Ο ιδιοφυής συνθέτης εκφράζει «άποψη» στην πιο καχύποπτη πολιτικά εποχή.
 
Αν η κριτική στον Σταμάτη Κραουνάκη περιοριζόταν σε μερικές -απολύτως κατανοητές- απόψεις που θα αφορούσαν αναρτήσεις του για την «εργαστηριακή επίθεση του κορωνοϊού» και το «γιατρικό της πρόπολης» (!) του προηγούμενου μήνα, θα ‘ταν λογική η αντίδραση της έκπληξης απόστασης μεταξύ του (ακατανόητου, στα πλαίσια του κοινού νου) λόγου και έργου ενός μεγάλου συνθέτη – του σπουδαιότερου των τελευταίων τεσσάρων δεκαετιών από τότε που πρωτοπαρουσιάστηκε στην ελληνική δισκογραφία με το «Σπίτι του Αγαμέμνονα». Το ίδιο κατανοητό είναι και το να διαφωνήσεις μαζί του στην έντονη διαμαρτυρία του ως συνθέτη και πνευματικού δημιουργού ορισμένων από τα τραγούδια που επέλεξε να τραγουδήσει η Άλκηστις Πρωτοψάλτη επάνω σε ένα φορτηγό για να ψυχαγωγήσει (;) τους εγκλεισμένους στα διαμερίσματά τους Έλληνες πολίτες, εκφράζοντας με σαφή τρόπο, για άλλη μια φορά -αν θυμηθούμε και ένα παλαιότερο «ατόπημά» του στον θεσμό που εκπροσωπούσε ο Πολάκης- την πολιτική του θέση που ρομαντικά είναι Αριστερή χωρίς καμία, ωστόσο, κριτική διάθεση απέναντι στον ΣΥ.ΡΙΖ.Α: «και για να τελειώνουμε, εγώ δεν θέλω το τραγούδι μου στου Κούλη τα λημέρια. Οκέι;». Νομίζω πως, από όλα όσα είχαν γραφτεί εναντίον του -πολλές φορές με προσβλητικούς χαρακτηρισμούς από πορδές των tweets, ακόμη και για το σωματικό του βάρος- η πιο ψύχραιμη αντιμετώπιση ειπώθηκε από έναν εταίρο σπουδαίο καλλιτέχνη και «συνοδοιπόρο» του πολιτικά -σύμφωνα με δημόσιες εκφρασμένες του απόψεις- τον στιχουργό Νίκο Μωραΐτη, που με σαφήνεια διαχώρισε τις «κραυγές» από το «έργο»: «τα τραγούδια είναι σαν τα παιδιά. Έχουν πατέρα αλλά όχι ιδιοκτήτη. Άλλο παιδί θα πάει εκεί που ονειρευόσουν και θα είσαι περήφανος γι’ αυτό, άλλο παιδί θα πάει εκεί που δεν θα ήθελες ποτέ…». Η όποια «λογική», ωστόσο, εγκαταλείφθηκε όταν δημοσιοποιήθηκε (άγνωστο πώς) ένα πολύ μικρό μονταρισμένο βίντεο-απόσπασμα από μία συνέντευξη της Βίκυς Μοσχολιού, η οποία λίγο πολύ εξέφραζε την πίκρα της για μία παλαιότερη στάση του Κραουνάκη απέναντί της ως πνευματικός «ιδιοκτήτης» των τραγουδιών-σταθμών που κάποτε έγραψε για τη μεγάλη της φωνή, κάνοντάς τα διαμάντια πολύτιμα στην ελληνική δισκογραφία -«Σκουριασμένα Χείλια» (1981), «Εφημερία» (1990), «Καινούργιο Πράγμα» (1992) κ.λπ- και απαγορεύοντάς της, μέσω τρίτων, να τα ερμηνεύσει σε live εμφανίσεις της. Αυτό το δίλεπτο απόσπασμα (άγνωστης χρονολογίας) ήταν το αλατάκι που έλειπε απ’ το φαγητό στην ανθρωποφαγία που προηγήθηκε, δημιουργώντας τελικά αντιφατικά συναισθήματα για τον μέχρι πριν λίγο επικρινόμενο για την εμπρηστική του στάση συνθέτη – το παράδειγμα «ίδιας στάσης», «όπως με την Πρωτοψάλτη τότε», αφορούσε πια μία νεκρή ερμηνεύτρια-μύθο η οποία παρουσιαζόταν σαν «γυναικούλα» στο μπαλκόνι που είχε βάλει τα χέρια στη μέση για να πει τον πόνο της στις γειτόνισσες με καημό και όχι μία από τις σπουδαιότερες φωνές της Ελλάδας που όφειλε να προσέχει τον δημόσιό της λόγο. Άλλωστε, οι γνωρίζοντες του καλλιτεχνικού σιναφιού, ξέρουν πώς πάνε αυτά: σου ‘πα, μου ‘πες, πικράθηκα, τα παίρνω πίσω, στα χώνω, μετανιώνω, αγαπιόμαστε και μισιόμαστε πάλι και πτου κι απ’ την αρχή. Ρουτίνα. 
 
