Eίχε το χρώμα του έβενου τα μάτια της Σαλώμης
η Tούτη η γάτα που έχασα· διαβάτη, μη σταθείς.
Bγήκε απ’ το χάσμα που έκοβε στης μέρας το σεντόνι
τώρα να σκίσει δεν μπορεί του ζόφου το πανί.
«Επιτύμβιο στη Γάτα μου την Tούτη»,
(από το «Tετράδιο Γυμνασμάτων, β΄», εκδόσεις Ίκαρος)
  
Είχα υποσχεθεί στον εαυτό μου ότι θα αντιστεκόμουν και δεν θα μνημόνευα τη γενέθλια μέρα του ποιητή. Αλλά γι’ αυτό δίνουμε υποσχέσεις, τουλάχιστον στον εαυτό μας: για να τις παραβιάζουμε. Το πρωινό που είχα αποφασίσει να αφιερώσω στη στήλη, έπεσα τυχαία πάνω στο «Επιτύμβιο». Όλα τα άλλα καραδοκούσαν μέσα μου – ή, μάλλον, αγρυπνούσαν…
 
Η πρώτη φορά που πέρασα στα Κατεχόμενα ήταν έναν Οκτώβριο, αρκετά χρόνια πριν, λίγο αφότου είχαν ανοίξει τα οδοφράγματα. Εκείνη τη χρονιά έτυχε να βρίσκομαι στο νησί τις ίδιες μέρες με τον γιο μου, τον Λεωνίδα, που είχε έρθει να διαιτητεύσει σε αγώνες ξιφασκίας. Του πρότεινα να μείνει δυο-τρεις μέρες παραπάνω από την εξ Ελλάδος αποστολή, για να δει και «τη δική μου» Κύπρο. Αυτό του είπα, κι εκείνος συμφώνησε. Έτσι, την επαύριο των αγώνων, με οδηγό μας την ακούραστη Θεοδώρα και συνεπιβάτιδα μια Κρητικιά φίλη της, περάσαμε το οδόφραγμα του Αγίου Δομετίου. Προορισμός μας η Κερύνεια, για να επισκεφθούμε το καράβι στο Κάστρο της πόλης, αλλά πρώτα και κύρια τον Άγιο Ιλαρίωνα. Αυτό με είχε πείσει να τους ακολουθήσω. Είχα ολοζώντανη στο μυαλό μου τη μορφή του ποιητή, καθιστού μπροστά στη διπλή καμάρα, κι αντίκρυ αφημένο το καπέλο και το μπαστούνι του. Αυτόν θα πήγαινα να συναντήσω. Πώς να αρνηθώ;
 
Όταν φτάσαμε στο Ταμείο, ο Λεωνίδας έκανε πίσω: «Δεν έρχομαι», μου λέει. Με ξάφνιασε η αντίδρασή του, αλλά δεν πτοήθηκα. Βγάλαμε τρία εισιτήρια κι αρχίσαμε να ανηφορίζουμε. Μα εκείνη την ώρα ένα σμάρι μαντιλοφορεμένων γυναικών κατέβαινε τον χωμάτινο δρόμο, γελώντας και φλυαρώντας. Ξένες λαλιές, πολύχρωμα μαντίλια… Κοίταξα πάνω. Στη διπλή καμάρα πλάι δεν μπορεί να ήταν ακόμα ο ποιητής. Άρα τι γύρευα εγώ εκεί; Έκανα μεταβολή και κατηφόρισα.
 
Βρήκα τον Λεωνίδα δίπλα σε ένα πεζούλι και θέλησα να δικαιολογηθώ. «Ο τόπος είναι οι άνθρωποι», του είπα (αν και τότε ακόμα αγνοούσα την κυπριακή παροιμία που λέει αυτό ακριβώς).«Κι αφού οι άνθρωποι δεν είναι πια εδώ, ο χώρος δεν με ενδιαφέρει». Τότε ο Λεωνίδας με ρώτησε: «Μπορείς να φανταστείς πόσα είναι διακόσια μέτρα;» Η Κερύνεια απλωνόταν μπροστά μας κι ήταν εύκολο να το υπολογίσω. Του το είπα. «Ε, τότε πήγαινε με το βλέμμα πιο αριστερά και σκέψου: μέρες ολόκληρες τους κράτησαν στα διακόσια μέτρα κι ένα αεροπλάνο δεν ήρθε! Είναι το Πέντε Μίλι εκεί». Τέλος της εκδρομής, καληνύχτα σας…
 
Διαβάστε (ή ξαναδιαβάστε) απόψε το τρίτο από τα Γράμματα στη Μητέρα του Κώστα Μόντη, μνημόσυνο στον ποιητή που πέθανε μια μέρα σαν κι αυτή, το 2004: «Ώσπου την άλλη μέρα πέσαμε ως το βυθό / ώσπου την άλλη μέρα πέσαμε πέρα απʼ το βυθό, / ώσπου την άλλη μέρα πισωπάτησε / σιωπηλό το Τρόοδος να βρει βράχο να καθίσει […] γιατί η Ελλάδα δεν ήρθε, / […] γιατί μας είπαν ψέμα οι ουρανοί και ψέμα οι θάλασσες / και ψέμα τα χελιδόνια και ψέμα η καρδιά / και ψέμα οι Ιστορίες μας, / ψέμα, όλα ψέμα. / Είχε λέει, άλλη δουλειά η Ελλάδα, / κάτι πανηγυρισμούς, / κ’ ήμαστε και μακριά και δεν μπορούσε, λέει, / λυπόταν, δεν το περίμενε, / ειλικρινά λυπόταν […]».
 
