Μιχάλης Θεοδώρου, Αριθμομνήμων, εκδόσεις Θράκα, 2024.

Ο Μιχάλης Θεοδώρου, χρησιμοποιώντας γλώσσα υβριδική -κράμα νεοελληνικής και διαλέκτου- με την πρωτότυπη ποιητική γραφή του, περιγράφει ένα στενάχωρο, πικρό και πικραμένο, δυστοπικό τόπο: «Από τα λύματα που διάρρεαν φτάνοντας / πανταχόθεν στον συνοικισμό άνθρωποι / πολλοί. Ασκοπούν τα πηγάθκια. / Χαρτογραφούν τα λαούμια. Σηματοδοτούν / αδιέξοδα, χώνουν εξόδους. Δισπιρκούν… ». (σελ. 11)

Η ποίησή του υφολογικά αιωρείται μεταξύ πεζοτράγουδου και ποιητόμορφης πεζογραφίας. Βέβαια, το όλο έργο ειδολογικά ανήκει στον χώρο της ποίησης. Και ο Μ.Θ. έχει κερδίσει το στοίχημα του προσωπικού ύφους από μιας αρχής.

Ο ποιητής αξιοποιεί στις θεματικές του προπολεμικές παιδικές του αναμνήσεις. Και το πράττει με ευκρινέστατα φωτεινά χρώματα που εμπερικλείουν τη χαρά της μνήμης, αλλά και τον πόνο της απώλειας: «Θθυμούμαι δηλαδή, / που ’κλέφκαμεν που τες συτζιές του θκειού μας του Μιχαήλη, / θθυμούμαι τες πομπάρτες το Πάσκα, τα κονιάκκια στες σπηλιές, / τα ψαροτούφεκκα στον Καράολον, τους Σουηδούς / που ’πνίουνταν στρακόττον στην Σαλαμίναν, τες καταδύσεις, / της γειτόνισσας τα βρατζιά που εσυνάξαμεν μιαν φοράν / μόλις ενύχτωσεν που την απλώστραν… ». (σελ. 13)

Βέβαια, ο ποιητής δεν αρκείται μόνο στις εξωτερικές εικόνες. Συχνά πετυχαίνει ιδιαιτέρως εύστοχες πινελιές της κυπριακής ψυχοσύνθεσης. Ιδού πως σκιαγραφεί την εγχώρια συμπεριφορά του κόσμου μας σε διάφορες καταστάσεις: «Δεν μαθαίνουμε πότε οι άνθρωποι  σιωπούν. / Άμμα επιμένουν, κλώννουμεν. Άμμα πολλολοούν, / ποφυσούμεν. Πάμεν τζ’ ερκούμαστεν. / Φωνάζουμεν τους πίσω, μετανιώνουμεν. / Κουκκουφούμεν, σαλαβατούμεν, τζαι ποττέ εν σιωπούμεν». (σελ. 17)

Με τόσους κυπρολογικούς και κυπροκεντρικούς στίχους, με τους πλείστους μάλιστα να έχουν αποδοθεί στο κυπριακό ιδίωμα, ο Μ.Θ. δεν θα μπορούσε παρά να χαρακτηρισθεί ως πολιτικός ποιητής. Ένας πολιτικός ποιητής με έντονη και ξεκάθαρη άποψη επί του κυπριακού ζητήματος. Ιδού πως σκιαγραφεί το πορτρέτο του Κύπριου ευπατρίδη, με σκωπτική – σαρκαστική και έντονα κριτική διάθεση: «Να του διούν τα σπίθκια του, να μεν παραλαμβάνει, / ξημερωμένος αλλού να φωνάζει, να βουρά / σε πορείες, όπου έσιει φαΐν, τηλεοράσεις… / Πρατηριούχοι πλυντηρίων, σφαγείς μεταπράτες / σερβίροντας. Έτσι πελλόν, λεβέντην εν έσιει». (σελ. 36)

Γενικά, οι εικόνες του είναι αποσπασματικές, ραγισμένες, διάσπαρτες, αφηγηματικές. Με πυρετώδεις ρυθμούς, με εμπύρετα συναισθήματα, με φλογισμένο πόνο. Οι αλλεπάλληλες εικόνες που συνειρμικά συνθέτει ο ποιητής ενίοτε δημιουργούν την εντύπωση μιας ιδιαίτερα αφηρημένης σύνδεσης μεταξύ τους. Ο ίδιος αναγνωρίζει αυτό το γεγονός εν είδει αυτοκριτικής. Εγώ πιστεύω ότι μάλλον αδικεί τον εαυτό του.

