Ιωάννη Παπανεάρχου: Η ζωή, αειφόρος άθληση
 
«Καίριες τομές αυτογνωσίας και επισημάνσεις στο ανθρώπινο πεπρωμένο, στην κρίση του πολιτισμού, στις δοκιμασίες, αλλά και στα επιτεύγματα του Ελληνισμού καταγράφει, ιχνογραφεί το πολυκύμαντο τούτο ταξίδι. Οι συναισθηματικές και οι πνευματικές αποχρώσεις έντονα βιωματικές».
Είναι το προοίμιο του εισαγωγικού κεφαλαίου, που επιγράφεται «Πριν από την ανάγνωση», στο νέο βιβλίο δοκιμίων υπό τον ως άνω αποφθεγματικό τίτλο του Ιωάννη Παπανεάρχου, με το οποίο επισύρει την προσοχή του αναγνώστη τόσο στις επεξηγηματικές προεκτάσεις των προλεγομένων του όσο και στο εστιακό κέντρο της πολυθεματικής και διαθεματικής προβληματικής του αξιόλογου τούτου πονήματος. Μια συνεκτική, παλμώδης και εύληπτη δοκιμιακή γραφή, στην οποία ο Παπανεάρχου έχει επιδοθεί επί δεκαετίες με συστηματικό ζήλο, εμπλουτίζοντας συνεχώς τόσο τη δική του καρποφόρα συγκομιδή όσο και τη νεοελληνική βιβλιογραφία δοκιμίων, που δεν παρουσιάζει ιδιαίτερη άνθηση στις μέρες μας.
Το βιβλίο, που κυκλοφόρησε το 2018 σε καλαίσθητη σκληρόδετη έκδοση,  δεν αποτιμάται απλώς για το λίαν απαιτητικό λογοτεχνικό είδος του περιεχομένου του, αλλά για την ανάδειξη των επίκαιρων κομβικών σημείων της θεματολογίας του σε συνάρτηση με τη διαχρονία των ιδεών της.
Από την περιεκτική συναγωγή των σημαινομένων στις επί μέρους δοκιμιακές ενότητες τεκμαίρεται ότι ο συγγραφέας, καθώς διήλθε διά εκπαιδευτικού πυρός και σιδήρου ευπαίδευτης φιλολογικής σκευής, δεν θεωρητικολογεί από καθέδρας με την εύγλωττη δοκιμιακή του γραφίδα. Δεν είναι ο κοντυλοφόρος μιας στείρας ρητορικής και μιας ανεδαφικής επιπολάζουσας λογιότητας, αλλά ο εναγωνίως ανήσυχος ιχνηλάτης της δυστοπίας των δυσοίωνων καιρών μας και ο προασπιστής σηματωρός των διαχρονικών ανθρωπιστικών ιδεωδών.
Έχοντας, εξάλλου, επίγνωση του αναπόδραστου χρέους του πρωτίστως απέναντι στις ευάλωτες νεανικές ψυχές, κομίζει, πλην των δικών του μηνυμάτων, υπομνήσεις και προτροπές από την αρχαία και τη νεοελληνική μας γραμματεία, διανθίζοντας τα κείμενά του με τα σχετικά παραθέματα.     
Αντλώντας από τον αμητό των συσσωρευμένων βιωματικών του εμπειριών και προτάσσοντας την παιδαγωγία της ορθοτομούσας γνώσης, σε συστράτευση με τη διεισδυτικότητα του ώριμου κριτικού αναστοχασμού, καλεί επειγόντως σε ψυχική ανάκαμψη και πνευματική αφύπνιση μπροστά στην εντεινόμενη κρίση αρχών και αξιών. Δεν παραλείπει επίσης να εκφέρει τις απόψεις του, υποδεικνύοντας αρνητικά συμπτώματα και επιπτωσιακές ανεπάρκειες στη λειτουργία των πολιτειακών θεσμών, στιγματίζοντας προσέτι χρόνιες παθογένειες του κοινωνικού ιστού και τον εκπεσμό των ηθών.
Με φιλοσοφούσα διάνοια ελληνοπρέπειας και εμβάθυνσης στις αδιαμφισβήτητες εντολές της χριστιανικής ηθικής, με γλώσσα οιονεί καντιανής κατηγορικής προσταγής και σφύζοντα αιχμηρό λόγο απροκάλυπτης αλήθειας, όπως κατέδειξε και στο προηγούμενο δοκιμιακό του έργο «Γλυκυθυμία Ελληνοπρεπής»(2012), θέτει τα κακώς έχοντα ενός αλλοτριωμένου και αποξενωμένου κόσμου από τον πραγματικό προορισμό του ανθρώπου και το υπαρξιακό νόημα της ζωής, προκρίνοντας την πεμπτουσία της ως «αειφόρο άθληση» στον στίβο ενός όχι stricto sensu ευ αγωνίζεσθαι, αλλά του καλού καγαθού υπό την ευρύτερη αρχαιοελληνική έννοια.
