Ένα νέο τοπόσημο αποκτά η Αθήνα, καθώς από σήμερα οι περαστικοί μπορούν πλέον να… καθίσουν δίπλα στον Κωνσταντίνο Καβάφη, στον πεζόδρομο της Διονυσίου Αρεοπαγίτου.
Το Ίδρυμα Ωνάση παρέδωσε στον Δήμο Αθηναίων το γλυπτό του μεγάλου Αλεξανδρινού ποιητή, έργο του γλύπτη Πραξιτέλη Τζανουλίνου, δημιουργώντας μια ξεχωριστή εικαστική και βιωματική εμπειρία στον δημόσιο χώρο. Η τοποθέτηση του έργου συμπίπτει συμβολικά με την επέτειο γέννησης και θανάτου του ποιητή, στις 29 Απριλίου (1863–1933), ενισχύοντας τη σύνδεση της σύγχρονης Αθήνας με το έργο και τη μνήμη του.
Το γλυπτό, κατασκευασμένο από χαλκό με πατίνα υψηλής αντοχής, απεικονίζει τον Καβάφη καθιστό σε φυσικό μέγεθος, προσκαλώντας τον επισκέπτη να καθίσει δίπλα του. Η πρόθεση δεν είναι να παρουσιαστεί ως απόμακρο μνημείο, αλλά ως μια οικεία παρουσία μέσα στην καθημερινότητα της πόλης.
Η μορφή του ποιητή βασίζεται σε φωτογραφία από το Αρχείο Καβάφη, που τον απεικονίζει καθιστό στο διαμέρισμά του στην Αλεξάνδρεια, γύρω στο 1930. Λεπτομέρειες, όπως τα χαρακτηριστικά του γυαλιά, αποδόθηκαν με τη βοήθεια σύγχρονων τεχνολογιών τρισδιάστατης σάρωσης και εκτύπωσης.
Τον φωτισμό του έργου έχει επιμεληθεί η Ελευθερία Ντεκώ, δημιουργώντας μια διακριτική αλλά δυναμική παρουσία στον αστικό ιστό, σε συνεχή διάλογο με το περιβάλλον.
Κατά την εκδήλωση παράδοσης, παρουσία της Υπουργού Πολιτισμού της Ελλάδας Λίνας Μενδώνη, ο πρόεδρος του Ιδρύματος Ωνάση, Αντώνης Σ. Παπαδημητρίου, τόνισε ότι ο πολιτισμός δεν περιορίζεται στους θεσμικούς χώρους, αλλά αποτελεί μέρος της καθημερινής ζωής. «Με το πνεύμα αυτό παραδίδουμε το γλυπτό του Κ. Π. Καβάφη, εντάσσοντας την ποίηση στις καθημερινές διαδρομές της πόλης», σημείωσε.

Από την πλευρά της, η Λίνα Μενδώνη χαρακτήρισε τη Διονυσίου Αρεοπαγίτου «τον πιο κοσμοπολίτικο δρόμο της Αθήνας», υπογραμμίζοντας ότι το έργο διαφοροποιείται από τις συμβατικές προτομές: «Ο Καβάφης παρουσιάζεται καθισμένος, προσκαλώντας τον καθένα να καθίσει δίπλα του, να διαβάσει, να σκεφτεί και να συνομιλήσει μαζί του».
Ο αντιδήμαρχος Οικονομικού Προγραμματισμού Γιώργος Γιάνναρος σημείωσε ότι το έργο εντάσσεται σε μια ευρύτερη αναβάθμιση του δημόσιου χώρου, τονίζοντας πως «κάθε γωνιά της Αθήνας μπορεί να γίνει σημείο αναφοράς, όταν υπάρχει σχέδιο και έμπνευση».
Η εγκατάσταση συνοδεύεται από αρχιτεκτονική παρέμβαση στον χώρο, σε σχεδιασμό του Γιώργου Παρμενίδη, που περιλαμβάνει αναδιαμόρφωση των παρτεριών πρασίνου, βελτίωση των δαπέδων,
νέα καθιστικά στοιχεία, δημιουργώντας έναν ενιαίο, προσβάσιμο χώρο στάσης και παρατήρησης.
Από την Αλεξάνδρεια στην Αθήνα
Το έργο εντάσσεται σε μια ευρύτερη πολιτιστική στρατηγική για τον Καβάφη, καθώς αποτελεί το τρίτο σχετικό εγχείρημα με τη συμβολή του Ιδρύματος Ωνάση, μετά το Αρχείο και την Οικία Καβάφη στην Αλεξάνδρεια. Παράλληλα, προπλάσματα του γλυπτού εκτίθενται τόσο στην Αθήνα όσο και στην Αλεξάνδρεια, ενισχύοντας τον συμβολικό διάλογο ανάμεσα στις δύο πόλεις που σημάδεψαν τη ζωή και το έργο του ποιητή.
Η Αθήνα εντάσσεται πλέον σε μια ευρωπαϊκή πρακτική που φέρνει τους μεγάλους δημιουργούς πιο κοντά στους πολίτες, όπως συμβαίνει με το άγαλμα του το άγαλμα του Φερνάντο Πεσόα στη Λισαβόνα, το μπρούτζινο άγαλμα του Τζέιμς Τζόις στην Τεργέστη, το άγαλμα του Χανς Κρίστιαν Άντερσεν στην Κοπεγχάγη, καθώς και γλυπτά αφιερωμένα στον Όσκαρ Ουάιλντ στο Λονδίνο, στον Φεντερίκο Γκαρθία Λόρκα στη Μαδρίτη, στον Φραντς Κάφκα στην Πράγα και στον Φρεντερίκ Σοπέν στη Βαρσοβία.
Ο γλύπτης Πραξιτέλης Τζανουλίνος σημειώνει ότι η μορφή του Καβάφη δεν προσεγγίστηκε μιμητικά, αλλά μέσα από την ουσία του ποιητικού του κόσμου: «Ο ποιητής, εν μέρει αποκρύπτων και εν μέρει αποκρυπτόμενος, εμφανίστηκε μέσα από το εύπλαστο υλικό του πηλού και αργότερα του χαλκού», αναφέρει, υπογραμμίζοντας ότι το έργο επιχειρεί να αποδώσει όχι μόνο την εικόνα, αλλά και το “είναι” του Καβάφη.
Το γλυπτό στη Διονυσίου Αρεοπαγίτου είναι μια πρόσκληση: να σταματήσει κανείς, να καθίσει, να σκεφτεί και ίσως να συνομιλήσει, έστω σιωπηλά, με έναν από τους σημαντικότερους ποιητές του ελληνισμού.
Με πληροφορίες από ΑΠΕ