Άλλη μία μέρα από τη νέα πραγματικότητα μέσα στο σπίτι.
08:00 – Σκέψεις πρωινές. Δέκατη μέρα καραντίνας μ’ ένα βόμβο πια στο κεφάλι προσπαθώντας να τοποθετήσω τα σκορπισμένα από υπερπληροφόρηση παζλ στη σωστή τους θέση, κομματάκι κομματάκι – σκέψεις, σκέψεις, σκέψεις. Χρειαζόμασταν, νομίζω, αυτή την επανεκκίνηση – για όσους είναι (ακόμη) υγιείς και παρατηρούν την αρρώστια, αποστασιοποιημένοι, σαν από drone παρακολουθώντας τη λιγοστή κίνηση στους δρόμους των πόλεων απ’ τα μπαλκόνια τους και ακούγοντας για τους εκατοντάδες νεκρούς στην Ιταλία και στην Ισπανία τρέμοντας. Χρειαζόμασταν, λέω πια με βεβαιότητα, αυτό το «αναγκαστικό» διάλειμμα – οι εναπομείναντες και αναγκαστικά ασφαλισμένοι στα καταφύγιά μας προσπαθώντας να ανακαλύψουμε λιγοστό μέλι μέσα σε τόση στεγνότητα, μικρές τρύπες ανακούφισης στο σοκ του ομιχλώδους μέλλοντός μας. Είμαστε, οι περισσότεροι, σαν ποίημα του Αναγνωστάκη: «πλήθος περιφερόταν χρόνια μέσα στο σπίτι του / αλλά κανείς ποτέ δεν μπήκε στο μικρό καμαράκι κάτω από τη σκάλα». Ξέρω: οι δόσεις που δεν χαρίζονται, οι δουλειές που μηδενίστηκαν και χάνονται χρήματα, τα κλειστά μαγαζιά και η ισοπέδωση του τζίρου -χειρότερες μέρες κι απ’ του 2013 για τους μικροεμπόρους και τον τουρισμό- η αβεβαιότητα του επόμενου μήνα όπου κανείς πια δεν γνωρίζει πόσες εξαγγελίες θα τηρηθούν από τους εργοδότες στους υπαλλήλους περί μη απολύσεων όταν πλέον θα ‘χουν παρέλθει οι προθεσμίες των νόμων, όταν πια το «παιχνίδι» θα ‘χει χοντρύνει. Όλα είναι ρευστά – αλλά πότε δεν ήταν για όλους, απ’ τη στιγμή που η έκθεση στον κίνδυνο της καθημερινότητας είναι η δεύτερή μας φύση; Παρηγορώντας με, καθώς βούρτσιζα τα δόντια μου, είπα κάπως δυνατά για να πάω κόντρα στον φόβο, «ας ασχοληθούμε πια και με το σπουδαίο»: στην αναγκαιότητα της συνεύρεσης με κάτι βαθύτερο από τους εαυτούληδες, τα φράγκα και τους καφέδες, το στόμφο και τις πόζες στα στερεότυπα που δημιουργήσαμε, ώρα να διαπεράσουμε τα πρακτικά μας κωλύματα για κάτι ουσιαστικότερο, ξεβολεμένοι πια απ’ τις σταθερές μας. Έβαλα ζεστό νερό και καφέ στο φλιτζάνι και κοίταξα απ’ το παράθυρο μετρώντας αυτοκίνητα – ένα, δύο, τρία, παύση, άλλο ένα: έχουμε περάσει τόσα -οι νεότεροι λιγότερα- θα περάσει κι αυτό και θα ανθίσουν πάλι οι αμυγδαλιές στα άχτιστα ακόμη οικόπεδα για να κόψουμε κλαδιά και να τα βάλουμε στα βάζα πιστοί σ’ εκείνο τον στίχο που πάντα θυμάμαι τους Μάρτιους: «κι όπως θα μπαίνει η Άνοιξη / πίσω δεν θα κοιτάξω» – είμαστε σκληρά καρύδια ως την ψίχα, επιβιώσαμε μιας εισβολής. Ξεκίνησα να ξυρίζομαι και κόπηκα τρεις φορές.
