Η πρώτη ποιητική συλλογή του Δημήτρη Δασκαλόπουλου με τον συμβολικό τίτλο Απόπλους, (ξεκίνημα δηλαδή και αναχώρηση) κυκλοφόρησε το 1963 για να ακολουθήσουν άλλες έντεκα στις οποίες σκιαγραφεί, εν προόδω, μια χώρα ρημαγμένη από επάλληλες συμφορές: τον εμφύλιο του 1948, τη στρατιωτική δικτατορία του 1967 και –επιστέγασμα– την κυπριακή τραγωδία του 1974.
Αντιλαμβάνομαι το ποιητικό του έργο ως ένα δράμα, με επεισόδια, το οποίο καθώς αναπτύσσεται επισωρεύει σε επάλληλα στρώματα αφαιρετικές απεικονίσεις μιας άρρωστης χώρας, συντηρημένης στη φορμόλη του χρόνου, σχηματίζοντας με αυτό τον τρόπο εφιαλτικές προσχώσεις.
Γράφει χαρακτηριστικά: «Οι άνθρωποι της ηλικίας μου ανδρώθηκαν σε μιαν εποχή που ακουγόταν εκκωφαντικός ο θόρυβος του αδελφοκτόνου σπαραγμού. Ακόμη και σήμερα, αβασίλευτο στον ουρανό το ματωμένο εμφύλιο φεγγάρι». Και αλλού:
Νύχτες του σαράντα οχτώ
Νύχτες του εξήντα εφτά
Νύχτες του εβδομήντα τέσσερα.
Σχάρες υπονόμου οι στίχοι
για να κυλήσουν τα βρομόνερα
που πλημμύρισαν τ’ αβάδιστα χρόνια.
Η Κύπρος το 1976 αποκτά τη δική της έκταση στον χάρτη της ποίησής του, για πρώτη φορά, στα είκοσι τέσσερα «εφτάστιχα γυμνάσματα» της συλλογής Αλφαβητάρι του 1976, της πρώτης του συλλογής ύστερα από το 1974. (Αλφαβητάρι, γιατί τα αρκτικά γράμματα των αρκτικών στίχων των είκοσι τεσσάρων εφτάστιχων ποιημάτων αντιστοιχούν στα είκοσι τέσσερα γράμματα του αλφαβήτου). Παραθέτω ενδεικτικά το δ΄ εφτάστιχο:
Δέντρα γυμνά
ποτάμια θολωμένα.
Η ομίχλη σέρνεται
σαν φίδι.
Εδώ ν’ ανθίσει διάλεξε
αμετανόητη
η μυγδαλιά.
Θα ακολουθήσουν και άλλα ποιήματα με αναφορές στο δράμα της Κύπρου. Παράδειγμα, το ποίημα «Αλληλεγγύη» (1978) το οποίο ξεκινά με στίχους που παραπέμπουν στον Σεφέρη, στον Τεύκρο, και στην ανθρωπογεωγραφία της Κύπρου: «Άραξα σε τούτο το ακρογιάλι / πολιορκημένος απ’ τη χαλκοπράσινη / αρματωσιά της θάλασσας»:
…….
Κι ύστερα έρχονται οι νεκροί
με τις κιτρινισμένες φωνές
μπαλσαμωμένοι στα τυλιγάδια
παντιέρες σημαίες και λάβαρα
μιας μάχης χαμένης πριν αρχίσει
αόρατη λιτανεία που διαβαίνει
τις στεριές τα πέλαγα και τον καιρό
αφήνοντας στο πέρασμά της
αποκαΐδια και σκουριασμένα λάφυρα.
Δεν ξέρω πού αρχίζει και πού τελειώνει
αυτή η εφιαλτική πομπή
δεν μπορώ πια να διακρίνω
τους ζωντανούς από τους πεθαμένους.
Είχα την τύχη να γνωρίσω τον Δημήτρη Δασκαλόπουλο (6 Δεκεμβρίου 1939 – 30 Μαΐου 2026) πριν από τριανταπέντε περίπου χρόνια, από τις αρχές της δεκαετίας του 1990. Στα χρόνια που ακολούθησαν μάς έφερναν ολοένα και πιο κοντά κοινές έγνοιες, συνεργασίες, κοινοί αγαπημένοι φίλοι, και το τακτικό ραντεβού μας, κάθε δύο χρόνια, στο συνέδριο για τον Γιώργο Σεφέρη στην Αγία Νάπα.
Το 2023 όταν η Φιλοσοφική Σχολή του Πανεπιστημίου Κύπρου αποφάσισε ομόφωνα να τον αναγορεύσει επίτιμο διδάκτορά της, μου ανέθεσε να παρουσιάσω τον τιμώμενο και το έργο του. Στο ψήφισμα που του επέδωσε ο πρύτανης αναγραφόταν ανάμεσα σε άλλα: «Φώτισε με λόγο έγκυρο και νηφάλιο γνωστικά πεδία, έργα και πρόσωπα της σύγχρονης πνευματικής ζωής και δίδαξε με το παράδειγμά του, την αφοσίωση στην επιστήμη, τον ζήλο, το ήθος και την αγάπη για την ελληνική γλώσσα».
Γνωρίζω έτσι καλά πόσο την πονούσε την Κύπρο ο Δασκαλόπουλος. Φαίνεται εξάλλου αυτό τόσο στα ποιήματά του όσο και στις μελέτες του. Στο αυτοβιογραφικό κείμενό του με τον παλαμικό τίτλο Τα χρόνια μου και τα χαρτιά μου (2015) μιλά για την κυπριακή του εμπειρία, τη σχέση του με τον τόπο και τους ανθρώπους, για τους λιγοστούς στην αρχή φίλους, που καθώς περνούσαν τα χρόνια αυξάνονταν και πληθύνονταν.
«Επισκέφθηκα για πρώτη φορά την Κύπρο περί τα τέλη του 1971, σε μηνιαίο υπηρεσιακό ταξίδι. Συνάντησα ύστερα από χρόνια τους λιγοστούς έως τότε φίλους, τον Αντρέα Παστελλά και τους συμφοιτητές Κυριάκο Χαραλαμπίδη, Λουκή Παπαφιλίππου και Γιώργο Κάιζερ – ο τελευταίος θεωρήθηκε για μεγάλο διάστημα αγνοούμενος, μετά την τουρκική εισβολή. Είχα τότε την ευκαιρία να επισκεφθώ όλα τα κατεχόμενα σήμερα εδάφη και να σχηματίσω εκτεταμένη εικόνα του νησιού και των ανθρώπων του. Κατά τη διάρκεια της εκεί παραμονής μου, έγραψα σε μια πρώτη μορφή, εντελώς διαφορετική από την τελική, τα ποιήματα που συγκρότησαν το 1976 τη συλλογή μου Αλφαβητάρι».
* Ο Παντελής Βουτουρής είναι Ομότιμος Kαθηγητής της Nεοελληνικής Φιλολογίας στο Πανεπιστήμιο Κύπρου και πρόεδρος του ΔΣ του ΘΟΚ