊστάμενοι, έχουμε μόλις
2,4 νοσηλευτές ανά 10.000 πληθυσμού, όταν ο μέσος όρος στην Ευρώπη είναι
65 νοσηλευτές και στην Αμερική
72,5. Επομένως, το να προτείνουν σήμερα σε 2.000 γιατρούς και νοσηλευτές
διετείς συμβάσεις, προκειμένου να τους πείσουν να γυρίσουν (με δεδομένη επιπλέον την πολλαπλώς καταγγελθείσα έλλειψη τόσο διαγνωστικών τεστ όσο και στοιχειωδών προστατευτικών μέσων για το νοσηλευτικό προσωπικό) ξεπερνά το θράσος και αγγίζει την ύβρι!
ΥΓ: Τιμής ένεκεν στους Κουβανούς γιατρούς, διαβάστε την Ομιλία του Τσε Γκεβάρα στη Γενική Συνέλευση του ΟΗΕ, στις 11 Δεκεμβρίου 1964, με τίτλο Πατρίδα ή Θάνατος (εκδόσεις Αιγαίον, εισαγωγή και μετάφραση Τάσου Χατζηαναστασίου). Και για το αποτύπωμα της κατάρρευσης της Σοβιετικής Ένωσης στη ζωή των απλών ανθρώπων, ένα συνταρακτικό βιβλίο: Το τέλος του κόκκινου ανθρώπου, της Σβετλάνα Αλεξίεβιτς (εκδόσεις Πατάκη, μετάφραση Αλεξάνδρας Ιωαννίδου).
Φωτογραφία: Όλους εσάς… σας ευχαριστούμε! Ένας Ιταλός κοινωνιολόγος έγραψε στο Twitter: «Στη Λομβαρδία (όπου κυβερνούν οι ακροδεξιοί) εκτός από Κινέζους, δέχονται βοήθεια από Βενεζουελάνους και Κουβανούς γιατρούς. Η κατάσταση είναι μάλλον σουρεαλιστική». Κι ακόμα πιο σουρεαλιστική γίνεται όταν η βοήθεια της Ε.Ε. περιορίζεται σε δηλώσεις συμπάθειας και… φιλικά χτυπήματα στην πλάτη.