Μόνα Σαββίδου Θεοδούλου «12+2 Ποιήματα για την ελληνόφωνη κάτω Ιταλία και Σικελία» (εκδ. Αρμίδα, 2016)
 
Τραγικές οι μέρες της αναπάντεχης ανατροπής μέσα σε καιρούς εναγώνιας πανδημίας. Και οι έγκλειστες ώρες, εφιαλτικές από τον φόβο εισβολής του αόρατου εχθρού, να επικαλούνται, κατ’ εντολήν του Καβάφη, την ποίηση, καταφύγιο παραμυθίας και θαυματουργικής επενέργειας ενάντια στο κακό που στοιχειώνει τον πλανήτη: «Εις σε προστρέχω Τέχνη της Ποιήσεως, / που κάπως ξέρεις από φάρμακα·». Και όχι τυχαία αναθυμούμαι το αφιερωματικό κάλεσμα «Στους φίλους συνταξιδιώτες» της φίλης ποιήτριας Μόνας Σαββίδου Θεοδούλου, που προτάσσει στη συλλογή της «12+2 ποιήματα» με τον ως άνω επεξηγηματικό υπότιτλο. Ένα εγκάρδιο ποιητικό ανάθημα στα αρχέγονα χώματα της πάλαι ποτέ αυτής ακρώρειας του Ελληνισμού και στις ελληνόφωνες κοινότητές της σε μικρογράμματους χαρακτήρες στα αρχικά των τοπωνυμίων της, οιονεί συμβολικούς της διαιώνιας συγγενούς φιλότητας με την κοινή φυλετική ρίζα. Συνταξιδεύουμε λοιπόν ομόγλωσσοι και ομοιοπαθείς προς το νοτιότατο άκρο της Ιταλίας, καθώς συμμεριζόμαστε την οδύνη και τον σπαραγμό της από την απώλεια χιλιάδων ψυχών, ατυχών θυμάτων του κορωνοϊού.
Οι 77 σελίδες του βιβλίου, συνεκτικές μιας καλλιεπούς ποιητικότητας και εύληπτης νοηματοδότησης με την αισθητική της πολυτονικής γραφής, κατανέμονται σε δύο ισάριθμα μέρη: στην ενότητα των 12 ταξιδιογραφικών ποιημάτων και στις εμπεριστατωμένες εκτενείς σημειώσεις των πραγματολογικών επισημάνσεων και των συμφραζομένων προεκτάσεών τους. Ένα είδος ημερολογιακών καταγραφών από μια εβδομαδιαία περιήγηση της ποιήτριας (3.7.2015-10.7.2015) στους εν λόγω ελληνόφωνους προορισμούς σε αντιστικτική σύνθεση ποιητικής αποτύπωσης και σχολιαστικής ερμηνευτικής αποκωδικοποίησης, που συνειρμικά παραπέμπει στις ημερολογιακές σημειώσεις των ταξιδιωτικών εντυπώσεων του Σεφέρη.
Προμετωπίδα των ποιημάτων, κάτω από τις ημερομηνιακές και τοπικές ενδείξεις του κατανυκτικού οδοιπορικού, η επιγραμματική ανθολόγηση στίχων ανώνυμων και επώνυμων ποιητών στη Γραικάνικη διάλεκτο, μια ιδιόμορφη ελληνο-ιταλική γλωσσική επιμειξία με μεγάλο αριθμό δωρισμών, που ανάγονται, κατά την επικρατέστερη γλωσσολογική θεωρία, στον αποικισμό της «Μεγάλης Ελλάδας» τον 8ο αιώνα π.Χ. Απαραίτητη έτσι η «Εξήγηση» των στίχων σε αριστοτεχνική νεοελληνική απόδοση, που επιτάσσεται των ποιημάτων και απηχεί ως εφύμνιο της υμνητικής αυτής ποίησης. Μια συγκομιδή πολυσχιδών γνώσεων και εμπειριών, λεπταίσθητων παρατηρήσεων και εύστοχων απολογισμών, που με ευσύνοπτες περιγραφικές  εξεικονίσεις, υποβλητικά σχήματα μεταφορικών συμβολισμών και αναστοχαστικές εμβαθύνσεις ζωντανεύει ιστορικές μνήμες και αρχιτεκτονικά μνημεία, αρχαιολογικούς χώρους και  μουσειακά θησαυρίσματα, τα θαυμαστά έργα αρχαίων φιλοσόφων και νεότερων καλλιτεχνών, όπως και τις φυσικές μεσογειακές ομορφιές του κατωιταλικού και σικελικού τοπίου.
