«Κυρία Λίτσα, κυρία Λίτσα», άδικα φώναζε ο Λαυρεντιάδης από την άλλη άκρη του Ζαλόγγου. Εκείνη ανεπηρέαστη κρατούσε το κινητό και το έβλεπε σαν ένα μυστήριο πράγμα, σαν ένα παράδοξο της φύσεως. Ο πρόεδρος επέμεινε.
Επιτέλους ανταποκρίθηκε, «τι θέλεις, κύριε Λουκά;». Ήθελε έναν κυπριακό με μια ζαχαρίνη λόγω διαβήτη και κατά δεύτερον είχε νεότερα απ’ το προεδρικό. Η Λίτσα έδειχνε να χρειάζεται χρόνο να επεξεργαστεί την παραγγελία που δεν τη λες και σύνθετη.
Ένας καφές όλος κι όλος που τον έχει φτιάξει χιλιάδες φορές μέσα στα χρόνια για τον συγκεκριμένο άνθρωπο.
«Μα, τι σου συμβαίνει, αγαπητή μου;». Τίποτα. Τι να του έλεγε; Ήταν που είχε έτοιμη την απάντηση προς τον ελαμίτη Σωτήρη Θράσου και της έλειπε το θάρρος να πατήσει το send. Το κείμενο το είχε γραμμένο από τις τέσσερις τα ξημερώματα, ας όψεται η αυπνία. Το διάβασε δυνατά το πρωί, πριν πλακώσει η Δεξιά του Κυρίου στο Ζάλογγο.
«Σωτήρη σε χαιρετώ. Σου οφείλω μια απάντηση και είναι η εξής: Με κολάκεψε το ενδιαφέρον σου, ήρθε απότομα και ανέλπιστα. Το ηλικιακό και ιδεολογικό χάσμα που υφίσταται μεταξύ μας, ωστόσο, δεν μου επιτρέπει να προχωρήσω. Αντίο και σε ευχαριστώ».
Παρέδωσε μηχανικά τον καφέ στον Λαυρεντιάδη, του έβαλε κι από δίπλα τέσσερα κουλουράκια. Το έκανε επί σκοπού αυτό διότι όταν μασά, σιωπά. Αυτός ήπιε την πρώτη γουλιά και της είπε ότι ενημερώθηκε επισήμως για την επίσκεψη του Προέδρου της Δημοκρατίας στο Ζάλογγο την 25η Μαρτίου.
Θα έρθει για δεκαπέντε λεπτά μετά την πανηγυρική δοξολογία στον καθεδρικό ναό της πρωτευούσης και πριν δεχθεί τον χαιρετισμό της μαθητικής παρελάσεως.
«Θα έρθει ενδιαμέσως, αυτό ουδόλως μειώνει τη μεγάλη τιμή για το σωματείο μας», «στον Αβέρωφ το είπες;», δεν κρατήθηκε η Λίτσα. Ο Λαυρεντιάδης έπαιξε ξανά την κασέτα.
Με τον φίλτατο τέως πρόεδρο του ΔΗΣΥ τον συνδέει είπε μια μακρά και ειλικρινής φιλία, η στάση του προς τον Πρόεδρο της Δημοκρατίας είναι αμιγώς θεσμική «συνεπώς, ουδέν θέμα». Τι ωραία να έχεις μια απάντηση για τα πάντα, αυτό λείπει στη Λίτσα, συνήθως είτε σιωπά, είτε λέει κουβέντες παραπάνω και τα κάνει όλα γης Μαδιάμ.
Και τώρα με τον Σωτήρη το ίδιο μοτίβο, ήταν έτοιμη να κόψει κάθε επικοινωνία. Είναι όμως αυτός ο ενδεδειγμένος δρόμος;
Αφού ξεμπέρδεψε με τον Λαυρεντιάδη, όφειλε να δείξει λίγο ενδιαφέρον προς την κομμώτρια Γιώτα που θρηνεί για τον λαχειοπώλη Πέτρο, ο οποίος έκανε σχέση με τη Νεπαλέζα. Η Γιώτα έχει τσαμπουκά, είναι καπάτσα, αυτό είναι γεγονός.
Στο έμπειρο μάτι ωστόσο φαίνεται η ευαλωτότητα. Στάθηκε πολλές φορές μπροστά μου για να δει τη φάτσα της. Έχει την τσαχπινιά, έχει τη σπίθα στο μάτι. Αυτά είναι εκεί και είναι δικά της. Στο βλέμμα της όμως υπάρχει σταθερά μια ανεπαίσθητη θλίψη.
Δεν είναι εύκολο να έχεις ζήσει μια ζωή που απάδει προς τις αμείλικτες επιταγές της κοινωνίας. Δεν παντρεύτηκε, δεν έγινε μητέρα, έστησε το «Παρφέ» με τις δικές της δυνάμεις, θεωρείται αναμφίβολα μια από τις καλύτερες κομμώτριες της παλαιάς φρουράς.
Και τώρα στα εξήντα τέσσερα βρήκε αυτόν τον βλάκα και τον έχασε.
«Πώς είσαι, Γιώτα μου;» ρώτησε η Λίτσα με τη συμπόνια να ρέει άφθονη στη φωνή της. Άκουσα να της λέει να κάνει υπομονή, ότι δεν έχασε κανένα κελεπούρι, ότι θα έρθει η στιγμή που θα πέσει στα πόδια της και θα την παρακαλάει να τον δεχτεί πίσω.
Δεν ξέρω αν η Γιώτα συμμεριζόταν αυτά τα λόγια της παρηγοριάς, έχω τις επιφυλάξεις μου. Δεν είναι καμιά ανυποψίαστη, για όνομα του Θεού. Το κομμωτήριο είναι ένα σπουδαστήριο της ανθρωπότητας. Η αλήθεια είναι ότι ανέμενε μια σύντομη εκτόνωση της κρίσης. Οι εξελίξεις όμως τη διέψευσαν πανηγυρικά.
Ο Πέτρος έχει φύγει μάλλον οριστικά. Πάει η βλακεία του, πάνε τα λαχεία, πάνε τα στοιχήματα, πάει η αγκαλιά του που είχε μια αυθεντικότητα και μια εφηβική αφέλεια.
Η Λίτσα έκλεισε το τηλέφωνο και κάθισε στο τραπέζι ακριβώς μπροστά μου. Ήταν σαφώς λυπημένη για τη φίλη της, ένιωθε νομίζω και μια ντροπή για τις βλακείες που της ξεφούρνισε για να τη στηρίξει. Τι να της έλεγε όμως; Η αλήθεια είναι συχνά ανελέητη.
Κι όπως ήταν σ’ αυτή την κατάσταση, πιάνει το κινητό και στέλνει την απάντηση στον ελαμίτη Σωτήρη Θράσου. Όχι αυτήν που είχε γράψει τα χαράματα, την άλλη που συνέταξε τώρα εν βρασμώ.
«Σωτήρη, θέλω να το προσπαθήσουμε. Σε φιλώ, Λίτσα».
Ελεύθερα, 01.03.2026