Καρτζιήν ’πού εἴκοσι πουλλιά τα χρώματα ’ν’ νά βάλω
τζιαί ’πού τό κάθε ’ναν πουλλίν ’πό ’ναν φτερόν νά βκάλω
νά τά βουττῶ στά χρώματα τζιαί νά σέ ζωγκραφίζω
τζιαί νά λαλῶ πώς σέ θωρῶ τζι’ ἀκόμα πώς σοῦ ντζιίζω.
Η σχέση του ποιητή με την ζωγραφική διαφαίνεται στα πρώιμα κιόλας ποιήματα του. Το πιο πάνω τετράστιχο από την «Ενότητα Γ΄», καταδεικνύει την αντίληψη του καλλιτέχνη όσον αφορά στο εικαστικό εγχείρημα.
Ο ποιητής «αυτοκαλείται» ζωγράφος και ενδίδει στην πρακτική της ζωγραφικής με τρόπο καθόλα ιδιότυπο. Επιλέγει ως μέσο-εργαλείο πραγμάτωσης του ζωγραφικού εγχειρήματος το φτερό, στοιχείο που εγγυάται στον ίδιο αβίαστες και ανάλαφρες διατυπώσεις.
Η χρήση από μέρους του πολλών χρωμάτων καταδεικνύει την αντίληψη του για τη χρωματική ποικιλότητα. Εστιάζω εντούτοις στους δύο τελευταίους στίχους. Ο ποιητής «βουττά», δηλαδή εμποτίζει ανενδοίαστα με χρώμα τα φτερά. Η προσέγγιση του θεωρείται καθαρά εμπειρική.
Αφενός οργανώνει επιφάνεια σχηματίζοντας παράλληλα εικόνα και αφετέρου ενεργοποιεί – δια της παραίσθησης – την αίσθηση της αφής. Είναι της εντύπωσης ότι βλέπει και αγγίζει συνάμα.
Στην ενότητα «Κοιτ-άσματα», ο Πασιαρδής διερευνά το ζήτημα της υλικότητας του χρώματος. Γράφει:
Ἔσκαψα ὅλα τά χώματα
ὅλα τά νερά
ὅλα τα χρώματα
ἔβρισκα πάντα τό πρόσωπό σου
στήν ὥρα τῆς πρώτης θλίψης του.
Αντιλαμβάνεται το χρώμα ως στρώση της οποίας η επιφάνεια επιδέχεται σκαλιστική διάνοιξη. Ανασκάπτοντας και αναμοχλεύοντας το χρώμα, ανασύρει το άρρητο, τη θλίψη. Το φαντασιακό εύρημα, το πρόσωπο δηλαδή, αποτελεί αντικείμενο ατομικής ανάγκης και έκφρασης προσωπικής επιθυμίας.
Στο σημείο αυτό διανοίγεται ένα πεδίο της φαινομενολογίας της τέχνης. Ο ποιητής – ζωγράφος καθιστά ορατό το μέχρι πρότινος μη αισθητό, το ανίδωτο. Το φανέρωμα προσώπου ως συνέπεια διάνοιξης στερεού χρωματικού σώματος αποτελεί αυτό που ο στοχαστής Jean-Luc Marion ορίζει ως «επερχόμενο συμβάν».
Ο ίδιος αναγνωρίζει κατηγορία φαινομένων με απρόβλεπτη καταγωγή τα οποία εμπεριέχουν το ίχνος της δωρεάς. «… Κανένα εμφανίζεσθαι δεν εξαιρείται από τη πτυχή της δωρεάς», επισημαίνει ο Μarion. Στη βάση όμοιας πεποίθησης ο ποιητής ανασκάπτει τα χρώματα για να δεχτεί δωρεά, για να βιώσει την εκδίπλωση και την υποδοχή ή την αντίληψη ενός εμμονικά αναζητούμενου μοτίβου, ενός προσώπου.
Σε στίχους από την ενότητα «Κοιτ-άσματα», ενδεικτικούς επίσης του ενδιαφέροντος του όχι μόνο για την πρακτική της ζωγραφικής αλλά και τη δυνατότητα ενός έργου να γνωστοποιεί μεταθανάτια κάτι ανεκπλήρωτο, ο ποιητής γράφει:
Όταν πέθανε ανοίξανε τη διαθήκη του και
βρήκαν τη ζωγραφιά κάποιου πουλιού
έτσι ονειρεύτηκε να ζήσει, και δεν έζησε.