Μετά, βάλτε πλάι την προφητική «δήλωση» του Σεφέρη, στις 28 Μαρτίου 1969: «[…] Όλοι πια το διδάχτηκαν και το ξέρουν πως στις δικτατορικές καταστάσεις η αρχή μπορεί να μοιάζει εύκολη, όμως η τραγωδία περιμένει, αναπότρεπτη, στο τέλος. Το δράμα αυτού του τέλους μάς βασανίζει, συνειδητά ή ασυνείδητα, όπως στους παμπάλαιους χορούς του Αισχύλου. Όσο μένει η ανωμαλία, τόσο προχωρεί το κακό. Είμαι ένας άνθρωπος χωρίς κανέναν απολύτως πολιτικό δεσμό και, μπορώ να το πω, μιλώ χωρίς φόβο και χωρίς πάθος. Βλέπω μπροστά μου τον γκρεμό όπου μας οδηγεί η καταπίεση που κάλυψε τον τόπο. Αυτή η ανωμαλία πρέπει να σταματήσει. Είναι εθνική επιταγή. Τώρα ξαναγυρίζω στη σιωπή μου. Παρακαλώ τον Θεό να μη με φέρει άλλη φορά σε παρόμοια ανάγκη να ξαναμιλήσω».
 
Μα εκείνος τα δικά του σπίτια τα είχε χάσει: «Τα σπίτια που είχα μου τα πήραν. Έτυχε / να ’ναι τα χρόνια δίσεχτα πόλεμοι χαλασμοί ξενιτεμοί». Για ποια τραγωδία προειδοποιούσε, αν όχι για του νησιού που τον είχε πάρει ψυχοπαίδι; Αλλά θα πλήρωνε ακριβά την απόφαση να σπάσει τη σιωπή του. Η Χούντα, ενοχλημένη από τον διεθνή αντίκτυπο της «δήλωσης», του αφαίρεσε τον τίτλο του πρέσβεως επί τιμή, όπως και το διπλωματικό διαβατήριο, ενώ ο φίλα προσκείμενος στους δικτάτορες Τύπος (τα «παπαγαλάκια» δεν είναι πρόσφατη επινόηση) θα ανακάλυπτε ότι ο Σεφέρης… πούλησε την Κύπρο για να πάρει το Νόμπελ! Αθλιότητες αθλίων…
 
Τελικά, αυτός ο οιωνεί διάλογος ανάμεσα στους δύο ποιητές, τον Σεφέρη και τον Μόντη, αποτυπώνει όσα κανείς δεν θα μπορέσει ποτέ να πει, με χιλιάδες λέξεις. Αυτή είναι η δύναμη της ποίησης…
 
ΥΓ: Καθώς θεωρώ εξαιρετικά προσωπική υπόθεση την ανάγνωση της ποίησης, αποφεύγω να αναφέρομαι σε ποιητές. Όμως κάποιες στιγμές κανείς δεν μπορεί να μιλήσει καλύτερα. Κυρίως πικρές στιγμές, που κάνουν τις παραπάνω λέξεις περιττές. Η τριλογία Γράμματα στη Μητέρα, με την εικαστική ερμηνεία του Αντρέα Λαδόμματου, εκδόθηκε το 2014 από το Κοινωφελές, Επιστημονικό και Πολιτιστικό Ίδρυμα Κώστας Μόντης, για τα 100 χρόνια από τη γέννησή του. Ο σκηνοθέτης Γιώργος Κούμουρος έχει κάνει μια δική του, μοναδικής ευαισθησίας, ανάγνωση στο έργο του Μόντη, με τίτλο σου γράφω γράμμα μητέρα… Πριν από λίγους μήνες κυκλοφόρησαν από τις εκδόσεις Μελάνι Επιστολές του Σεφέρη στην αδελφή του Ιωάννα (Εισαγωγή / Επιμέλεια / Πρόλογος: Γιώργος Δ. Παναγιώτου). Και περιμένουμε πάντα τη συνέχεια των Πολιτικών Ημερολογίων του Σεφέρη, που βρίσκονται προς έκδοση στα χέρια του Γιώργου Γεωργή.

* Φωτογραφία: Πρώτο ταξίδι στην Κύπρο (6 Νοεμβρίου- 9 Δεκεμβρίου 1953). Στον Άγιο Ιλαρίωνα, γελαστοί, ο Σεφέρης με τον Ευάγγελο Λουίζο. Στον κοσμοπολίτη Λουίζο, τον οποίο ο Σεφέρης αποκαλούσε «μάστρο», ανήκε το σπίτι στην Αμμόχωστο, που πήγαινε να γίνει φυτό. Τελικά, έγινε άμμος…