«Πράγματα δικά μου, αληθινά» του Άντριου Μπόβελ σε σκηνοθεσία Μαρίας Κυριάκου.
 
Υπάρχουν άραγε πραγματικά ευτυχισμένες οικογένειες; Μήπως η δυσλειτουργία είναι ο κανόνας επειδή η ίδια η δομή των ανθρωπίνων σχέσεων αγγίζει τη φύση μας κι επειδή, με όρους πολιτικής οικονομίας, η αλλοτρίωση είναι το φυσικό επακόλουθο του σύγχρονου μοντέλου ζωής; Και τι είναι άλλωστε η ευτυχία, αν όχι αυτό το «κάτι παραπάνω» που επιδιώκουμε όταν έχουμε λύσει τα βασικά προβλήματα της επιβίωσης; Μήπως πια στην εποχή μας εφαρμόζουμε τόσο εκτεταμένα αυτό το πρότυπο της πυρηνικής οικογένειας περισσότερο από κεκτημένη ταχύτητα από τη μακρά περίοδο της εκβιομηχάνισης και της αστικοποίησης, όπου λειτουργούσε ως οικονομικοκοινωνικό υποσύστημα και ως υπομονάδα παραγωγής;
 
Στη συνέχεια η οικογένεια μετατράπηκε σε μονάδα κατανάλωσης για να φτάσει σήμερα να κρέμεται σαν ιερό κουφάρι από την ίδια τη θεσμοποίησή της και να ασφυκτιά μέσα στο πρότυπο ενός συνδεδεμένου με συγγενικούς δεσμούς νοικοκυριού. Έχοντας ήδη προχωρήσει αρκετά στον 21ο αιώνα κι έχοντας αρχίσει σιγά- σιγά να χωνεύουμε ότι η επαγγελία του φιλελευθερισμού περί ευτυχίας και ελευθερίας αποδείχτηκε εντελώς κούφια, διαπιστώνουμε ότι ο θεσμός έχει για τα καλά εγκλωβιστεί μέσα στα ίδια του τα στερεότυπα.
Είδατε τι κάνει ένα καλό έργο και μια καλή παράσταση; Προκαλεί συνειρμούς ευρύτερους και βαθύτερους. Έτσι και τα «Πράγματα δικά μου, αληθινά» της Νέας Σκηνής του ΘΟΚ, που σκηνοθετεί η Μαρία Κυριάκου: πυροδοτεί προβληματισμούς σε σχέση με την αφηρημένη έννοια της οικογενειακής, αλλά και της ατομικής ευτυχίας, ή και του τρόπου που οι άνθρωποι διαμορφώνονται μέσα στη στοργική μέγγενη της οικογενειακής θαλπωρής. Στον τίτλο αυτό κατέληξε ο Βάιος Λιαπής, μεταφραστής του έργου του Αυστραλού συγγραφέα Άντριου Μπόβελ «Things I Know To Be True», που είναι ένα κείμενο εξέχον και τρυφερό ακριβώς επειδή είναι αληθινό. Εντούτοις, είναι σαφής η επιφύλαξη του συγγραφέα να μην οδηγήσει το πράγμα σε οποιοδήποτε συμπέρασμα και να μη περιχαρακωθεί στα ιδιαίτερα χαρακτηριστικά της κοινωνίας όπου εκτυλίσσεται η δράση, καταφέρνοντας να το καταστήσει οικείο σε οποιαδήποτε προαστιακή γωνιά του δυτικού κόσμου.
 
Στα δικά μας λημέρια συνηθίζουμε να λέμε πως όσα ξέρει ο νοικοκύρης δεν τα ξέρει ο κόσμος όλος. Ο άμεσα ενδιαφερόμενος γνωρίζει εκ των έσω κατά πόσο ισχύουν όσα καταστούν μια οικογένεια φαινομενικά ευτυχισμένη. Οι δυο γονείς του έργου, εκπρόσωποι της εργατικής τάξης, έχουν επενδύσει όλες τους τις ελπίδες στους διαδόχους τους για να τους μοιάσουν και ει δυνατόν να πετύχουν όσα αυτοί άφησαν πίσω. Μεγάλωσαν τέσσερα παιδιά με αγάπη και φροντίδα, ως χρέος, ως συναισθηματική ανάγκη αλλά και ως αντίβαρο και άλλοθι για τις διαψεύσεις της δικής τους ζωής. Φορτώνουν στους τρυφερούς ώμους των παιδιών τις χαμένες προσδοκίες μιας αναβληθείσας ζωής. Όπως ο πατέρας έχει κλαδέψει, ποτίσει, λιπάνει τα τριαντάφυλλα στον κήπο, αλλά και τα έχει περιορίσει σε παρτέρια. Αυτά μεγαλώνοντας ανθίζουν, θεριεύουν, αλλά και επιζητούν τον δικό τους ζωτικό χώρο. Μαθηματικά, στο τέλος το ζητούμενο θα είναι να ξεριζωθούν.
 
