Τέσσερις άνθρωποι διαφορετικής γενιάς μιλούν για τη χαμένη πατρίδα, με αφορμή τη θλιβερή 19η Μαΐου που πλησιάζει, 101 χρόνια μετά…
 
Λίνα Φενερίδου, 39 ετών, πρόεδρος του Σωματείου Ελλήνων Ποντίων Κύπρου «Παναγία Σουμελά».
«Κατάγομαι από την Τραπεζούντα, και συγκεκριμένα από Ματσούκα, ένα μέρος κοντά στο μοναστήρι της Παναγίας Σουμελά. Ο Πόντος για μένα είναι η αρχή της γενιάς μου, η πατρίδα της καρδιάς μου, η απάτητη από μένα πατρογονική γη με την ιστορία των 3.000 ετών –μια πατρίδα που έχουμε χάσει, δυστυχώς και από δικά μας λάθη. Οι πρόγονοί μου είχαν πάει ως εργάτες στα ορυχεία από την Τραπεζούντα στη Γεωργία –στις αρχές του 18ου αιώνα. Αν και στην πραγματικότητα, εφόσον ζούσαν πλέον πάνω από έναν αιώνα στη Γεωργία, πριν τα νεότερα τραγικά γεγονότα της γενοκτονίας των Ελλήνων του Πόντου των ετών 1914-1923 και όλων των χριστιανικών λαών από τους Νεότουρκους και δεν είχαν άμεσα βιώματα από αυτά, υπήρξαν μάρτυρες αυτών, από διηγήσεις κάποιων οικογενειών που κατέφυγαν στο χωριό μας – όσοι, δηλαδή, γλύτωσαν απ’ τις σφαγές όταν οι Τούρκοι σκότωναν, έσφαζαν χωρίς έλεος και έστελναν σε πορείες θανάτου τους Πόντιους. Θυμάμαι μια ιστορία που μου έχουν αφηγηθεί για τον προ-προπάππο μου Φενερίδη Δημήτρη -ο Μήτον- ο οποίος είχε μια αδελφή που ήταν παντρεμένη στο Καρς και συχνά πήγαινε να την επισκεφθεί. Σε αυτές τις διαδρομές είχε δει τις θηριωδίες των Τούρκων κατά των χριστιανών και έχασε τα λογικά του. Δεν άφηνε κανέναν μουσουλμάνο Αζερμπανζάνη από τα διπλανά χωριά να περάσει στο χωρίο του. Εκείνη την εποχή αυτοί κλέβανε ζώα και περιουσίες από τους Έλληνες, και όταν ένιωθε ότι είχαν κακόβουλο σκοπό τούς ορμούσε. Έμεινε και μία έκφραση μέχρι σήμερα: “τον έπιασε το Μηταντιδίων”, κάτι σαν “τον έπιασε το μανιάτικο”…Το παρελθόν και η ιστορία μας είναι η πυξίδα για ένα καλύτερο μέλλον…». 

Λεωνίδας Αβραμίδης, 20 ετών, ιδιωτικός υπάλληλος. 
«Είμαι Πόντιος. Κατάγομαι από το χωριό Καρς – οι γονείς μου μού έχουν αφηγηθεί πολλές ιστορίες από τους προπάππους τους με βιασμούς, πείνα, ξυλοδαρμούς, με πολύ πόνο και κλάμα. Καθώς τους σκέφτομαι τώρα είναι σα να ακούω εκείνο το σκοπό που λέει “Άτσαπ’ θ’ ελέπω γω το Καρς;”, που σημαίνει “Άραγε θα ξαναδώ εγώ το Καρς;”, ένα θρηνητικό τραγούδι γι’ αυτά που χάσαμε, γι’ αυτά που έγιναν τότε. Δεν ξέρω πώς γίνεται, αλλά με το που άρχισα τα πρώτα μου βήματα στον χορό Ομάλ κάτι έγινε μέσα μου – ήταν σα να κουβάλησα επάνω μου όλη την ψυχή του Πόντου και έπρεπε να την δείξω σε κόσμο που δεν γνώριζε ακριβώς τι σημαίνει να ‘χεις μέσα σου την περηφάνεια της πατρίδας. Όταν ακούω τη λύρα δίπλα μου και το νταούλι και σηκώνω τα χέρια μου ψηλά συγκινούμαι. Πάντα συγκινούμαι! Και με όσους με παρακολουθούν συμβαίνει αυτό. Ανατριχιάζω. Έχω μάθει σχεδόν όλους τους ποντιακούς χορούς: ατσαπάτ, κότσαρι, σέρα, τίταρα, γετίερε, διπάτ, εταιρέ, σερανίτσα, είναι αρκετοί ακόμη. Ο Πόντος είναι μέσα μου. Είναι αίμα μου!».   

