Ο Αμερικανός φωτογράφος Λι Λόκγουντ κατάφερε να κερδίσει την εμπιστοσύνη του Κάστρο. Για δέκα χρόνια φωτογράφιζε αυτόν και τη χώρα του και έκαναν μάλιστα και μια συνέντευξη που κράτησε επτά μέρες. Τη μαραθώνια αυτή συνομιλία τους και πολλές από τις φωτογραφίες εξέδωσε πρόσφατα ο οίκος TASCHEN.

Φθινόπωρο του 1958, ο νεαρός φωτογράφος Λι Λόκγουντ Lockwood βαριεστημένα καταγράφει τις αποτυχημένες προσπάθειες εκτόξευσης πυραύλων από τη βάση στο ακρωτήρι Κανάβεραλ. Απέναντι, στην Κούβα, το σκηνικό μοιάζει να έχει περισσότερο ενδιαφέρον. Το καθεστώς Μπατίστα οδεύει προς το τέλος του και κάτι καινούριο γεννιέται. Πακετάρει κάμερες, φακούς, τριπόδια και 31 Δεκεμβρίου αποβιβάζεται στην Αβάνα. Τις ίδιες μέρες στην πρωτεύουσα καταφθάνουν κι οι αντάρτες που αναλαμβάνουν την εξουσία. Επικεφαλής ένας φλογερός άντρας με το όνομα Φιντέλ Κάστρο.

 

Ο Αμερικανός φωτογράφος στοχεύει κατευθείαν σ’ αυτόν, αλλά δεν είναι το πιο εύκολο πράγμα να βρεθεί στον περίγυρό του. Στα 26 του χρόνια όμως έχει όλο το σθένος και όλο το θράσος που χρειάζεται για να τον κυνηγήσει μέχρι να τα καταφέρει. Αποκτά την εμπιστοσύνη του και γίνεται ένας από τους λίγους Αμερικανούς φωτογράφους που μπορούν να κυκλοφορούν και να φωτογραφίζουν ελεύθερα στην Κούβα. Και για μια δεκαετία επέστρεφε φωτογραφίζοντας τη χώρα αλλά και τον Κάστρο, σε στιγμές πολιτικής δράσης, αλλά και προσωπικές. Να γυμνάζεται, να χαλαρώνει στον κήπο του, να παίζει πιγκ πογκ. Υπήρχαν πάλι φορές που δεν έβγαζε ούτε ένα πλάνο τού Κουβανού ηγέτη, αλλά ταξίδευαν μαζί οδηγώντας στα βουνά της Σιέρα Μαέστρα για να δουν στρατιωτικούς καταυλισμούς, να πάρουν συνέντευξη από πολιτικούς κρατούμενους, να συναντήσουν εργάτες σε εργοστάσια. 

«Τι θα πει το υπουργείο Εξωτερικών της χώρας σου αν μάθει ότι πέρασες τρεις μέρες μαζί μου στη Σιέρα Μαέστρα;» ρώτησε ο Κάστρο τον Λόκγουντ. «Θα με ρωτήσουν ποιος πραγματικά είσαι» του απάντησε. Πολλοί, ιδίως στην Αμερική, είδαν με επιφύλαξη τη σχέση αυτή, αλλά ο Λόκγουντ είχε την απάντηση. «Αν είναι πραγματικά εχθρός μας, κι αν είναι τόσο επικίνδυνος όσο λένε, τότε θα πρέπει να γνωρίζουμε όσο το δυνατόν περισσότερα γι’ αυτόν». Και για να μάθει περισσότερα, πέρα από τις φιλικές κουβέντες που έκαναν, ήθελε μία συνέντευξη. Την οποία κατάφερε να πάρει το 1965 και όπως όλες οι δημόσιες ομιλίες του Κάστρο, έτσι κι αυτή ήταν μαραθώνια. Διήρκεσε μία βδομάδα και μίλησαν για όλα: τον ρατσισμό, τη λογοκρισία, την πορνεία, την έννοια της δικτατορίας, την εξαφάνιση του Τσε Γκεβάρα…

«Μια συζήτηση με τον Κάστρο είναι μια εξαιρετική εμπειρία. Μέχρι να τον συνηθίσεις είναι ανυπόφορο. Στην παράθεση των επιχειρημάτων του είναι τόσο προσεκτικός, υπομονετικός και λογικός, όσο και μία αράχνη καθώς υφαίνει τον ιστό της». Η ανάγνωση της συνέντευξης είναι για τον αναγνώστη σαν παρακολούθηση αγώνα πυγμαχίας. Η οικειότητα που είχε αναπτυχθεί στις προηγούμενες συναντήσεις μοιάζει να έχει εξαφανιστεί. Ο Λόκγουντ θα πει αργότερα: «Καθώς τα μάτια του ήταν καρφωμένα πάνω μου, είχα την αίσθηση ότι ήδη έγραφε μέσα του απαντήσεις σε ερωτήσεις που ενδεχομένως θα ρωτούσα». Συχνά, ο Κάστρο ενοχλείται από την επιμονή του δημοσιογράφου, ενώ αυτός χάνει την υπομονή του όταν ο Κάστρο αποφεύγει κάποια ερώτηση. «Ήταν εξαντλητικό» θυμάται ο Λόκγουντ. «Καθώς έπεφτα να κοιμηθώ, η τελευταία συνειδητή μου σκέψη ήταν ότι ήμουν σαν σκώρος που είχα βγει για λίγο φως και είχα πετάξει κατευθείαν σε ένα λέιζερ που ήταν εκεί για να με εξοντώσει. Κι όταν ξυπνούσα, έβρισκα τον Κάστρο έτοιμο να ξεκινήσει ξανά». 

Ο Λόκγουντ δεν ήταν ένας απλός φωτογράφος. Ήταν διανοούμενος με βαθιά πολιτική σκέψη. Κι ο Κάστρο μοιάζει να απολάμβανε την κουβέντα μαζί του και εκτιμούσε το γεγονός πως εργαζόταν μόνος του, ανεξάρτητα από εκδοτικά συγκροτήματα και συμφέροντα. Από τη δική του πλευρά ο Λόκγουντ, ο οποίος συχνά διαβεβαίωνε πως δεν είχε πρόθεση να κάνει αγιογραφία, εκτιμούσε πτυχές του Κάστρο και θέλησε να τον δει και να τον παρουσιάσει σαν ένα ολοκληρωμένο ανθρώπινο ον. 

Η συνέντευξη μαζί με πολλές ιστορίες, και κυρίως φωτογραφίες, που καταγράφουν μία εποχή, φιλοξενούνται στο βιβλίο «Castro’s Cuba: An American Journalist’s Inside Look at Cuba, 1959–1969» (εκδόσεις Taschen).