Συνεπώς, τα 14 πολυσέλιδα δοκίμια, παρά την αυτοτέλεια της συγκροτημένης τεκμηρίωσής τους, ως προς τη συνάρθρωση  της επαγωγικής διαλεκτικής τους και ως αντιστικτική πολυφωνία αναλυτικών σκέψεων, πολυεπίπεδων προβληματισμών και εποικοδομητικών παραινέσεων αποτυπώνουν τη συνισταμένη του νοήμονος λόγου τους. Ιδού και η ακροτελεύτια επωδός στο προλογικό σημείωμα του συγγραφέως: «Η ψυχή, η νόηση, οι στοχασμοί της ελεύθερης σκέψης και έκφρασης διαλέγονται σε τούτη τη λειτουργική γραφή…και κρίνονται το ύφος και το ήθος, τα ευγενή, τα ένθεα ακούσματα της ψυχής και του πνεύματος».
 
Τα «καθέκαστα», τουτέστιν, μέσα στον ερεβώδη, τον χαοτικό και αποπροσανατολιστικό λαβύρινθο της εποχής μας συνυφαίνουν τον οδηγητικό μίτο στα «καθόλου», κατά τους αριστοτελικούς όρους, επιτάσσοντας το ουσιώδες ερώτημα όχι περί του αορίστως τι μέλλει γενέσθαι αλλά περί του επειγόντως πρακτέου: με ποια ψυχοπνευματικά εφόδια οφείλει να οπλιστεί ο σύγχρονος άνθρωπος, ειδικότερα ο σημερινός Έλληνας, καταφεύγοντας στις αρχέτυπες αρετές της διαιώνιας παράδοσής του, ώστε ν’ ανακτήσει το αυθεντικό πρόσωπο της φυλετικής του υπόστασης απέναντι σε ό,τι σαθρό και ψευδεπίγραφο το απειλεί και σε ό,τι αοράτως δόλιο, όπως ο τωρινός ιός της πανδημίας, το υπονομεύει;
Επειδή ακριβώς ο αγώνας, που ταυτίζεται με την ίδια τη ζωή της αειφόρου αθλήσεως, όπως ο συγγραφέας με αντικειμενικά κριτήρια και εμφατικώς αδιάσειστα επιχειρήματα επισημαίνει, δεν τελεσφορεί με έπαθλα υψηλών κατακτήσεων σε ανάθλητους αμνήμονες και ανάσκητους επιλήσμονες λωτοφάγους, ειμή μόνο σε αθλητές «του ωραίου, του μεγάλου και τ’ αληθινού», ανασημασιοδοτώντας τον αθάνατο Παλαμικό «Ολυμπιακό Ύμνο», καθώς και τα φωτοστέφανα των αθλοφόρων αγίων και μαρτύρων της Πίστης μας.
Ωστόσο, φρονιμότερο, σταχυολογώντας ψήγματα των στοχασμών του από δύο ενδεικτικά αποσπάσματα τής μετά παρρησίας ρηξικέλευθης γραφίδας του, να αφήσουμε τον δοκιμιογράφο να μας μιλήσει με μια γλώσσα, που ίσως έχουμε ξεχάσει μέσα στην ξύλινη ή αποστεωμένη γλωσσική δυσπραγία της εποχής μας και τον ορυμαγδό του διαδικτύου:
«Προνομιούχοι και καταξιωμένοι οι εμπεδώσαντες το ελεύθερο πνεύμα της κλασικής παιδείας. Η μαγιά της ελληνικής πολιτιστικής παράδοσης, απλόχερα και αιώνια καρποφορεί, γιατί συνταιριάζει, αρμονικά, την πειθαρχία με το δίκαιο, το μέτρο με τον ανθρωπισμό. Ο διαιώνιος Ελληνισμός είναι μια αρμονική, άφθορος σύνθεση αξιών: της ελευθερίας, της δικαιοσύνης, της ευψυχίας, της φιλίας.» («Δεν είμαστε μόνοι», σ.55).
 «Η λέξη χρεοκοπία παραπέμπει, άμεσα, συνειρμικά, στην οικονομική ερμηνεία του όρου. Κι όμως, η ελώδης, ηθική χρεοκοπία ενσταλάζει στα εσώτερα του ψυχικού σου κόσμου» («Θεσμική παρακμή», σ.99).