Δημήτρης Καραγιάννης, 69 ετών, συγγραφέας.
«Η γενοκτονία των Ελλήνων του Πόντου αποτελεί μία από τις πιο τραγικές στιγμές του Ελληνισμού – μαζί, ασφαλώς, με τη Μικρασιατική Καταστροφή και αργότερα με την τραγωδία της Κύπρου του 1974. Η γενοκτονία αυτή από τους Τούρκους είχε ως αποτέλεσμα την δολοφονία 353.000 χιλιάδων αθώων ανθρώπων και την εκδίωξη των υπολοίπων από τις εστίες τους.
Για μένα αυτό το τραγικό γεγονός αποτελεί ένα στυγερό έγκλημα απέναντι σε έναν ειρηνικό λαό, με βαθιές ρίζες στην ιστορία και τον πολιτισμό που ανέκαθεν με συγκινούσε, γι’ αυτό και το 2018 έγραψα το “Σουκιρίμ”, ένα μυθιστόρημα που μέσα από την πλοκή του αποτυπώνει όλη την αγριότητα και τον πόνο που έζησαν οι άνθρωποι τα πέτρινα εκείνα χρόνια της Γενοκτονίας. Μέσα από το βιβλίο μου καταγράφονται, όχι μία, αλλά πολλές τραγικές αληθινές ιστορίες που με σημάδεψαν και ως άνθρωπο αλλά και ως Έλληνα…».

Νικόλας Πετρίδης, 16 ετών, μαθητής. 
«Είναι περίεργο να αισθάνεται κάποιος “πατρίδα” του ένα μέρος που δεν γνώρισε ποτέ του, αλλά εγώ έτσι νιώθω τον Πόντο – από μικρός σε αυτό το περιβάλλον μεγάλωσα. Θα σας πω μια ιστορία. Ο προπάππος και η προγιαγιά της μητέρας μου έμεναν στο Καρς όταν έγιναν τα γεγονότα. Εκείνη την περίοδο φιλοξενούσαν έναν Τούρκο στο σπίτι. Μία μέρα εκείνη είχε ετοιμάσει ψωμί και το είχε σταυρώσει. Ο Τούρκος την είδε. Τη ρώτησε “γιατί το κάνεις αυτό;”. “Κόβω το ψωμί σε τέσσερα κομμάτια”, του απάντησε, αφού εκείνο τον καιρό όλοι σχεδόν ήταν κρυπτοχριστιανοί και φοβόντουσαν να μην προδοθούν. Αφού έφυγε ο Τούρκος, ο προπάππος της μητέρας μου κατάλαβε ότι πιθανόν να έρθουν οι Τούρκοι και να τους σκοτώσουν. Τους είπε, λοιπόν, να βιαστούν, να φύγουν από το χωριό και να πάνε στο Γκόρα, στη σημερινή Γεωργία. Μάζεψαν τα πράγματά τους αλλά, δυστυχώς, δεν πρόλαβαν – τους εντόπισαν οι Τούρκοι. Έτσι, ο προπάππος της μητέρας μου είπε στον αδελφό του, Στύλο Κακουλίδη, να πιάσει το παιδί του, τον Ιορδάνη, και να φύγουν, παραμένοντας ωστόσο εκεί ο προπάππος και η προγιαγιά της μητέρας μου και να θυσιαστούν για να ζήσουν τα παιδιά τους. Οι Τούρκοι τους βρήκαν και τους σκότωσαν…».

xatzigeorgiou@yahoo.com

 
Φιλελεύθερα, 17.5.2020.