 
Πρώτος σταθμός της ωραίας εκείνης περιπλάνησης το σημερινό Μπάρι, το άλλοτε «λιμάνι του Λεβάντε», σύμφωνα με το ομώνυμο ποίημα,  ως εισαγωγικό προανάκρουσμα της συλλογής και που αξίζει να παραθέσουμε αυτούσιο: «Σαν άλλοι Αχαιοί / απόγονοί τους κι εμείς / με τον καημό της Μεσογείου / οι πιο ακριτικοί απ’ τον ουρανό / προσγειωθήκαμε / στη γη της Απουλίας. / Συκιές, ελιές, πεύκα, φραγκόσυκα / μας υποδέχτηκαν με τη λαύρα του ήλιου. / Μνημονεύσαμε τον ζωγράφο Αλταμούρα / και την τραγική εκείνη / Ελένη ή τον κανένα, γυναίκα του, / περαστικοί. / Όλα τα λιμάνια έχουν τους ανέμους τους / και το ρόδο των ανέμων / στην καρδιά μας.». Η άφιξη στον «πρωτοϊδωμένο λιμένα» συνηχεί σαν σε βιβλική αποκάλυψη με τον Γραικάνικο στίχο από το ποίημα Ανώνυμου «Τα πάθη του Χριστού» μαζί με την «εξήγησή» του: «Ι nifta ighiurise san imera» [«Η νύχτα έγινε μέρα»]. Αλλά και τα «φραγκόσυκα» φιλοτεχνούν το εξώφυλλο με το μινιμαλιστικό σχέδιο του Γιώργου Βασιλειάδη. Πολλαπλές οι συναντήσεις στο ποίημα, όπως των απογόνων των Αχαιών της κυπριακής γης και «της γης της Απουλίας», όπου η «λαύρα του ήλιου» υπαινίσσεται την προσωνυμία της ως «γης του μεσημβρινού ήλιου». Διασταυρώνεται ακόμη η συνάντηση του ζωγράφου Αλταμούρα με την επίσης ζωγράφο Ελληνίδα σύζυγό του, τη θρυλική-τραγική «Ελένη ή τον κανένα» μέσα από το ομότιτλο μυθιστόρημα της Γαλανάκη σ’ ένα άλλο κομβικό μετωνυμικό σημείο: «το ρόδο των ανέμων» στους ακροτελεύτιους στίχους και το μεταίχμιο των ακτογραμμών στους παλιούς πορτολάνους, όπως επεξηγείται στις σημειώσεις.
Πολυσημίες εμβληματικών συναντήσεων είτε ποικιλώνυμες άλλες σημειολογικές αναφορές σε ανθρώπους και επιτεύγματα, τόπους και χρόνους στο μακρόπνοο πολιτισμικό γίγνεσθαι της «Μagna Graecia» κομίζουν και τα άλλα ποιήματα, αναδεικνύοντας την ποιητική της διαθεματικής συνομιλίας και της διαδραστικής σκηνογραφίας. Έτσι, στη «Ματέρα» οι «σιωπηλές σπηλιές» θυμίζουν την «Κόλαση του Δάντη» ή τα «σπήλαια της ποίησης» με τις «εκατόν είκοσι λαξεμένες στην πέτρα/εκκλησιές» ανακαλούν τον μετέπειτα βυζαντινό αποικισμό, συσχετίζοντας τις ιστορικο-θρησκευτικές μνείες με τον Άγιο Φραγκίσκο της Ασσίζης και με την περιώνυμη ευαγγελική ταινία του Παζολίνι.
Στα επόμενα τρία ποιήματα, ενώ συνεχίζεται η διαδρομή από τον Τάραντα στο Ρήγιο και έως τα όρη Σίλα, ακινητοποιείται, κατ’ αρχήν, εκστατικό το βλέμμα στα εκθέματα του Μουσείου του Τάραντα με τον «σκεπτόμενο Ηρακλή» του Λυσίππου, τον πρόγονο «του Διανοούμενου του Ροντέν», όπως και στα εξαίσιας τέχνης χρυσά μικροτεχνήματα. Ακολούθως, σε άλλες πόλεις της εκεί περιδιάβασης αναβιώνουν ιστορικοί λαοί και μορφές της φιλοσοφίας, της τέχνης και του αθλητισμού, γραπτά μνημεία και μνημειώδεις ναοί, δρώμενα και ιστορικά γεγονότα από την αρχαία μέχρι τη μεταγενέστερη εποχή: οι Κροτωνιάτες, οι Συβαρίτες και υπομιμνήσκοντας πάλι τον Καβάφη οι Ποσειδωνιάτες, ο Πυθαγόρας και ο Μίλωνας, τα «Carmina Burana» και οι Σουλιώτες πρόσφυγες το 1822 σε χωριά της Καλαβρίας.
Μεταβαίνοντας στη Σικελία μέσα από άλλα ποιήματα, δεν είναι μόνο τα λατομεία των Συρακουσών, ο Αρχιμήδης, ο Εμπεδοκλής και ο Αισχύλος που διεγείρουν τη φιλολογική μνήμη της ποιήτριας, αλλά και ο λογχοφόρος θάμνος της αλόης ή αθάνατος αναπλάθει το μνημειώδες ανάγλυφο «Συλλογή αλόης» του αείμνηστου συζύγου της, γλύπτη Θεόδουλου, εμπνέοντάς της την αμφισημία των στίχων: «Ταξιδεύοντας / σε συναντώ / αθάνατο.».