Δεν μπορώ να προλάβω ό,τι καινούργιο συζητιέται στη λογοτεχνία και ούτε με ενδιαφέρει. Από περιέργεια έψαξα τη λίστα με όλα τα βιβλία που έχουν πάρει το βραβείο Booker σε αυτόν τον αιώνα. Ανακάλυψα ότι έχω διαβάσει μόνο δύο.
Στο βιβλιοπωλείο έπεσα πάνω στη Σάρκα του David Szalay που το κέρδισε πέρσι. Η περίληψη στο οπισθόφυλλο δεν μου είπε πολλά πράγματα, αλλά πριν το αφήσω πίσω στον πάγκο το ξεφύλλισα μηχανικά. Μου έκανε εντύπωση ότι είχε πολλούς διαλόγους, κάτι ασυνήθιστο. Σταμάτησα στην τύχη σε μια σελίδα να διαβάσω έναν. Ήταν στρωμένος και με έκανε να θέλω να τον συνεχίσω. Αγόρασα το βιβλίο.
Το μυθιστόρημα ξεκινά με τον πρωταγωνιστή έφηβο στην Ουγγαρία του υπαρκτού σοσιαλισμού και τελειώνει στο σήμερα, στον ίδιο τόπο. Στο ενδιάμεσο θα ζήσει για λίγα χρόνια στο Ιράκ και για πολλά στην Αγγλία. Ο βίος του θα είναι περιπετειώδης, όχι ιδιαίτερα συνηθισμένος, αλλά ούτε ακραίος. Ο χαρακτήρας, οι πράξεις του και τα σκηνικά στα οποία θα εμπλακεί δεν επιτρέπουν την εύκολη ταύτιση του αναγνώστη. Επίσης όμως, δεν είναι ούτε αντιήρωας να κινητοποιήσει τους αιρετικούς, ούτε καθίκι να τον αντιπαθήσεις. Έχει και καλά στοιχεία, και μάλιστα μέσα στον χρόνο εξελίσσεται, προσπαθεί να αλλάξει. Κάπως όπως όλοι μας.
Στη Σάρκα έχουμε να κάνουμε με έναν ρεαλισμό που δεν είναι ούτε ντροπαλός (να προσπαθεί δηλαδή να μας πείσει για την αληθοφάνειά του μέσα από την παράθεση μύριων τετριμμένων «αντικειμενικών» λεπτομερειών) ούτε κραυγαλέος (να πάει να επιβληθεί μέσω ωμής παραστατικότητας). Το σεξ, η βία και τα ναρκωτικά δεν λείπουν από την ιστορία, αλλά είναι απλώς εκεί ανάμεσα σε τόσα άλλα πράγματα. Στις περιγραφές των σχετικών σκηνών δεν ανεβαίνει η θερμοκρασία της γραφής περισσότερο από ό,τι συμβαίνει σε ένα γεύμα σε ακριβό εστιατόριο όπου κλείνονται δουλειές, ή στις απόπειρες του πρωταγωνιστή να εκφράσει τρυφερά συναισθήματα στα πρόσωπα με τους οποία συνδέεται στενά.
Το ύφος με το οποίο ο συγγραφέας προσεγγίζει την επιθυμία απέχει έτη φωτός από το παραδοσιακό «αντρικό» μυθιστόρημα, είτε στις καλύτερες είτε στις χειρότερες εκδοχές του. Από την άλλη μεριά, καμία γυναίκα συγγραφέας, του παρελθόντος ή του παρόντος, δεν θα έγραφε έτσι. Γενικά, είναι σαν ο Szalay να έχει φτιάξει, και στη συνέχεια κατακτήσει, μια νέα «μεσότητα». Ένα κέντρο, που είναι σίγουρα δικό του, και το οποίο δεν είναι αντιδραστικό/αναχρονιστικό, ούτε όμως και ιδιαίτερα σύγχρονο (με την έννοια της συμμόρφωσης με την επικρατούσα κριτική γραμμή της λογοτεχνικής αισθητικής).
Δεν είναι με καμία έννοια ένα «ελαφρύ» μυθιστόρημα, μιλάει πολύ σοβαρά για τα τελευταία πενήντα χρόνια της Ευρώπης. Αλλά δεν είναι «βαρύ» στην ανάγνωση — τουλάχιστον εγώ δεν μπορούσα να το αφήσω από τα χέρια μου, υπό την επήρεια εκείνου του ηδονικού εθισμού της καλής λογοτεχνίας που σε τραβάει στον κόσμο της.
Δεν υπάρχει κάποιο μυστήριο που επιδιώκει να λύσει ο αναγνώστης, ή μια απροσδόκητη αλληλουχία περιστατικών. Είναι η εσωτερική ανάπτυξη του βασικού προσώπου μέσα στον μυθιστορηματικό χρόνο που κρατάει την ιστορία. Για αυτό — σε αντίθεση για παράδειγμα με τα μυθιστορήματα της Sally Rooney που υστερούν σε σύγκριση με τις τηλεοπτικές μεταφορές τους— δεν νομίζω ότι η Σάρκα θα μπορούσε να γίνει επιτυχημένη σειρά ή ταινία.
Υπάρχουν δύο κεντρικά υφολογικά στοιχεία που μπορεί να αποξενώσουν τον αναγνώστη της θεωρούμενης ποιοτικής λογοτεχνίας, ειδικότερα της νεοελληνικής: οι σύντομες προτάσεις και τα εκτενή διαλογικά μέρη. Στη σύγχρονη ελληνική λογοτεχνία οι διάλογοι είναι είτε διακοσμητικοί και απρόσωποι, είτε καταχρώνται τη ζωντάνια του προφορικού λόγου για να προσδώσουν ενδιαφέρουν σε μέρη που κάλλιστα θα μπορούσαν να είχαν γραφτεί σε πεζό λόγο.
Είναι σαν οι περισσότεροι συγγραφείς να πιστεύουν ότι οι διάλογοι που στέκουν θεατρικά ανήκουν σε ξεπερασμένα ή κατώτερα λογοτεχνικά είδη. Η δική μου άποψη είναι ότι πολλοί συγγραφείς τους αποφεύγουν επειδή θέλουν πολλή τέχνη και δουλειά (ολόκληρες σελίδες σβήσιμο και ξαναγράψιμο) για να ακούγονται σωστά και ταυτόχρονα να προχωράνε την υπόθεση.
Δεν είναι τυχαίο ότι ελάχιστοι Έλληνες συγγραφείς μυθιστορημάτων γράφουν και για το θέατρο (σε αντίθεση με ό,τι συνέβαινε παλαιότερα). Αντιθέτως, ο Szalay έχει γράψει ραδιοφωνικά θεατρικά έργα για το BBC, ενώ η τριβή με τους προβληματισμούς της σύγχρονης αγγλικής δραματουργίας φαίνεται και από τον κεντρικό ρόλο που δίνει στους διαλόγους στη Σάρκα: καταλύτες της δράσης, με δραματικές στιγμές-τομές όπου το ύστερα θα ήταν πρωτύτερα αδιανόητο, ενώ στη συνέχεια μοιάζει «φυσικό» και αναπόφευκτο. Πάλι δηλαδή, όπως συμβαίνει στις εκτός (ατομικού) ελέγχου ζωές μας.
Ελεύθερα, 7.6.2026