Το 1824, ο Giacomo Leopardi δημοσιεύει Το εγκώμιο των πουλιών. Στην καταληκτική παράγραφο του πεζού αριστουργήματος, επικαλούμενος τον μύθο του Ανακρέοντα, εκφράζει την επιθυμία να μεταμορφωθεί σε πουλί για να απολαύσει, όπως κάθε «ζωντανό με φτέρωμα και αίμα» τη χαρά της ζωής. Τα πουλιά σύμφωνα με τον ίδιο μεγαλώνοντας απολαμβάνουν εκστατικά τον κόσμο.
Είναι της άποψης ότι αυτά, σε αντίθεση με τον άνθρωπο, επιδέχονται ευκολότερα τη χαρά και την ευτυχία. Ο Leopardi επισημαίνει «την πρόνοια της φύσης να προικίσει με το τραγούδι και το πέταγμα το ίδιο είδος ζώου». Η παρατήρησή του αποδεσμεύει θα έλεγα συνειρμούς στον Πασιαρδή.
Ο ποιητής, με χειρονομία διττής συμβολικής εμβέλειας επιχειρεί από τη μια τον εγκιβωτισμό του έργου τέχνης ως μεμονωμένου συντελεστή μιας μεταθανάτιας γραπτής κληροδότησης -όπως μία διαθήκη- κι από την άλλη ανάγει το πουλί σε έγγραφο -σχεδιαστικό- αντικείμενο ακατάλυτης και τέλος ανεκπλήρωτης επιθυμίας.
Η ζωγραφική αποτελεί το μέσο εξαγγελίας μιας καταληκτικής αποσιώπησης όπως είναι ο θάνατος και το παριστάμενο μοτίβο -το πουλί- την αδυνατότητα μετοχής του ίδιου του ποιητή σε μια χωρική διάσταση όπου αντί χαράς, μία διαρκής και αναπόφευκτη ματαίωση κατακρατείται ακατάπαυστα.
«Πάντα υπάρχει ένα ποίημα, ένα ποτάμι, ένα πουλί / Κάθε νύκτα το πουλί ξεδιψά στο ποτάμι / κι ύστερα κρύβεται βαθιά μέσα στο ποίημα / Κάθε πρωί ξυπνά στο γαλάζιο», γράφει ο Παναγιώτης Νικολαΐδης σε ποίημα της ενότητας «Ίαμβος».
Συνοψίζοντας το είναι σε μια αέναη κύκλωση από τη ζωή και τον θάνατο, ανάγει το ποίημα σε κρύπτη. Ο ίδιος εμφανίζεται ως φτερωτό, για να γευτεί το σκότος της δικής του μόνωσης.
Το χρώμα υπηρετεί την επιθυμία της ζωής και απαντά στην αγωνία του θανάτου. Ο ρόλος του στην πρακτική της ποίησης είναι πρωτίστως εργαλειακός. Αναμοχλεύει την ιδέα, το συναίσθημα, το βίωμα και ακολούθως το μορφοποιεί σε στίχο έμπλεο συμβολισμού.
Πόσο δύσκολο είναι να χρωματίσεις το συναίσθημα, όταν μάλιστα το εργαλείο που κρατάς στα χέρια σου δεν είναι άλλο από τον λόγο; Συχνά, στη ζωγραφική, η τεχνική του χρωματισμού δεν συνίσταται σε μια απλή στρωματική επίχριση επιλεγμένης επιφάνειας.
Το χρώμα αποτελεί κάτι περισσότερο από υπαρκτικό χαρακτηριστικό και υλικότητα. Αποτελεί αξία η οποία κυκλώνει το μοτίβο και ακολούθως το εγκολπώνεται. Το χρώμα είναι για να βλέπεται. Αλλά το ίδιο είναι ικανό να βλέπει κιόλας.
Σ’ αυτή την ιδιότητα του χρώματος αγκιστρώνει ο Πασιαρδής κάθε εγχείρημα νόησής του. Αν η αλήθεια μείνει αχρωμάτιστη, τότε λογίζεται τυφλή. Όταν το νόημα ενός στίχου και το αντίστοιχο ενός χρώματος συνυφαίνονται, τότε μια άμεση εμπειρική πιστοποίηση εξάγεται. Αυτή η πιστοποίηση, σύμφωνα με τον Valery δεν είναι άλλη από την τέχνη της αίσθησης και κατ’ επέκταση του βιωμένου κόσμου.
«Το βλέμμα μου κατευθύνεται στο χρώμα (…) το βλέμμα μου ενώνεται με το χρώμα…» γράφει. Το κλητό από το χρώμα βλέμμα γίνεται εντός του υποδοχέα του η πραγμάτωση του ποιητικού οράματος.
Τι θα ορίζαμε λοιπόν ως ποίημα; Κάτι που στην αρχή ιδώθηκε, μετά ειπώθηκε και τέλος με τις αισθήσεις έγινε απτό και έγχρωμο. Ένα ένσαρκο ενέργημα.
Ελεύθερα, 29.03.2026