«Έχω την πεποίθηση πως ο ανθρώπινος πολιτισμός είναι προϊόν μνήμης, όταν μνήμη δεν εννοείται μόνο η παθητική καταγραφή (…) αλλά η ζωντανή μνήμη, που δίνει περιεχόμενο στην επιβίωση και στην εξέλιξη των ανθρωπίνων κοινωνιών, μέσα στο φυσικό περιβάλλον, στους τόπους», Θόδωρος, Ανακατάληψη.

Παγκάκια, φουρούσια μπαλκονιών, ναΐσκοι κιονόκρανα, φρίζες, ροζέτες, ανάγλυφες θρησκευτικές παραστάσεις, αλλόκοτες ολόσωμες φιγούρες, κεφάλια από μόνα τους, ανθρωπόμορφα ζώα και πολλά άλλα αρχιτεκτονικά στοιχεία.

Ένας κόσμος από πέτρα. Τάχτηκε θα έλεγα να εγκωμιάζει και να αξιοποιεί αυτό που στη γλώσσα της φιλοσοφίας λέγεται πράγμα: την πέτρα. Ο Μάρτιν Χάιντεγκερ στην Προέλευση του έργου Τέχνης δίνει σαφή ερμηνεία της έννοιας του πράγματος διευκρινίζοντας ότι μια πέτρα εμπίπτει στην κατηγορία των «σκέτων πραγμάτων»: των πραγμάτων που ορίζουν τη φυσική τους παρουσία απλά με την οντότητα τους.   

Με κίνητρο μια βαθύτερη ανάγκη μύησης στο υλικό που καλείται για χρόνια να διαχειριστεί και εργαλείο τη δεξιότητα των χεριών του, ο καλλιτέχνης γράφει μια δική του ιστορία, τόσο πρωτόγονη και τόσο επίκαιρη παράλληλα.

Σε καμιά περίπτωση η απουσία ακαδημαϊκής γνώσης και συνεπώς η εφαρμογή στερεότυπων κανόνων δεν συνεπάγεται τη δημιουργία ενός έργου με ήσσονα σημασία. Είμαι της άποψης ότι το εργαλείο που ο καλλιτέχνης κρατά στα χέρια του δεν είναι άλλο από το συναίσθημα.

Με το συναίσθημα λαξεύει τον όγκο, με το συναίσθημα λειαίνει τις φόρμες. Και με το σώμα ορθώνει το «άλλο σώμα», το έργο δηλαδή, ό,τι και αν αυτό παριστά.

Η φυσική δύναμη στη γλυπτική αποτελεί προϋπόθεση για την καταστολή της «αντιπαλότητας» ανάμεσα στον δημιουργό και τον όγκο που καλείται να μορφοποιήσει.

© Ελίνα Ιωάννου

Ο Γιάννης Ιωάννου αναμετριέται θα έλεγα με την ύλη και μελετά τις δυνατότητες μετασχηματισμού της απαλλαγμένος από αιτιοκρατούμενες διαδικασίες ή θεωρήσεις που θα καθιστούσαν την αντίληψή του δέσμια ανυποχώρητων αξιώσεων.

Κυρίαρχη αίσθηση στο εγχείρημα του δεν είναι άλλη από την αφή η οποία επιτρέπει την ακύρωση της απόστασης ανάμεσα σε αυτό που αγγίζει ή πλάθει και τον ίδιο τον εαυτό του. «Το υποκείμενο που βιώνει το συναίσθημα και το αντικείμενο που προκαλεί το συναίσθημα είναι ενωμένα σε μια αδιάσπαστη σύνθεση.

Το συναίσθημα είναι ένα τρόπος πρόσληψης του κόσμου» επισημαίνει ο Ζαν Πολ Σαρτρ. Σε όμοια πεποίθηση ευθυγραμμίζεται ο καλλιτέχνης προκειμένου να οδηγηθεί σε αυτό το αδιάσπαστο κράμα που λέγεται σύνθεση. Παρατηρεί, αγγίζει, αισθάνεται και παράλληλα στοχάζεται έχοντας πάντα κατά νου ότι αυτό που θα παράξει οφείλει να αποτελεί σημείο θεώρησης του κόσμου.

Το υλικό του, η πέτρα. Λέγεται αλλιώς ασβεστόλιθος ή ασβεστολιθικός ψαμμίτης ή  ακόμα και πέτρα των Κυβίδων. «Είναι δυνατό οικοδομικό πορώδες υλικό και ανθεκτικό στο χρόνο» επισημαίνει. «Το ίδιο υλικό χρησιμοποιείται από την αρχαιότητα στις περιοχές Κουρίου και Επισκοπής.