Οι εικόνες και οι σκέψεις, τα συναισθήματα και οι συνειρμοί του, έχουν διακριτές συναρτήσεις μεταξύ τους: « …επαναφέρω γεγονότα χωρίς συνάφεια / χωρίς συνοχή. Συρράπτω τις τρύπες στους τοίχους / των σπιθκιών. Τα μεσημέρκα χώννουμαι στες αυλάες / των συνοικισμών. Ξεμολώνω τους λάκκους. Συγκρατώ / τα μεγέθη, τις συστάδες θολές τα απογεύματα… “. (σελ. 20) Επί τούτου να συμπληρώσω ότι το θέατρο των δρωμένων στην ποίηση του Μ.Θ. είναι οι προσφυγικοί συνοικισμοί, αλλά και η Αμμόχωστος στην ολότητά της, με επίκεντρο τις παράλιες περιοχές του Βαρωσιού.

Επανέρχομαι όμως στην προηγούμενη υφολογική επισήμανση. Οι στίχοι του Μ.Θ. μοιάζει να τελούν εν συγχίσει, ατάκτως ερριμένοι, Όμως, ανάμεσα στις γραμμές τους, αραιά αλλά σταθερά, ξεπροβάλει η σκληρή και αδήριτη πραγματικότητα, ωμή και ευκρινέστατη, δοσμένη κυνικά, πικρά, οδυνηρά, με υποδόρια, βαθιά κι επώδυνα συναισθήματα: « …στους δρόμους, με κουβέντες ίσιες, καθαρές, / την λήξη κήρυξαν της συνεδρίασης (μπούκκηες / σε πάγκους ξένους, στοιχηματίες της αποταμίευσης, / αν ρωτιούνταν πάλι, εν θα απαντούσαν διαφορετικά)». (σελ. 25)

Τα τοπωνύμια παράγουν ποιητικό αποτέλεσμα. Έχουν ιδιαίτερο νοηματικό και συναισθηματικό φόρτο. Έχω την εντύπωση πως ο πρώτος διδάξας ήταν ο Κυριάκος Χαραλαμπίδης. Ιδού πως αξιοποιεί τα τοπωνύμια ο Μ.Θ.: « …στη Μια Μηλιά ακολουθώντας / το δρομολόγιο Αθηένου – Πυρόϊν – Λουρουντζίνα – / Αγλαντζιά, τα οδοφράγματα, στο κοιμητήριο / με τα σβηστά καντήλια, τες παουρκές στα ολόφωτα / υποστατικά, στη μέση της νύχτας ξαγρυπνώντας / θυμούμενος πως όσοι ορίστηκαν σκοποί / έχουν από καιρό πεθάνει». (σελ. 26)

Βιωματική, γεωγραφική περιδιάβαση συναντούμε και στο αυτοαναφορικό ποίημα «Αντιγραφή», (σελ. 29) όπου ο ποιητής αυτοπροσδιορίζεται ως «Έλληνας», «Κυπραίος», «Λευκωσιάτης», «Πλαθκιώτης», για να καταλήξει ως κορωνίδα: «Βαρωσιώτης / Ώστι να φτάσεις χάσκοντας στων Ακινήτων την Επιτροπήν / των Περιουσιών». (σελ. 30) Το ποίημα αυτό, πέραν της αξιοσημείωτης εκφραστικότητας – παραστατικότητας, διακρίνεται και για την άρτια αρχιτεκτονική δόμησή του και την εξελικτική του ανάπτυξη.

Γενικά, όλα τα ποιήματά του Μ.θ. είναι αφηγήματα – μινιατούρες. Είναι ελλειπτικά, επώδυνα και σκληρά. Όλες οι μνήμες του συγγραφέα πονούν. Την ίδια ώρα, τα ποιήματά του χαρακτηρίζονται από απόλυτη εντοπιότητα – κυπριακότητα. Κι αυτό ισχύει για όλες τις πτυχές τους, τη γλώσσα, το ύφος, τις θεματικές, τις εκφράσεις, τις στιλιστικές επιλογές.

Τέλος, με τόση πίκρα, με τόση θλίψη που εμπερικλείουν οι στίχοι του, είναι αδύνατο να μην αποπνέουν και μια σκοτεινή αύρα πεσσιμισμού, ενός πεσσιμισμού που συνδυάζεται πάντα μ’ ένα δριμύ κυνισμό: « …άλλη παράταση δεν θα δοθεί. Ο διαιτητής κατέρρευσε. / Το αθλητοδικείο έχει σφραγιστεί. / Στις πύλες εισόδου τελώνες, ρουφιάνοι, κλητήρες, / δικηγόροι… ». (σελ. 42)

g.frangos@cytanet.com.cy