Οφείλουμε να αναγνωρίσουμε μερικά καλά στον Κραουνάκη που απορρέουν από τον τρόπο ζωής του – κυρίως, την τιμιότητά του. Εκφρασμένη, ίσως, λανθασμένα πολλές φορές (ας περιορίσει λιγάκι το ρημάδι το facebook και τον φιτιλιασμένο του εαυτό εκφρασμένο με απρεπή κεφαλαία γράμματα), «κολλημένο» σε ανθρώπους και ιδέες, «άδικο» όταν η κριτική του -ακόμη και αν το διαχωρίζει στο δημόσιό του λόγο- «αγγίζει» μια παρέα που κάποτε μεγαλούργησε αλλάζοντας ολότελα το τοπίο στην άλλοτε «γερασμένη» από εντεχνίλα ελληνική δισκογραφία της δεκαετίας του ’80. Ο Κραουνάκης δεν κινείται «στρατηγικά» όπως άλλοι, ούτε καιροφυλακτεί να τα «αρπάξει» εξαργυρώνοντας τον λόγο του σε δημόσιο χρήμα και επιχορηγήσεις, πέρα από τις νόμιμες -κάποτε- για την ομάδα της «Σπείρα Σπείρα»: είναι «απέναντι» από την τωρινή εξουσία, μένει εδώ και χρόνια σε ένα μικρό διαμέρισμα ενός υπνοδωματίου στην Καλλιθέα και δεν έχει -δεν είχε ποτέ- γραφείο δημοσίων σχέσεων που να τον «προστατεύει» (εκτός από κάποιες συνεννοήσεις που κάνει αντί για τον ίδιο η αδελφή του), ώστε να λειαίνει κάπως αυτή την πολυκύμαντη σχέση έτσι όπως εξελίχθηκε πια, μεταξύ του ίδιου, των ΜΜΕ, προσώπων και ορισμένων κομμάτων. 
Έχω πάει στο σπίτι του. Τρεις φορές. Κι όταν τον ρώτησα κάποια στιγμή μπροστά από εικόνες αγίων που είχε τοποθετήσει στη μικρή του κουζινούλα «καλά, είναι δυνατόν εσύ να μένεις σε ένα χώρο μικρότερο σε τετραγωνικά απ’ το δικό μου;», θυμόσοφα μού απάντησε ως όφειλε στο έργο που είχε ήδη παραχθεί: «όλα αυτά είναι μόνο ντουβάρια!». Όσο παρεξηγημένος κι αν είναι πια, όσο κι αν μπορεί να ηδονίζεται από το bullying που μπορεί να εισπράττει αναρτώντας παρορμητικές παραγράφους -διαφωνώντας, προσωπικά, μαζί του τις πλείστες φορές- ο Κραουνάκης παραμένει ένας άνθρωπος ολότελα εκτεθειμένος που εσωτερικά το σπίτι του έχει πάρει φωτιά εδώ και χρόνια, λούζεται τα λάθη του -από τις εμμονές ή την αφελή του στάση απέναντι στα συμβαίνοντα- ξαναβουτάει σ’ αυτά με το ίδιο πάθος «αδιόρθωτος» και αν μη τι άλλο, δεν υποφέρει από το κυριότερο ελάττωμα όσων ταγών τον στήνουν στον τοίχο προσπαθώντας να αποδημήσουν κάθε κύτταρο αξιοπιστίας του προερχόμενο από ένα μεγαλειώδες καλλιτεχνικό έργο: την απληστία. 

xatzigeorgiou@yahoo.com

 
Φιλελεύθερα 10.5.2020.