Η Βιβλιοθήκη Πηλαβάκη όπως και άλλα νεοκλασικά σπίτια της Λεμεσού αποτελούν ισχυρά δείγματα αξιοποίησης του εν λόγω υλικού» προσθέτει. Φέρνει στο τραπέζι και φυλλομετρά ελληνική έκδοση προκειμένου να μου δείξει την εντυπωσιακή Αφροδίτη του Άρσους (3ος αιώνας π.χ), εμβληματικό εύρημα από ασβεστόλιθο που βρίσκεται στο Αρχαιολογικό Μουσείο Λευκωσίας.

«Σε σχέση με το μάρμαρο, ο ασβεστόλιθος είναι περισσότερο διαχειρίσιμος. Χρησιμοποιήθηκε σε μεγάλο βαθμό από λιθοξόους  για αρχιτεκτονικά στοιχεία και κατασκευές κυρίως». Και διευκρινίζει: «Πιστεύω ότι απορροφά τις θερμοκρασίες και αντανακλά το φως.

Με τη πάροδο του χρόνου πλήττεται από μύκητες και συνεπώς αρχίζει να σκουραίνει». Διατυπώνει συνήθως την πρώτη του σκέψη πάνω στο χαρτί.  Δημιουργεί δηλαδή προσχέδια σε κλίμακα. Ακολουθεί η επιλογή πέτρας και το λεγόμενο «ξυγύρισμα», δηλαδή η σήμανση του περιγράμματος.

Έπεται το «ξυχόντρισμα», η αφαίρεση και απομάκρυνση περιττών όγκων προκειμένου να παραμείνουν τα στοιχειώδη χαρακτηριστικά της κατασκευής. Απομένει η απόδοση «αρμονίας και χάρης» στο έργο τα οποία επιτυγχάνονται με κοπίδι, σφυρί και προσήλωση στον όγκο.

Σύμφωνα πάντα με τον ίδιο, η λείανση επιτυγχάνεται με ποικίλα μέσα: χοντρόδoντο και ψηλόδοντο κοπίδι για «να γλυκάνουν οι περιφέρειες» όπως λέει και με μικρά περιστρεφόμενα εργαλεία με καταλήξεις από αναλλοίωτο διαμάντι.

«Ξεκίνησα με πλατύ φάσμα θεμάτων. Κατέληξα πλέον να εξυμνώ την αγάπη και τον έρωτα αφήνοντας πίσω μου το πολιτικό ύφος που χαρακτήριζε τις πρώιμες δημιουργίες μου».

Ανάμεσα στα έργα που πραγματοποιήθηκαν κατόπιν ανάθεσης ή αυτά που αποτελούν προιόν έμπνευσης αναφέρει ενδεικτικά το «Θυρεό της Κυπριακής Δημοκρατίας» στο Προεδρικό Μέγαρο, το έργο «I love Ayia Napa» στον ομώνυμο δήμο, «Τα καρφιά» στο προαύλιο του Μουσείου Λαϊκής Τέχνης, το εικονοστάσιο στην εκκλησία του Αγίου Ιωσήφ του Μνήστορος στη Λεμεσό, το συντριβάνι στην πλατεία Πισσουρίου κ.π.ά. Αποσαφηνίζει ότι επικεντρώνεται πλέον σε έργα «ελεύθερου τύπου», στρέφεται σε μια «ελεύθερη γλυπτική» όπως λέει, με καθαρά εικαστικό χαρακτήρα.

Αντιλαμβάνεται την «ελεύθερη γλυπτική» ως τη δυνατότητα ελεύθερης έκφρασης και πηγαίας διατύπωσης των ιδεών του στο διαχρονικό υλικό, την πέτρα. «Αφήνω να κυκλοφορούν οι γραμμές» λέει χαρακτηριστικά υπονοώντας όχι τόσο μια σχεδιαστική ελευθερία όσο την ικανότητα του να «πλάθει» τον στερεό όγκο αναδεικνύοντας με πηγαίο τρόπο και μαεστρία παράλληλα επίπεδα, αιχμές, στρόγγυλες φόρμες και επιφάνειες που συνταιριάζονται.

«Παρατηρώντας αρχαιολογικά ευρήματα, είμαι σε θέση να αντιληφθώ  τη μέθοδο την οποία ο τεχνίτης ακολούθησε προκειμένου να ολοκληρώσει τη δημιουργία του.