11:00 – Στο YouTube πήρα μία ενημέρωση για το νέο τραγούδι του Σταμάτη Κραουνάκη με τραγουδίστρια την Κέλλυ Κελεκίδου – ξέρω το χιούμορ του Stam, γνωρίζω περίπου πότε μπορεί να θέλει να πειραματιστεί, πότε να βγάλει γλώσσα στους σοβαροφανείς. Το άκουσα. Και δεν λέω, καλή η προσπάθεια ανάδειξης στη μουσική από τις άναρθρες κραυγές των κακών σκυλοτράγουδων, των μεταξύ μπουζουκομάγαζου και life style (προκαλώντας εντέλει σύγχυση και παρακάμπτοντας το original που ίσως να θέλει πια να ευαγγελίζεται η τραγουδίστρια), αλλά το «βασανίζομαι» δεν είναι το αριστουργηματικό -αυθεντικά λαϊκό- της Στανίση που κάποτε «μια Κυριακή απόγευμα / είχε έναν άνθρωπο / κι έπιανε μπράτσο» στη «Σπεράντζα». Είναι κάτι αμφίθυμο που εντέλει φέρνει αμηχανία. Το ένα τραγούδι έφερε τ’ άλλο -είναι εκπληκτικό πώς καταγράφονται οι αλγόριθμοι ερήμην μας απ’ τους υπολογιστές- και κατέληξα αυτομάτως σε μία Τζένη Βάνου – την πιο «ματωμένη» λόγω προσωπικής ιστορίας που πέρναγε στις γρατσουνιές των δίσκων της φωνή, ένα από τα ελάχιστα πια «χρυσωρυχεία» στην ελληνική δισκογραφία: «αν δεν σ’ αγαπούσα / θα ‘μουνα σπίτι που του πήραν τα κλειδιά / άψυχη κούκλα δίχως αίμα και καρδιά / αν δεν σ’ αγαπούσα». Πόσο με συγκινεί αυτή η γαμψή καμπύλη της χροιάς της!
18:00 – Από το «Θέατρο Πορεία» της Αθήνας, σε ανοιχτό κανάλι και όχι πια μόνο για τους συνδρομητές, μπορούμε να παρακολουθήσουμε σπουδαίες παραστάσεις – να, ένα καλό κυματάκι στην τρικυμία που σφίγγει σαν μέγγενη το μέλλον στα πένθιμα καμπανάκια. Επειδή το σύστημα κλείνει στις δέκα η ώρα το επόμενο πρωί και αυτομάτως ανανεώνεται με νέα παράσταση, είδα δύο φορές «Το Ευχαριστημένο», σε σκηνοθεσία του Δημήτρη Τάρλοου, με κείμενο βασισμένο στο βιβλίο της Μαρίνας Καραγάτση – είναι η ιστορία της οικογένειάς της, μ’ έναν ιδιόρρυθμο πατέρα (ας είναι αυτή η πιο ευγενική λέξη, λόγω υπόκλισης στο ταλέντο) που βασανίστηκε εντός του και εντέλει βασάνισε όσους συνυπήρξαν μαζί του, στο ίδιο σπίτι – ακόμη και στο τρίξιμο των σανιδιών που τον ενοχλούσε, στο «χάσιμό» του στη γραφή. Αυτές οι ιστορίες παιδιών που μιλάνε για ιερά τέρατα -τους πεθαμένους τους γονείς- με συγκλονίζουν – στις συνεντεύξεις που κατά καιρούς δημοσιεύονται σπάνια αποτυπώνεται η πίκρα εκείνη του βλέμματος όσο κι αν ορισμένα σημεία στίξης ή κάποιες θεατρικές ενδείξεις («συγκινείται», «χαμηλώνει τη φωνή») μπορεί να προδίδουν τη συναισθηματική φόρτιση της στιγμής. «Διάβασα» τις πίσω γραμμές της Καραγάτση, όπως έκανα και με καμιά δεκαριά άλλους στους οποίους με οδήγησε η περιέργεια – ας μην ονομαστούν. Και συγκινήθηκα με την ατυχία της τύχης της. Κατά τις δέκα το βράδυ κάθισα πάλι στο μπαλκόνι, κοιτώντας άλλα μπαλκόνια, μετρώντας πάλι αυτοκίνητα και παίζοντας με τα δάχτυλά μου από νευρικότητα – υπάρχει πιθανότητα να ξεκινήσω πάλι το κάπνισμα αν εκλείψει η παρηγοριά;