Η ζωή μας πολλές φορές μοιάζει με μια σάγκα από οικογενειακές συγκινήσεις, παντός είδους. Η φύση προβλέπει να αγαπάμε τους συγγενείς, ειδικά αυτούς με τους οποίους μοιραστήκαμε τόσα συναισθήματα και συμπορεύσαμε την ενηλικίωσή μας, να τους αντιμετωπίζουμε με μια σχετική ανιδιοτέλεια και να τους δεχόμαστε με τα κουσούρια τους. Αυτός ο συμβιβασμός συχνά κρύβει και συναισθήματα εχθρικά και ανταγωνιστικά και καταπιεσμένες επιθυμίες. Εκεί που ευδοκιμεί η αγάπη, ευδοκιμεί και η τραγωδία. Η ζωή είναι τόσο αδίστακτη. «Αυθαίρετος λύπη ’στιν η τέκνων σπορά» έλεγε ο Μένανδρος. Και η εθελούσια αυτή λύπη εντείνεται όταν προκύπτει το χάσμα των γενεών, αλλά και το σύνδρομο της άδειας φωλιάς.
 
Το στερεότυπο θέλει το μεσογειακό σπίτι να είναι πιο ευέξαπτο στη διαχείριση αυτών των πραγματικοτήτων. Ο Μπόβελ αντιτάσσει ότι λίγο- πολύ είναι παντού το ίδιο. Η δράση λαμβάνει χώρα στην πίσω αυλή του πατρικού, όπου συνήθως λαμβάνουν χώρα οι πιο ξένοιαστες οικογενειακές στιγμές κι οι πιο ευχάριστες τακτικές ιεροτελεστίες. Με έναυσμα ένα επώδυνο περιστατικό ενηλικίωσης του στερνοπαιδιού, ο θεατής εισπράττει τους κλυδωνισμούς της πλοκής μέσα από τους μονολόγους των τεσσάρων αδερφιών, καθώς βρίσκονται σε μια καθοριστική καμπή της ζωής τους. Οι μεγάλοι ήρθε η ώρα να κάνουν ένα βήμα πίσω και να κοιτάξουν το αποτέλεσμα. Οι νέοι ανταποδίδουν τα συναισθήματα, αλλά διεκδικούν το δικαίωμα να αμφισβητήσουν τους γονείς τους και να βρουν τις δικές τους ράγες.
 
Η διανομή αγγίζει το ιδανικό ερμηνευτικά, ηλικιακά, σωματοδομικά. Το καλλιτεχνικό προσωπικό μοιάζει ταγμένο στην αποτύπωση αυτής της τόσο απλής αλλά και τόσο σύνθετης ιστορίας. Σε όλη τη διάρκεια της παράστασης «βράζει» ένα δραματικό υπόστρωμα, σαν λάβα που θέλει να εκτοξευτεί με τον συγγραφέα να επιλέγει έναν μάλλον έντονο –αν όχι και εκβιαστικό- τρόπο να το εκτονώσει, αλλά τη σκηνοθέτιδα να κρατάει γερά τα ηνία που ελέγχουν τις εξάρσεις.
Λένε ότι το σημαντικότερο που μπορούν να διδάξουν οι γονείς στα παιδιά τους είναι να τα βγάζουν πέρα χωρίς αυτούς. Γι’ αυτό προσωπικά θεωρώ ότι τα πιο συγκινητικά και δραματουργικά ολοκληρωμένα σημεία του έργου είναι αυτά που προκύπτει η απροσδόκητη όσο και συνειδητοποιημένη κατακλείδα της αγάπης και της αποδοχής.