Η πολύχρονη εμπειρία μού επιτρέπει να ταξιδεύω πίσω στο χρόνο και να αναγνωρίζω την ταυτότητα ενός αντικειμένου. Φεύγοντας θα ήθελα να αφήσω έργο το οποίο να αποτελεί σημείο αναφοράς και μελέτης για τους μεταγενέστερους.

Το πανάρχαιο θέμα της αγάπης είναι το σημείο μηδέν. Από το σημείο αυτό ξεκινά η δημιουργία μιας νέας ζωής. Υμνώ την αγάπη, τον έρωτα, Θέλω να κλείσω με αυτό».

Κλείνει ποτέ οριστικά το κεφάλαιο της αγάπης; Για τον Γιάννη Ιωάννου σίγουρα όχι. Στο μέτρο που ο ίδιος μπόρεσε και ακόμα το επιτυγχάνει, υμνολογεί θα έλεγα τις ανθρώπινες σχέσεις, κυρίως τις δυαδικές.

Φιγούρες η μια δίπλα στην άλλη, μια απέναντι σε άλλη, ζευγαρωμένες, άλλοτε σε θέσεις εναγκαλισμού και άλλοτε σε θέσεις απόλυτης σύζευξης, διαμηνύουν τη μεγάλη ιδέα της αγάπης και τη δυνατότητα πραγμάτωσής της στη βάση ενός ειλικρινούς αισθητικού αισθητηρίου.

Κάθε έργο του Ιωάννου αποτελεί το αναλλοίωτο ίχνος της συνάντησης του με το πράγμα. Κάθε έργο δεν είναι παρά η απόκριση του στην ανάγκη να αποδώσει ή  να εικονίσει τη μορφή ανάγοντας την σε πρότυπο.

«Η αγάπη είναι (…) το εργαστήριο της μοίρας μας» σημειώνει η Julia Kristeva. Στην περίπτωση του Ιωάννου η αγάπη γεννιέται στο εργαστήριο -τόπο της μοίρας του- ως έννοια με ειδικό περιεχόμενο και ιδιαίτερη λογική και αισθητική διάρθρωση. Κομίζεται μέσα από τα έργα του ως γνώση της επιθυμίας του να αγαπά και να υποδέχεται παράλληλα το άλλο- είναι. Αυτή η γνώση της επιθυμίας του δεν είναι παρά η ίδια η ελευθερία του και το έρεισμά του.        

  • O Γιάννης Ιωάννου γεννήθηκε το 1953 στο Νέο Λιμάνι Λεμεσού. Στην παιδική ηλικία ζωγραφίζει. Φιλοτεχνεί επίσης σκηνικά και αντικείμενα για τις ανάγκες σχολικών παραστάσεων. Μεγαλώνοντας συνεχίζει να δημιουργεί. Στην εφηβική ηλικία εντούτοις ασχολείται κυρίως με οικοδομικές εργασίες. Μετά τα 20 επιδίδεται στη τέχνη του σκαλίσματος για καθαρά βιοποριστικούς λόγους. Σχεδιάζει και δημιουργεί τζάκια τα οποία στη συνέχεια λαξεύει. Αξίζει να σημειωθεί ότι για τις ανάγκες της πρακτικής του δημιουργεί ο ίδιος τόσο τα εργαλεία όσο και τα μηχανήματα λάξευσης προκειμένου το εργαστήριο του να είναι όσο γίνεται άρτια εξοπλισμένο. Τονίζει εντούτοις ότι στις μέρες μας έτοιμα και εξειδικευμένα εργαλεία και μηχανήματα διατίθενται στην αγορά διευκολύνοντας σε μεγάλο βαθμό το έργο του. Εδώ και 45 χρόνια διατηρεί εργαστήριο στην κοινότητα Πύργου της Λεμεσού.

Πηγές:

  • Θόδωρος, Ανακατάληψη, Ύψιλον, Αθήνα, 1992.
  • Σαν-Πωλ Σαρτρ, Τα συναισθήματα, μτφρ. Αντώνης Χατζημωυσής, Δώμα, Αθήνα, 2025.
  • Μάρτιν Χάιντεγκερ, Η προέλευση του έργου τέχνης, μtφρ. Γιάννης Τζαβάρας, Δωδώνη, Αθήνα, 1986.
  • Julia Kristeva, Histoires d’amour, Denoël, Παρίσι, 1983.

Ελεύθερα, 07.06.2026